ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΣΕΒ. ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΑΡΚΑΛΟΧΩΡΙΟΥ, ΚΑΣΤΕΛΛΙΟΥ ΚΑΙ ΒΙΑΝΝΟΥ κ. ΑΝΔΡΕΑ ΣΤΟΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΟ ΝΑΟ ΣΤΟ ΦΑΝΑΡΙ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΟΡΤΗ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΙΕΡΑΡΧΩΝ
(30-1-2005)

          Μας αξιώνει η Χάρις του εν Τριάδι ζώντος Θεού εις την Πόλιν ημών την αιώνιον, την και καθέδραν του Γένους των της Οικουμένης Ορθοδόξων, Παναγιώτατε Δέσποτα, σεβάσμια των Ιεραρχών χορεία, πατέρες και αδελφοί, να εορτάζωμεν και να πανηγυρίζωμεν Βασίλειον τον Μέγα, Γρηγόριον τον Θεολόγον και Ιωάννην τον Χρυσόστομον: τους τρεις μεγίστους φωστήρας, οίτινες, φωτιζόμενοι υπό της χάριτος του Παναγίου και τελεταρχικού πνεύματος, διέγραψαν την εκκλησιαστικήν αυτών διακονίαν μετά παρρησίας, συνέσεως και απλότητος αλλά και μετά τόλμης και αποφασιστηκότητος, οσάκις το προς την Εκκλησίαν χρέος και ευθύνη τούτο  επέβαλεν.

 Η πρόνοια του Θεού ηυδόκησε οι δύο εκ των Τριών Ιεραρχών, ο Γρηγόριος ο Θεολόγος και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, να ανέλθουν εις την πρωτόθρονον πατριαρχικήν καθέδραν του «επισημοτάτου θρόνου» της Κωνσταντινουπόλεως. Ο δε Οικουμενικός Θρόνος, τον οποίον εκλέησαν, τιμά και κατά το παρόν έτος  «τους την οικουμένην ακτίσι, δογμάτων θείων πυρσεύσαντας».

 

 Ο κόσμος της πολυθεΐας, του συγκρητισμού και της ειδωλολατρείας είχε διαγράψει την τροχιάν της πολιτιστικής του πορείας. Ο Ευρυπίδης εις τας τραγωδίας του και ο βωμός προς τον άγνωστον Θεόν εις τας Αθήνας εσηματοδότουν το τέλος της κλασικής αρχαιότητος: επί σκηνής επισήμως αμφισβητούνται οι Θεοί και εις την αρχαίαν αγοράν αναζητείται ο Θεός, ο δε Προμηθεύς πασσαλωμένος εις τον Καύκασον εν απογνώσει θα αναφωνήση: «ένας Θεός θα μας σώση»· ο Θεός της αγάπης,  της ειρήνης, της ελπίδος, της καταλλαγής, ο προσωπικός Θεός των πατέρων ημών και της πίστεως ημών εν τω προσώπω του σαρκωθέντος, σταυρωθέντος και αναστάντος Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.

 Ο πολιτισμός της κλασικής ελληνικής αρχαιότητος και των ελληνιστικών χρόνων δεν κατέστη μουσειακός, όπως άλλοι πολιτισμοί της Ανατολής. Τον προστάτεψαν αι μακεδονικαί σάρισαι του Μεγάλου Αλεξάνδρου, αι οποίαι και τον διέδωσαν εις την οικουμένην·  διεφύλαξαν όμως και διέσωσαν αυτόν οι Πατέρες της Εκκλησίας, προπορευομένων των Τριών Ιεραρχών. Ο ελληνικός και ελληνιστικός πολιτισμός μετεσχηματίσθη και διεσώθη, διότι τον υιοθέτησεν η Ορθόδοξος Εκκλησία. Κατέστησεν αυτόν πολιτισμόν της οικουμενικής αυτοκρατορίας, η συνείδησις της οποίας ενοηματοδοτείτο και ωξυγονώνετο υπό της Μεγάλης του Χριστού της Κωνσταντινουπόλεως Εκκλησίας. Η σχέσις της Εκκλησίας μετά της ελληνικής σκέψεως και φιλοσοφίας υπήρξεν διακριτική και επιλεκτική. Όμως η ελληνική γλώσσα ήτο δια τους Τρεις Ιεράρχας και δια τους λοιπούς Πατέρας της Εκκλησίας το όργανον της επικοινωνίας·, παραμένει δε έως της σήμερον, με τελευταία τα έργα του Γέροντος Σωφρονίου του Έσσεξ. Καθιστόντες οι Τρεις Ιεράρχαι την ελληνικήν γλώσσαν όργανον εκκλησιαστικόν, προσέδεσαν και εταύτισαν αυτήν με την διαχρονικότητα της Εκκλησίας, «την πάντα νουν υπερέχουσαν», και με την οικουμενικότητα της Μεγάλης του Χριστού της Κωνσταντινουπόλεως Εκκλησίας. Οικουμενικότης του Πατριαρχείου, διαχρονικότης της Εκκλησίας και διαφύλαξις της αληθείας δια την Θεότητα του Χριστού  απετέλεσαν τας ζωοποιούς δυνάμεις της Θεοκεντρικής αυτοκρατορίας.

Εισέρχεται εις την Ιστορίαν δια της ιδρύσεως και των εγκαινίων της Πόλεως ημών τον Μάϊον του 330 και έχει ως έδραν την Πόλιν ταύτην, ήτις έμελλε - Θεία Οικονομία - να αποτελέση εις το διηνεκές το θρησκευτικόν κέντρον του ανά την οικουμένην Γένους των ορθοδόξων. Ο Μέγας Κωνσταντίνος, εγκαθιστάμενος εις την Επτάλοφον, εσηματοδότησεν το όραμα δια την έναρξιν της οικοδομήσεως εις την Ανατολήν της ορθοδόξου οικουμενικής χριστιανικής αυτοκρατορίας. Δεν είναι τυχαίον ότι εις τας λειτουργίας τας οποίας συνέγραψαν ηύχοντο: ο Μέγας Βασίλειος «μνήσθητί Κύριε της Αγίας σου Καθολικής και Αποστολικής  Εκκλησίας της από περάτων έως περάτων