Ομιλία Σεβ.Μητροπολίτη Αρκαλοχωρίου Καστελλίου και Βιάννου κ.κ.Ανδρέα σε επιστημονική ημερίδα για την συμπλήρωση 80 ετών από την εις Κύριον εκδημίαν του Πατριάρχου Μελετίου Μεταξάκη 

 

 

Ὁ Μελέτιος Μεταξάκης στήν αὐτοβιογραφία του γράφει: «κατά κόσμον Ἐμμανουήλ Νικολάου Μεταξάκης ἐγεννήθη τό 1871 εἰς τό χωρίον Πρασᾶς Λασιθίου Κρήτης. Τό 1889 μεταβαίνει εἰς Ἱεροσόλυμα», στήν ἡλικία τῶν 18 χρονῶν.

Στήν ἀνακοίνωσή μας θά παρουσιάσομε τά τῆς Ἐκκλησίας Κρήτης στήν ἐποχή τοῦ Μελετίου Μεταξάκη, ἀπό τό 1871 πού γεννήθηκε ἕως τό 1935 πού ἐξεδήμησε.

Ἡ Κρήτη βρίσκεται ὑπό τήν Ὀθωμανική κυριαρχία καί ὅταν ὁ Μελέτιος γεννιέται, Μητροπολίτης Κρήτης εἶναι ἕνας ἕτερος Μελέτιος, ὁ ἐπονομαζόμενος Καβάσιλας ἀλλά καί Καλύμνιος, γιατί εἶχε γεννηθεῖ στήν Κάλυμνο τό 1817. Ἀπό τό 1868 ἕως τό 1874 ὁ Μελέτιος ὁ Καλύμνιος ἤ Καβάσιλας, διανύει τήν πρώτη του ἀρχιερατεία στήν Κρήτη. Τόν διαδέχεται ὁ Διδυμοτείχου Σωφρόνιος (1874-1877).

Ὁ Σωφρόνιος ἐπανεκλέγεται Διδυμοτείχου καί ὁ Μελέτιος ἐπανέρχεται ἀπό τό Διδυμότειχο στήν Κρήτη τόν Ἰούνιο τοῦ 1877 καί ἀρχιερατεύει ὡς τό 1882, ὁπότε καί ἐξεδήμησε.

Τόν Μελέτιο διαδέχεται ὁ ἀπό Χερρονήσου Τιμόθεος Καστρινογιαννάκης (1882-1897) καί ἀκολουθοῦν ὁ ἀπό Λάμπης καί Σφακίων Εὐμένιος Ξηρουδάκης (1898-1920), ὁ ἀπό Πέτρας Τίτος Ζωγραφίδης (1922-1933) καί ὁ ἀπό Ρεθύμνης Τιμόθεος Βενέρης (1934-1941).

Ὁ Μελέτιος Μεταξάκης γεννιέται στήν Κρήτη στίς 21 Σεπτεμβρίου 1871, ἐπί τῆς α’ ἐν Κρήτῃ ἀρχιερατείας τοῦ Μελετίου Καβάσιλα καί ἐκδημεῖ στίς 28 Ἰουλίου 1935 ἐπί Κρήτης Τιμοθέου Βενέρη.

Στήν ἀνακοίνωσή μου θά μείνω στά μείζονα γεγονότα πού διαμορφώνουν ὡς τό 1935 τή σημερινή ταυτότητα τῆς Ἐκκλησίας Κρήτης. Κατ’ ἀρχήν μέ τήν ἐκλογή τοῦ Κρήτης Τιμοθέου Καστρινογιαννάκη τό 1882 ἡ Ἐπαρχιακή Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας Κρήτης ἀποκτάει αὐτοτέλεια καί κανονική ὑπόσταση ἐκλέγοντας τούς ἀρχιερεῖς της. Εἶναι ἐποχή πού ἡ Κρήτη εἶναι Μητρόπολη μέ ὀχτώ (8) ἐπισκοπές. Στή νέα αὐτή πορεία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κρήτης καθοριστική ὑπῆρξε ἡ διακριτική παρέμβαση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχη Ἰωακείμ Γ’ (διένυε τήν πρώτη του πατριαρχία (1878-1884).

Ὁ Τιμόθεος Καστρινογιαννάκης, κατά κόσμον Ἰωάννης, γεννήθηκε στό Ἡράκλειο καί ἦταν ὁ τέταρτος γιός ἀπό τά δέκα παιδιά τοῦ Γεωργίου Καστρινογιαννάκη ἤ Καστρινογιάννη. Μετά τήν ἀποπεράτωση τῶν σπουδῶν του στό Ἡράκλειο, πῆγε στήν Κωνσταντινούπολη καί φοίτησε στή Θεολογική Σχολή τῆς Χάλκης.

Γιά κάποιο διάστημα μεταξύ τῶν ἐτῶν 1863-1868, βρίσκεται κοντά στό συμπατριώτη του, Μητροπολίτη Αἰτωλοακαρνανίας Γεράσιμο Καλοκαιρινό (1866-1887). Ἐπιστρέφει ὁριστικά στό Ἡράκλειο τό 1868, μετά τό θάνατο τοῦ πατέρα του Γεωργίου στήν Τῆνο, ὅπου εἶχε φύγει πρός τό τέλος τῆς ἐπανάστασης τοῦ 1866, ἐξαιτίας καί τῶν πολιτικῶν δραστηριοτήτων του, διότι ὁ πατέρα τοῦ Τιμοθέου, ὑπῆρξε ἀρχηγός τοῦ κόμματος τῶν Καραβανάδων στό Ἡράκλειο. Στίς τέσσερις ἐπισκοπικές ἐκλογές τοῦ 1869 (Ρεθύμνης καί Αὐλοποτάμου, Κυδωνίας καί Ἀποκορώνου, Ἱεροσητείας, Κισάμου καί Σελίνου) παρ’ ὅλον πού ὁ Τιμόθεος ἦταν πεπαιδευμένος κληρικός καί οἱ Ρεθύμνιοι τόν ἐζήτησαν ἐπίσκοπό τους, δέν προωθήθηκε. Τό 1870 ὁ Τιμόθεος, ἑτεροθαλής ἀδελφός τοῦ Τιμοθέου, ἐκλέχτηκε Ἐπίσκοπος Χερρονήσου. Ὁ Διονύσιος περιγράφει ὡς ἑξῆς τήν ἐκλογή του: «Ἐν Χερρονήσῳ ὑπῆρχε ποιμήν ἀγαθός, εὐσεβής, ἀλλά γραμμάτων ἄμοιρος καί προβεβηκώς τήν ἡλικία, ὁ ἀπό ἡγουμένου τῆς ἱερᾶς Μονῆς Καρδιωτίσσης εἰς Ἐπίσκοπον Χερρονήσου προηγμένος, ταῖς ἐνεργείαις τοῦ μακαρίτου πατρός του Τιμοθέου, Μελέτιος. Εὐγνώμων καί τῇ οἰκογενείᾳ τοῦ εὐεργέτου χαριζόμενος, παραιτεῖται τήν Ἐπισκοπήν, κεκμηκώς ὁ πρεσβύτης, δι’ ἀσθένειαν σωματικήν καί τῇ ἐπιμόνῳ τῶν πάντων αἰτήσει καί προβολῇ ἀνάγεται εἰς τόν θρόνον τῆς Ἐπισκοπῆς Χερρονήσου ὁ Τιμόθεος. Ἀλλ’ ἐγείρει κεφαλήν ἀνανεύουσα ἡ ἄρχουσα μέγαιρα καί τό μήνυμα ἀναβάλλεται. Ἡ Πύλη ἀρνεῖται νά ἀναγνωρίσει τήν τοῦ υἱοῦ τοῦ ἐπαναστάτου ἐκλογήν. Παρέρχονται αἱ ἡμέραι καί τό μήνυμα βραδύνει νά τελεσθῇ, μέχρις οὗ μετεπείσθη Ἐκείνη, ὑπείκουσα ταῖς εἰσηγήσεσι καί συστάσεσι τῶν έν ΚωνΠόλει φίλων τῶν ἐμῷ σεβαστῷ πρός μητρός θείῳ Στεφάνῳ Νικολαϊδῃ ἱεραρχῶν. Καί χειροτονεῖται μέν τῇ 20 Ἰανουαρίου 1870» ἀπό τόν Κρήτης Μελέτιο, τόν Ἐπίσκοπο Ἀρκαδίας Γρηγόριο, πού εἶχε ἐκλεγεῖ ἀπό Προηγούμενος τῆς Μονῆς Ἐπανωσήφη, καί τόν Ἱεροσητείας  Νεόφυτο.

 Μετά τή χηρεία τῆς Μητροπόλεως Κρήτης μέ τήν ἐκδημία τοῦ Μελετίου τοῦ Καλύμνιου, οἱ χριστιανοί ὅπως ἐνδιαφέρθηκαν καί σέ προηγούμενες μητροπολιτικές ἐκλογές γιά τό πρόσωπο πού θά ποίμαινε τήν Ἐκκλησία τῆς Κρήτης, ἔτσι καί τώρα ἀπευθύνθηκαν μέσῳ τῶν Δημογερόντων στό Πατριαρχεῖο καί ζήτησαν νά μήν προχωρήσει στήν ἐκλογή Μητροπολίτη Κρήτης «διότι ἡ Κρήτη θέλει ὑποδείξει τοιοῦτον ἐκ τῶν σπλάχνων της». Τόσο γιά τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο ὅσο καί γιά τήν Ἐκκλησία τῆς Κρήτης, ἡ ἐκλογή τοῦ νέου Μητροπολίτη, εἰδικά τώρα πού παρέμενε ἄλυτο τό ἐπισκοπικό ζήτημα, ἦταν ἕνα ἰδιαίτερα σημαντικό γεγονός. Τό πρῶτο ἄλλωστε μέλημα τοῦ νέου προέδρου τῆς Κρητικῆς Ἐκκλησίας θά ἦταν ἡ εἰρήνευση τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων τῆς νήσου. Οἱ χριστιανοί τῶν τμημάτων Ἡρακλείου καί Λασιθίου κινητοποιήθηκαν καί ὑπέγραψαν ἀναφορά πρός τό Πατριαρχεῖο, ὅπου ζητοῦσαν γιά μητροπολίτη τους τόν Χερρονήσου Τιμόθεο. Ὁ τότε Οἰκουμενικός Πατριάρχης Ἰωακείμ Γ΄ ( 1878-1884, 1901-1912), ἰδιαίτερα εὐαισθητοποιημένος στό αἴτημα τοῦ λαϊκοῦ στοιχείου, ἀποδέχθηκε τό αἴτημα τῶν χριστιανῶν τῆς Κρήτης. Συγκροτήθηκε τό τριπρόσωπο ἀπό τούς Χερρονήσου Τιμόθεο, Ἀρκαδίας Νικηφόρο καί Ἡλιουπόλεως Ταράσιο καί στίς 20 Σεπτεμβρίου 1882 ἡ Ἁγία καί Ἱερά Σύνοδος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἐξέλεξε Μητροπολίτη Κρήτης τόν Τιμόθεο Καστρινογιαννάκη.

Ἡ ἐκλογή τοῦ Μητροπολίτη Κρήτης Τιμοθέου Καστρινογιαννάκη, τοῦ τελευταίου μητροπολίτη τῆς Ὀθωμανικῆς κυριαρχίας στήν Κρήτη, σήμαινε για τήν τοπική Ἐκκλησία μία νέα ἐποχή. Τό Πατριαρχεῖο ἀπό τότε ἐκλέγει ὡς προκαθήμενο τῆς Ἐκκλησίας Κρήτης ἕναν ἀπό τούς ἀρχιερεῖς της. Τό γεγονός ὅτι ὁ Τιμόθεος καταγόταν ἀπό τήν Κρήτη, εἶχε ὑπηρετήσει τήν ἐκεῖ τοπική Ἐκκλησία καί εἶχε ἀρχιερατεύσει σ’αυτή, τό ὅτι γνώριζε τίς ἰδιαιτερότητες καί τά προβλήματα πού εἶχε ἡ διαποίμανση τοῦ κρητικοῦ λαοῦ, βοήθησε ὄχι μόνο στή λύση τοῦ ἐπισκοπικοῦ ζητήματος, ἀλλά καί στή συγκρότηση καί διοργάνωση τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας. Μέ τόν Τιμόθεο συγκροτεῖται ἡ Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας Κρήτης, καί ἐκλέγουν πλέον τούς ἀρχιερεῖς «οἱ τήν ἐπισκοπικήν Σύνοδον τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Κρήτης ἀποτελοῦντες ἐπίσκοποι» ἤ «οἱ τήν ἐπαρχιακήν Σύνοδον συγκροτοῦντες ἀρχιερεῖς». Ἀπό τό 1882 ἕως σήμερα, μέ ἐξαίρεση τίς ἐπισκοπικές ἐκλογές τοῦ 1936 πού ἔγιναν στό Πατριαρχεῖο, ἐπειδή εἴχαν μείνει στήν Κρήτη μόνο τρεῖς ἀρχιερεῖς, ἡ ἐπαρχιακή Σύνοδος πού συγκροτήθηκε κανονικά γιά πρώτη φορά ἀπό τόν Τιμόθεο, ἐκλέγει ἡ ἴδια τούς ἱεράρχες της. Ὁ Κρήτης γίνεται πλέον πρόεδρος ἐ­παρχιακῆς Συνόδου καί μαζί μέ τούς ἄλλους ἀρχιερεῖς μελετοῦν, προτείνουν λύσεις καί λαμβάνουν ἀποφάσεις γιά ζητήματα πού ἀπασχολοῦν τήν τοπική Ἐκκλησία.

Ὁ νέος μητροπολίτης ἀναχώρησε γιά τό Φανάρι προκειμένου νά δώσει ἐνώπιον τοῦ Πατριάρχη καί τῆς Ἁγίας καί Ἱερᾶς Συνόδου τό μήνυμα τῆς ἐκλογῆς του. Στήν ΚωνΠολη πῆγε μέσῳ Χανίων, ὅπου τοῦ ἔγινε ὑποδοχή. Ἔχοντας ἐπίγνωση ὅτι τό κυ­ρίαρχο ζήτημα ἦταν τά ἐπισκοπικά, εἶπε στήν τελετή τῆς ὑποδο­χῆς: «Ἡ μέριμνα πασῶν τῶν ἐν Κρήτῃ ἐπί μέρους Ἐκκλησιῶν, ἡ ἀποκατάστασις τῆς ἀπό τινων τούτων ἀπό πολλοῦ, ὡς μή ὤφειλεν, ἀποπτάσης εἰρήνης, ἡ ἐπαγρύπνησις εἰς τήν ἀκριβῆ ἐπιτέλεσιν τῶν ὑψηλῶν καθηκόντων παντός τοῦ καθ’ ἡμᾶς κλήρου, ταῦτα πάντα πρός δέ καί ἡ τοῦ ὑφ’ ἡμᾶς ποιμνίου ἐπισκοπή, ἀποτελοῦσι τό πλεῖστον τῶν συγκεντρικῶν κύκλων τῆς ἡμετέρας ἐνεργείας».

Στήν ΚωνΠολη ἔφθασε στίς 8 Ὀκτωβρίου καί στίς 14 Ὀκτωβρίου 1882 ἐκδόθηκε τό ἐπίσημο Πατριαρχικό γράμμα τῆς ἐκλογῆς: «Προεκρίθη καί προεξελέγη τῶν ἄλλων ὁ θεοφιλέστατος ἐπίσκοπος Χερρονήσου, ἀγαπητός ἐν Χριστῷ ἀδελφός, κύρ Τι­μόθεος, ἀνήρ κόσμιος καί ἱεροπρεπής, τά θεῖα καλῶς ἐξησκημένος, παιδείᾳ κεκοσμημένος ἐκκλησιαστικῇ καί τῇ θύραθεν, φρο­νήσει τε καί ἱκανότητι συγκεκροτημένος, ὅς καί ἀνεδείχθη γνή­σιος καί κανονικός μητροπολίτης τῆς ἁγιωτάτης ταύτης μητροπόλεως Κρήτης». Κατά τήν παραμονή τοῦ Κρήτης Τιμοθέου στό Πατριαρχεῖο συζητήθηκε τό κύριο πρόβλημα τῆς Ἐκκλησίας Κρήτης, πού ἦταν τά ἐπισκοπικά. Ἄν κρίνομε ἀπό δημοσίευμα τοῦ «Νεολόγου», ἐκδηλώθηκε διάθεση γιά νά λυθεῖ ἐκεῖ τό ἐπισκοπικό ζήτημα μέ ἐκλογές καί μεταθέσεις ἀρχιερέων. Ὁ Τιμό­θεος ὅμως, ὡς ἐκφραστής τῆς νέας γενιᾶς τῶν ἱκανῶν καί πεπαι­δευμένων κληρικῶν τῆς Κρήτης, οἱ ὁποῖοι πληροῦσαν ὅλες τίς προϋποθέσεις νά ὀργανώσουν τήν Ἐκκλησία συνοδικῶς, νά ἀντιμετωπίσουν τά τοπικά ἐκκλησιαστικά προβλήματα καί νά δώ­σουν λύσεις σ’ αὐτά, ἔχοντας, πιστεύομε, καί τή σύμφωνο γνώμη τοῦ Ἰωακείμ Γ', ὁ ὁποῖος προωθοῦσε νέους καί δυναμικούς κλη­ρικούς, συνεργάστηκε μέ τόν Πατριάρχη, ὁ ὁποῖος συναίνεσε νά δώσει τή λύση τοῦ ἐπισκοπικοῦ ζητήματος ἡ Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας Κρήτης.

Ὁ Κρήτης Τιμόθεος ἔφθασε στήν Κρήτη μέσῳ Χανίων. Ἐνῶ ὅμως ἐρχόταν νά ἐγκατασταθεῖ μέ σουλτανικό βεράτιο σέ ὀθω­μανική ἐπικράτεια, ἀποβιβάσθηκε στό λιμάνι τῆς Σούδας ἀπό τό πλοῖο μέ λέμβο τοῦ Ἑλληνικοῦ Προξενείου Χανίων πού ἔφερε τήν ἑλληνική σημαία, μέ ἀποτέλεσμα νά προκληθεῖ διπλωματικό ἐ­πεισόδιο μεταξύ τοῦ Γενικοῦ Διοικητῆ Κρήτης Ἰ. Φωτιάδη πασᾶ καί τοῦ Ἕλληνα Προξένου Ἰ. Μαυρομάτη. Αἴτιος τοῦ γεγονότος ἦταν ὁ γραμματέας τοῦ προξενείου Γ. Λεβίδης.

Στό Ἡράκλειο ἐπέστρεψε, μετά δίμηνο ἀπουσία, στίς 2  Δεκεμβρίου 1882. «Μετά χαρᾶς ἀνεκλαλήτου ἡ ἐνταῦθα χριστιανι­κή κοινωνία ὑπεδέξατο τόν νέον αὑτῆς πρωθιεράρχην, ἐπανακάμψαντα ἐκ Κων/Πόλεως. Ἦτο ἡ πρώτη πρωϊνή ὥρα, ὁπότε κατήχθη εἰς τόν λιμένα τό φέρον αὐτόν αὐστριακόν ἀτμόπλοιον. Πάραυτα πᾶσαι αἱ ἐνταῦθα χριστ. κοινωνικαί τάξεις, ἐκδηλώσασαι ἐκθύμως τά ὑφ’ ὧν ἐμφοροῦνται ἀγαθά ὑπέρ αὐτοῦ αἰσθήμα­τα, ἔσπευσαν πρός ὑποδοχήν καί ἀπλήστως κατησπάζοντο τήν δεξιάν τοῦ ἀποβιβασθέντος. Μετά δέ ταῦτα, ὁδηγούμενος ὑπό τοῦ πολυπληθοῦς τούτου χριστιανικοῦ κόσμου, ἐπορεύθη εἰς τόν ἐνταῦθα καθεδρικόν ἱερόν ναόν τοῦ ἁγ. Μηνᾶ», ὅπου τελέστηκε ἡ καθιερωμένη δοξολογία καί μίλησε ὁ νέος μητροπολίτης.

Ἡ ἐκδημία τοῦ Τιμοθέου συνέπεσε μέ τίς διαδικασίες γιά τήν πλήρωση τοῦ πατριαρχικοῦ θρόνου. Ὁ Ἄνθιμος Ζ' στίς 29 Ἰανουαρίου 1897 ὑπέβαλε τήν παραίτησή του. Τοποτηρητής ἀνέλαβε ὁ Ἐφέσου Κωνσταντῖνος Βαλιάδης, πού ἐξελέγη πατριάρχης στίς 30 Μαρτίου 1897. Ὑπῆρξε μάλιστα κατά τό Β. Σταυρίδη «τό α' παράδειγμα τοποτηρη­τοῦ έκλεγομένου εἰς τόν οἰκουμενικόν θρόνον».

Ὁ Κωνσταντῖνος, ὡς τοποτηρητής, διόρισε τόν Ἐπίσκοπο Κυδωνίας καί Ἀποκορώνου Νικηφόρο Ζαχαριάδη τοποτηρητή τῆς Μητροπόλεως Κρήτης, ἐπειδή εἶχε πρε­σβεῖα ἀρχιερωσύνης ἔναντι τῶν ἄλλων ἐπισκόπων τῆς Κρήτης. Ἡ χηρεία τῆς Μητροπόλεως Κρήτης συνέπεσε μέ τήν παρουσία τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ ὑπό τόν Τιμολέοντα Βάσσο στήν Κρήτη, μέ τήν κήρυξη τῆς ἕνωσης, μέ πολεμι­κές συγκρούσεις σ’ ὁλόκληρη τή νῆσο καί μέ τόν ἑλληνο­τουρκικό πόλεμο. Παράλληλα τίς Μεγάλες Δυνάμεις, τήν Ἀθήνα, τήν Πύλη καί τούς Κρῆτες, ὡς περισσότερο ἐνδια­φερομένους, απασχολεῖ τό πρόβλημα τοῦ νέου πολιτικοῦ καθεστώτος τῆς νήσου.

Τό Φανάρι παρακολουθεῖ τά γενόμενα στήν Κρήτη καί ἀναβάλει τήν ἐκλογή, ἀναμένοντας τήν παγίωση τῆς νέας πολιτικῆς κατάστασης. Ἡ Πύλη ἀπό τήν πλευρά της βλέπει ὅτι, ἐνῶ ἀπό τό νέο πατριάρχη οἱ ἐκλογές τῶν κενῶν Μη­τροπόλεων γίνονται κανονικά, ἡ πλήρωση τῆς Μητροπόλεως Κρήτης καθυστερεῖ. Γνωρίζει ὅτι ἡ ἀναβολή δέν εἶναι ἀνεξάρτητη ἀπό τό βεράτιο πού θά ἔδιδε στό νεοκλεγέντα μητροπολίτη προκειμένου νά ἐγκατασταθεῖ στήν Κρήτη, ἡ ὁποία παρέμενε ἐπαρχία τῆς Ὀθωμανικῆς αὐτοκρατορίας, μιά καί δέν εἶχε ρυθμιστεῖ τό νέο πολιτικό της status.

Εἰσηγήσεις γιά ἐπίσπευση τῆς ἐκλογῆς πρέπει καί ἀπό τήν Κρήτη νά ἔφθαναν στό Φανάρι. Κυρίως ὅμως ἡ Πύλη πίεζε τό Πατριαρχεῖο ὑπέρ τῆς ἐκλογῆς, χωρίς αὐτό νά ἐν­δίδει. Τότε ἡ Πύλη συνέλαβε καί φυλάκισε, παραβιάζο­ντας τά προνόμια, ὀφφικιάλιο κληρικό τῆς Μητροπόλεως Ἀδριανουπόλεως. Ἐπανερχόμενη στό θέμα τῆς ἐκλογῆς τοῦ Κρήτης, «ἡ ἱερά Σύνοδος ἀπήντησε δι ’ ὑπεκφυγῶν ὅτι ἀδυνατεῖ νά προβῇ εἰς τήν ἐκλογήν Μητροπολίτου Κρή­της, ἐν γε τῇ ἐποχῇ ἐκείνῃ». Ὅταν ὅμως διαμαρτυρήθηκε γιά τή φυλάκιση κληρικοῦ, ὁ Ριζά πασάς δήλωσε «διά τοῦ γραμματέως του, ὅτι θά παύσῃ ἐρχόμενος εἰς ἐπικοινω­νίαν οἱανδήποτε μετά τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἐν ὅσῳ μένει ἐκκρεμές τό Μητροπολιτικόν τῆς Κρήτης ζήτη­μα».

Ἦταν πλέον γιά τό Πατριαρχεῖο ἀδύνατη ἡ ἀναβολή τῆς ἐκλογῆς. Ἐκφράστηκε ἡ σκέψη νά ἐκλεγεῖ Κρήτης ὁ Μητροπολίτης Σερρῶν Γρηγόριος Ζερβουδάκης, ὁ μετέπειτα Οἰκουμενικός Πατριάρχης Γρηγόριος Ζ', τοῦ ὁποίου ὁ πα­τέρας ἦταν κρητικός ὁ ἴδιος ὅμως εἶχε γεννηθεῖ στή Σίφνο. Μέ τήν ἐκλογή αὐτή ἐν μέρει θά ἱκανοποιοῦσαν τούς Κρῆ­τες καί τήν Ἀθήνα πού ζητοῦσαν μητροπολίτη κρητικό, ἀλ­λά καί τήν Πύλη πού ζητοῦσε τήν ἐκλογή μή Κρητός.

Μέσα ἀπό τίς συγκυρίες τῶν παραπάνω δεδομένων, οἱ διεργασίες τῶν ὁποίων διήρκησαν περισσότερο ἀπό ἕνα ἔτος, συνῆλθε ἡ Ἁγία καί Ἱερά Σύνοδος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου στίς 11 Μαΐου 1898. Ὑποψήφιοι μητροπολίτες προτάθηκαν: ὁ Ἐπίσκοπος Λάμπης καί Σφακίων Εὐμένιος, ὁ Μητροπολίτης Σερρῶν Γρηγόριος καί ὁ Ἐπίσκοπος Πέτρας Τίτος. Κρήτης ἐξελέγη ὁ Λάμπης καί Σφακίων Εὐμένιος.

Τό μεῖζον γεγονός τῆς ἀρχιερατείας τοῦ Κρήτης Εὐμενίου εἶναι ἡ ὑπογραφή τῆς Σύμβασης τοῦ 1900 καί ἡ ψήφιση τόν ἴδιο χρόνο τοῦ πρώτου Καταστατικοῦ Χάρτη τῆς Ἐκκλησίας Κρήτης. Ὁ Εὐμένιος ἐξελέγη ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο καί ἐρχόταν νά ἐγκατασταθεῖ Μητροπολίτης στήν αὐτόνομη Κρητική Πολιτεία μέ βεράτιο τῆς Πύλης. Τό γεγονός δέν ἀποδεχόταν ὁ πρόεδρος τοῦ ἐκτελεστικοῦ Ἰ. Σφακιανάκης καί ἔτσι ξεκινοῦσε τό γνωστό Μητροπολιτικό ζήτημα στήν Κρήτη, τό ὁποῖο τελείωσε τό 1900 μέ τή Σύμβαση πού ὑπέγραψε ὁ Κρήτης Εὐμένιος, ὡς ἐκπρόσωπος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί τῆς Ἱερᾶς Ἐπαρχιακῆς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας Κρήτης, καί ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος, ὑπουργός δικαιοσύνης ὡς ἐκπρόσωπος τῆς Κρητικῆς Πολιτείας.

Συμβάσεις ὑπογράφονταν μεταξύ νομικῶν προσώπων Διεθνοῦς Δικαίου καί στήν περίπτωσή μας τόσο τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο ὅσο καί ἡ Κρητική πολιτεία ὡς νομικά πρόσωπα Διεθνοῦς Δικαίου, ὑπέγραψαν τή Σύμβαση τοῦ 1900 ἡ ὁποία καθορίζει κανονικῶς καί νομικῶς τήν ὑπόσταση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κρήτης.

Στήν Κρήτη, μετά τήν ἄφιξη τοῦ πρίγκιπα (9 Δεκεμβρίου 1898), ξεκίνησε ἡ ὀργάνωση μιᾶς αὐτόνομης πολιτείας. Γι’ αὐτό στίς 25 Δεκεμβρίου συγκροτήθηκε δεκαεξαμελής ἐπιτροπή ἀπό χριστιανοῦς καί μουσουλμάνους, ἡ ὁποία ἀνέλαβε τήν ἐπεξεργασία τοῦ Συντάγματος.

Μετά τήν ἀποχώρηση τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων τῆς Πύλης, τό Ἐκτελεστικό θά προσπαθήσει, μέ προκήρυξή του πρός τούς χριστιανούς τῆς Κρήτης, νά βοηθήσει στήν εἰρηνική διαβίωση τῶν δύο θρησκευτικοεθνικῶν κοινοτήτων. «Οἱ Χριστιανοί δέν ἀξιοῦσι νά ἐπιφυλάξωσι τίποτε ἀποκλειστικῶς δι’ἑαυτούς. Ἐπιθυμοῦσι νά συζήσωσι μετά τῶν Μωαμεθανῶν συμπατριωτῶν ἐν ἰσότητι καί δικαιοσύνη». Τήν ἴδια στάση πρός τούς μουσουλμάνους τῆς Κρήτης θά ἀκολουθήσει καί ὁ πρίγκιπας, γι’αὐτό, στήν προκήρυξή του κατά τήν ἄφιξή του στήν Κρήτη, ἀναφέρεται γενικά στούς Κρῆτες χωρίς νά διακρίνει χριστιανούς ἤ μουσουλμάνους.

 Τό πρόβλημα τῆς ἀναγνώρισης τοῦ μητροπολίτη Κρήτης δέν ἦταν δυνατόν παρά νά ἀπασχολήσει τή Συντακτική Συνέλευση.

Κατά τό 31 ἄρθρο τοῦ Συντάγματος « Ὁ Ἡγεμών… παρέχει ἤ οὐ τήν συναίνεσιν αὐτοῦ πρός ἐγκαθίδρυσιν τοῦ ὑπό τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἐκλεγόμενου Μητροπολίτου Κρήτης καί τῶν παρά τῆς ἐν Κρήτῃ Ἐπισκοπικῆς Συνόδου ἐκλεγομένων Ἐπισκόπων.

 Ἕνα ἄλλο ἄρθρο πού ἀφοροῦσε ἄμεσα στήν Ἐκκλησία Κρήτης καί ψηφίστηκε στή Συνέλευση εἶναι τό ἄρθρο 112. Κατά τό ἄρθρο αὐτό· «Παρέχεται ἐπίσης εἰς τόν Ἡγεμόνα δικαίωμα, ὅπως προβῇ εἰς συνεννόησιν πρός τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον καί καθορίσῃ τόν τρόπο τῆς ἐνασκήσεως τοῦ δικαιώματος τῆς ἐγκαθιδρύσεως τοῦ Μητροπολίτου καί τῶν Ἐπισκόπων κατά τό ἄρθρον 31».

 Προεῖχε ἡ ἀναγνώριση τοῦ ἤδη ἐκλεγμένου μητροπολίτη Κρήτης, χωρίς τήν ὁποία δέν μποροῦσε νά συγκροτηθεῖ Καταστατικός Χάρτης γιά τήν Ἐκκλησία τῆς Κρήτης.

Ἡ δημοσίευση τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτη προϋπόθετε Πρόεδρο τῆς Συνόδου ὁ ὁποῖος νά συγκαλοῦσε τούς ἐπισκόπους σέ συνεδρίαση, ἔτσι ὥστε νά μελετοῦσαν τό νομικό πλαίσιο λειτουργίας τῆς Ἐκκλησίας Κρήτης, νά δημιουργοῦσαν ἕνα προσχέδιο Καταστατικοῦ Χάρτη, νά διαπραγματεύονταν μέ τήν Πολιτεία προβαίνοντας σέ τροποποιήσεις, καί τελικά νά δημοσιευόταν στήν ἐφημερίδα τῆς Κρητικῆς Πολιτείας ὡς ἐπίσημος πλέον νόμος, δοθέντος ὅτι δέ θά ἐψηφίζετο ἀπό τή Συντακτική Συνέλευση, γιατί αὐτή μετά τήν ψήφιση τοῦ Συντάγματος θά διαλυόταν καί ὁ ἡγεμόνας σέ συνεργασία μέ τό ἐκτελεστικό θά δημοσίευε τούς νόμους.

Ἕνα ἄλλο γεγονός πού βοήθησε στήν ἀναγνώριση τοῦ μητροπολίτη ἦταν τό ἀδιέξοδο πού προέκυψε, ὅταν ὁ Σκαλτσούνης μέ βάση τίς ἐπί μέρους γνῶμες τῶν ἀρχιερέων καί τήν προσωπική του ἐμπειρία κατέστρωσε σχέδιο νόμου γιά τήν Ἐκκλησία Κρήτης. 

Προτάθηκε στόν Σκαλτσούνη νά συνεδριάσει μέ τούς ἐπισκόπους γιά νά ρυθμίσουν τό νομοθετικό σχέδιο γιά τόν Καταστατικό Χάρτη τῆς Ἐκκλησίας Κρήτης. Ὁ Σκαλτσουνής ὅμως θεώρησε τήν ἐνέργεια αὐτή ἀπόντος τοῦ μητροπολίτη «ἀληθῶς παρασυναγωγή». Ὁ σύμβουλος τῶν ἐκκλησιαστικῶν βλέποντας τό ἀδιέξοδο πού εἶχε προκύψει, ἄν καί πολέμιος τῆς ἀναγνώρισης τοῦ μητροπολίτη, ἀναγνώρισε τήν ἀνάγκη νά ἐπικυρωθεῖ ἡ ἐκλογή, σκέψη πού ἀποδέχθηκαν καί οἱ ἄλλοι σύμβουλοι τοῦ ἡγεμόνα. Στίς 14 Μαΐου 1900 ὁ Γεώργιος ὑπέγραψε τό διάταγμα «περί ἐγκαθιδρύσεως Μητροπολίτου Κρήτης». «Ἡμεῖς Πρίγκιψ Γεώργιος τῆς Ἑλλάδος, Ὕπατος Ἁρμοστής ἐν Κρήτῃ, Λαβόντες ὑπ’ὄψει τήν ὑπό τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας ἐκλογήν τοῦ πρῷην Ἐπισκόπου Λάμπης εἰς Μητροπολίτην Κρήτης, Ἀποφασίζομεν καί διατάσσομεν, Ἐγκαθιδρύομεν δυνάμει τοῦ ἄρθρου 31 τοῦ Συντάγματος τόν Σεβ. Εὐμένιον Μητροπολίτην Κρήτης».

Ἔπαιρνε ἔτσι τέλος ἕνα ζήτημα πού γιά δύο χρόνια εἶχε ταλαιπωρήσει τήν κρητική κοινωνία, τήν ἴδια περίπου ἐποχή πού ἕνα ἄλλο τμῆμα τοῦ ἑλληνισμοῦ, ἡ Κύπρος, ἀρχισε νά ταλανίζεται ἀπό ἕνα παραπλήσιο ζήτημα, τό ἀρχιεπισκοπικό. Μέ τήν ἐπίλυση τοῦ μητροπολιτικοῦ ζητήματος ξεκινοῦσε πλέον ἡ διοικητική ὀργάνωση τῆς Κρητικῆς Ἐκκλησίας, γιατί ἡ ἐπισκοπική Σύνοδος μέ τόν πρόεδρό της μποροῦσαν νά συνέλθουν σέ κανονική συνεδρίαση γία να μελετήσουν, νά ὁριστικοποιήσουν καί νά προτείνουν τόν Καταστατικό Χάρτη τῆς Ἐκκλησίας Κρήτης.

Πατριαρχεῖο καί Κρητική Πολιτεία προχώρησαν στή συνέχεια σέ ὁριστικές διαπραγματεύσεις γιά τήν ὑπογραφή Σύμβασης, προκειμένου νά κατοχυρωθεῖ τό δικαίωμα τοῦ Θρόνου νά ἐκλέγει τό Μητροπολίτη Κρήτης, ἀλλά καί γιά νά διευθετηθοῦν ἄλλα καίρια διοικητικά ζητήματα τῆς Κρητικῆς Ἐκκλησίας.

Γιά τό σκοπό αὐτό ὁρίστηκε ἐπιτροπή ἀπό τό Μητροπολίτη Κρήτης Εὐμένιο, ὡς ἐκπρόσωπο τοῦ οἰκουμενικοῦ πατριάρχη, καί ἀπό τόν Ἐλευθέριο Βενιζέλο, ὡς ἐκπρόσωπο τῆς Κρητικῆς Πολιτείας. Οἱ δύο ἄνδρες ἐπρόκειτο νά ρυθμίσουν τίς βασικές ἀρχές στίς σχέσεις Πατριαρχείου καί Κρητικῆς Πολιτείας, οἱ ὁποῖες θά καθόριζαν τήν Ἐκκλησία τῆς Κρήτης στή νέα πολιτική πραγματικότητα. Τά δύο μέρη συνῆλθαν σέ συνεδρίαση στίς 4 Αὐγούστου 1900 καί ὑπέγραψαν Σύμβαση τῆς «Κρητικῆς Πολιτείας μετά τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας».

Τό ἐπικυρωμένο κείμενο τῆς Σύμβασης τῆς 14 Ὀκτωβρίου 1900 ἔχει ὡς ἐξής.

«Ἀντίγραφον Ἀριθ. Πρωτ. 6133.

Ἡ Αὐτοῦ Θειοτάτη Παναγιότης ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης ἀφ΄ἑνός καί ἀφ’ἑτέρου ἡ Αὑτοῦ Βασιλική Ὑψηλότης ὁ Πρίγκιψ τῆς Ἑλλάδος Γεώργιος Ὕπατος Ἁρμοστής ἐν Κρήτῃ ἐπιθυμοῦντες ἵνα διακονίσωσι τάς μετά τήν ἐπελθοῦσαν ἐν Κρήτῃ πολιτικήν μεταβολήν σχέσεις τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας πρός τήν Κρητικήν Πολιτείαν, διώρισαν πρός τόν σκοπόν τοῦτον πληρεξούσιους αὐτῶν, ὁ μέν πρῶτος τόν Σεβασμιώτατον Μητροπολίτην Κρήτης κύριον Εὐμένιον, ὁ δέ δεύτερος τόν ἐπί τῆς Δικαιοσύνης Σύμβουλον Αὐτοῦ κύριον Ἐλευθέριον Βενιζέλον, οἵτινες συνελθόντες σήμερον ἐν Χανίοις τήν 14ην Ὀκτωβρίου 1900 συνωμολόγησαν τά ἑπόμενα: 

Ἄρθρον 1ον. Ἐν περιπτώσει χηρείας τῆς ἱερᾶς Μητροπόλεως Κρήτης, ὁ μέν Ὕπατος Ἁρμοστής καλεῖ ὡς τοποτηρητήν τῆς Μητροπόλεως ἕν τῶν ἐν Κρήτῃ ἐπισκόπων καί προτείνει ἐκ τῶν αὐτῶν Ἐπισκόπων τρεῖς, ἡ δέ Ἱερᾶ Σύνοδος διά κανονικῶν ψήφων ἐκλέγει τόν ἕνα ἐκ τῶν προτεινόμενων ὡς Μητροπολίτην Κρήτης καί ἀναγγέλει τοῦτο εἴς τέ τόν Ἡγεμόνα καί εἰς τήν Ἐπισκοπικήν Σύνοδον. Μετά τήν κανονικήν ταύτην ἐκλογην τοῦ Μητροπολίτου γίνεται ἡ ἐγκαθίδρυσις αὐτοῦ διά Διατάγματος τοῦ Ὕπατου Ἁρμοστοῦ.

Ἄρθρον 2ον. Ἐν περιπτώσει χηρείας μιᾶς τῶν Ἐπισκοπῶν τῆς νήσου ὁ Μητροπολίτης μετά τῆς Ἐπισκοπικῆς Συνόδου ἐκλέγει τρεῖς ὑποψηφίους κληρικούς κεκτημένους τά ὁρισθησόμενα προσόντα καί ὑποβάλλει τόν κατάλογον αὐτῶν τῷ Ὑπάτῳ Ἁρμοστῇ ὅστις ἐκλέγει ἕνα, ὅν ἡ Ἐπαρχιακή Σύνοδος χειροτονεῖ, ὡς Ἐπίσκοπον. Μετά τήν χειροτονίαν ὁ Μητροπολίτης ἀναγγέλλει ταύτην τῷ Ὑπάτῳ Ἁρμοστῇ πρός ἔκδοσιν τοῦ σχετικοῦ τῆς ἐγκαθιδρύσεως Διατάγματος καί γνωρίζει τοῦτο καί τῇ Ἐκκλησίᾳ.

Ἄρθρον 3ον. Ὁ Μητροπολίτης Κρήτης διατηρῶν τήν ἐν τῷ Συνταγματίῳ τῶν Μητροπολιτῶν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου θέσιν αὐτοῦ, προσκαλούμενος ἐν τῇ σειρᾷ αὐτοῦ θά παρακάθηται ὡς μέλος τῆς Ἁγίας καί Ἱερᾶς Συνόδου.

Ἄρθρον 4ον.Αἱ ἐν τῇ Νήσῳ Κρήτῃ Ἱεραί Πατριαρχικαί καί Σταυροπηγιακαί Μοναί, διατηροῦσι τήν Σταυροπηγιακήν αὐτῶν ἀξίαν, μνημονεύουσιν ἐν αὐταῖς τοῦ Πατριαρχικοῦ ὀνόματος.

 Ἄρθρον 5ον. Ἡ Κρητική Πολιτεία ἀναλαμβάνει ἵνα ἀπέναντι τῶν νενομισμένων ἐτησίων δόσεων τῶν ἐν Κρήτῃ Ἱερῶν Σταυροπηγιακῶν Μονῶν καταβάλλῃ ἐτησίως εἰς τό Πατριαρχικόν ταμεῖον δραχμάς χρυσάς τετρακισχιλίας.

Ἄρθρον 6ον. Ἡ ἐν Κρήτη Ἐκκλησίᾳ φυλάττουσα ἀπαραμείωτα τά δόγματα, τούς Ἱερούς Κανόνας καί τάς τυπικάς διατάξεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, εἶναι ἐλεύθερα ἵνα κανονίσῃ πάντα τά λοιπά κατ’αὐτήν ἐν κοινῇ συμπράξει μετά τῆς Κρητικῆς Πολιτεῖας.

(Υπ.) Ὁ Κρήτης Εὐμένιος. Ἐλευθέριος Βενιζέλος».

Ὅ,τι ἀκριβές ἀντίγραφον ἐκ τοῦ ἐν τῷ σχετικῷ φακέλῳ κατατεθειμένου πρωτοτύπου καί τοῦ ἐν σελίδι 716,2, τοῦ Κώδικος τῶν Διοικητικῶν Πρακτικῶν τῆς Ἁγίας καί Ἱερᾶς Συνόδου τοῦ 1900, κατακεχωρισμένου κειμένου αὐτοῦ.

Ἐν τοῖς Πατριαρχείοις, τῇ 20ῇ Δεκεμβρίου 1933 Ὁ Ἀρχιγραμματεύς τῆς Ἁγίας καί Ἱερᾶς Συνόδου. Σφραγίς.

Ἡ ἀπάντηση στό ἐρώτημα γιά τή σημασία τῆς Σύμβασης τοῦ 1900 στήν Ἐκκλησία τῆς Κρήτης περιορίστηκε δοθέντος ὅτι ὁ Μελέτιος Μεταξάκης ἐκδήμησε τό 1935 καί ἡ παροῦσα ἀνακοίνωση ἀναφέρεται σ’αὐτή τήν περίοδο.

Τό 1932 ἔχομε τή δημοσίευση τοῦ Ν. 5621 πού περιόριζε τίς ἀρχιερατικές ἕδρες στήν Ἑλλάδα καί στήν Κρήτημία σέ κάθε νομό.

Μετά τήν ἐκδημία τοῦ Κρήτης Τίτου τό 1933, τό Πατριαρχεῖο ὅπως εἴδαμε ἐξέλεξε Κρήτης τόν Ρεθύμνης καί Αὐλοποτάμου Τιμόθεο Βενέρη. Δοθέντος ὅμως ὅτι ὁ Ν. 5621/32 περιορίζει τίς ἀρχιερατικές περιφέρειες σέ μία ἀνά νομό καί  ὅτι, ὅταν πέθαινε ὁ ἕνας ἀπό τούς ἀρχιερεῖς τοῦ νομοῦ ἐκτείνονταν ἡ ἀρχιερατική περιφέρεια τοῦ ἑτέρου σ’ὅλο τό νομό, ἐάν δέ ὁ ἐπιζῶν ἀρχιερεύς δέν εἶχε τήν ἕδρα του στήν πρωτεύουσα τοῦ νομοῦ ἐρχόταν καί κατά τό νόμο αὐτοδικαίως ἐγκαθίστατο σ’αὐτήν, προέκυψε μέ τήν ἐκλογή τοῦ Τιμοθέου μεῖζον ζήτημα, καί τοῦτο γιατί ὁ Ἀρκαδίας Βασίλειος πού εἶχε τήν ἐπισκοπική του περιφέρεια στό νομό Ἡρακλείου, κατά τό νόμο 5621 διεκδικοῦσε τήν ἐγκατάστασή του στό Ἡράκλειο, πρωτεύουσα τοῦ ὁμώνυμου νομοῦ. Ἄν συνέβαινε ὅμως αὐτό ὁ Ἀρκαδίας Βασίλειος θά γινόταν παράλληλα καί πρόεδρος τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας. Γιά τήν ὑπόθεση ἀποφάνθηκε τό Συμβούλιο Ἐπικρατείας, ἡ ἀπόφαση τοῦ ὁποίου στηρίχτηκε στή Σύμβαση τοῦ 1900, μέ βάση τήν ὁποία ἐξελέγη ὁ Κρήτης Τιμόθεος, δοθέντος ὅτι ὁ Ἀρκαδίας Βασίλειος ἀπό τήν πλευρά του ἐνεργοῦσε κατά τό νόμο τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Εἶναι χαρακτηριστικό τό γεγονός ὅτι ὁ Τραπεζοῦντος Χρύσανθος, πού ἐνεργοῦσε στήν Ἀθήνα ὡς ἀποκρισάριος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου, ἀναζητοῦσε τήν ἐπικυρωμένη Σύμβαση τοῦ 1900, ἡ ὁποία εἶχε ὑπογραφεῖ ἀπό τό Πατριαρχεῖο ὡς νομικό πρόσωπο Δημοσίου Διεθνοῦς Δικαίου καί τήν Κρητική Πολιτεία. Ἡ ἀπόφαση τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας στηρίχτηκε στή Σύμβαση καθώς ἐπίσης καί στή διάθεση νά μή μειωθεῖ τό κῦρος τοῦ Πατριαρχείου. Μετά τήν ἔκδοση τῆς ἀπόφασης ἡ Ἑλληνική Πολιτεία προχώρησε στή δημοσίευση τοῦ διατάγματος γιά τήν ἐγκατάσταση τοῦ μητροπολίτη Κρήτης Τιμοθέου Βενέρη καί τό Πατριαρχεῖο ἐπέπληξε τόν Ἀρκαδίας Βασίλειο Μαρκάκη.  

Ὁ νέος μητροπολιτης Κρήτης Τιμόθεος, δυναμικός καί λόγιος ἱεράρχης, κατανόησε ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῆς Κρήτης ἤ θά ἔπρεπε νά ἀναδιοργανωνόταν μέ τήν ἐπανίδρυση τῶν ἐπισκοπῶν καί τή συγκρότηση Συνόδου ἤ θά ἐνσωματωνόταν στήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος.

Στίς 25 Ὀκτωβρίου 1935 δημοσιεύτηκε στήν Ἐφημερίδα τῆς Κυβέρνησης νόμος, μέ βάση τόν ὁποῖο «καταργεῖται ὁ Νόμος 5621 ‘‘περί τροποποιήσεως τοῦ Νόμου τῆς ἐν Κρήτῃ Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας’’ καί τῆς συμβάσεως τοῦ 1900 μεταξύ τῆς Α.Β.Υ. τοῦ πρίγκηπος Γεωργίου Ὑπάτου Ἁρμοστοῦ ἐν Κρήτῃ καί τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου».

Μέ τόν ἴδιο νόμο ἡ Μητρόπολη καί οἱ Ἐπισκοπές τῆς νήσου γινόταν νομικά πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου, ἐνώ τοῦτο πρόσφατα ἐπί Κρήτης Εἰρηναίου ἴσχυσε γιά τήν Ἐπαρχιακή Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας Κρήτης.

 Στήν Ἐκκλησία τῆς Κρήτης μετά τή διμοσίευση τοῦ παραπάνω νόμου εἶχαν ἀπομείνει μέ τό μητροπολίτη Τιμόθεο δύο ἐπίσκοποι, ὁ Ἀρκαδίας Βασίλειος καί ὁ Πέτρας Διονύσιος. Κατά τή μεταβατική διάταξη τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ παραπάνω νόμου, πού ἐκφράζει τή θέληση τοῦ Τιμοθέου γιά τήν ἀνασύσταση τῆς Ἐκκλησίας Κρήτης, συνεδρίασε ὁ Κρήτης μέ τούς δύο ἐπισκόπους καί κατάρτισαν δωδεκαμελῆ κατάλογο ὑποψηφίων πού διαβιβάστηκε στό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο. Ἡ πατριαρχική Σύνοδος ἐκ τοῦ καταλόγου αὐτοῦ ἐξέλεξε πέντε νέους ἐπισκόπους, οἱ ὁποῖοι χειροτονήθηκαν στήν Κρήτη ἀπό τόν Κρήτης Τιμόθεο Βενέρη καί ἐτσι συγκροτήθηκε καί πάλι ἡ Ἐκκλησία τῆς Κρήτης. Συμπερασματικά μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι χωρίς τή Σύμβαση τοῦ 1900, τήν ὁποία ἐπικαλέστηκε ὁ Τραπεζοῦντος Χρύσανθος στό Συμβούλιο Ἐπικρατείας ὡς κείμενο μέ ἰσχυρότερη νομική ὑπόσταση ἀπό τό Ν. 5621/32, τό πατριαρχεῖο θά εἶχε ἀπωλέσει τό δικαίωμα τῆς ἐκλογῆς τοῦ μητροπολίτη τότε καί ἀρχιεπισκόπου σήμερα τῆς Κρήτης.

Ἡ Σύμβαση τοῦ 1900 ἀναφέρεται ἐπίσης στόν ἀναγκαστικό νόμο πού ἀνασυγκρότησε τήν Ἐκκλησία τῆς Κρήτης καί μάλιστα γιά πρώτη φορά ἔχουμε ἐπίσημη άναφορά τῆς Σύμβασης στήν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως. Δοθέντος ὅτι ἡ Βουλή τῆς Κρητικῆς Πολιτείας μετά τήν ψήφιση τοῦ Συντάγματος διαλύθηκε γιά νά συνέλθει μετά ἀπό δύο χρόνια καί ὅτι ὁ ἡγεμόνας μέ τό Συμβούλιο στό πλαίσιο τοῦ Συντάγματος θά δημοσίευαν τούς σχετικούς νόμους, ἡ Σύμβαση τοῦ 1900, ὅπως καί ὁ Καταστατικός Χάρτης, δέν ψηφίστηκε ἀπό τό σῶμα. Περιέργως ὅμως ἡ Σύμβαση δέ βρίσκεται δημοσιευμένη στήν Ἐφημερίδα τῆς Κρητικῆς Πολιτείας, αἴρει ὡστόσο ἡ Σύμβαση τήν ἰσχύ της ἀπό τήν πρακτική της ἐφαρμογή. Εὐκόλως ἀπό τά παραπάνω συνάγομε τή σημασία πού διεδραμάτισε ἡ Σύμβαση τοῦ 1900 στή μετέπειτα πορεία τῆς Ἐκκλησίας Κρήτης.

Ἕνα ἐνδιαφέρον θέμα πρός μελέτη καί ἔρευνα εἶναι οἱ σχέσεις τοῦ Μελετίου Μεταξάκη μέ τήν Κρήτη. Ὑπάρχει μιᾶ φωτογραφία στή Μονή Ἀγκαράθου ὅπου ὁ Μελέτιος παρακάθεται μέ ὅλη τή Σύνοδο κατά τά πρέσβεια τῶν ἐπισκόπων. Κρήτης εἶναι ὁ Τίτος καθήμενος δεξιά τοῦ Πατριάρχη καί ἀκολουθοῦν οἱ: Ἀρκαδίας Βασίλειος, Ρεθύμνης Τιμόθεος, Κυδωνίας Ἀγαθάγγελος, Λάμπης Ἀγαθάγγελος, Ἱεροσητείας Ἀμβρόσιος, Πέτρας Διονύσιος, Κισάμου Ἄνθιμος. Ἡ φωτογραφία εἶναι μεταξύ τοῦ 1923 ὅτε ὁ Διονύσιος ἐξελέγει Πέτρας καί τοῦ 1933 ὅτε ὁ Κρήτης Τίτος ἐξεδήμησε.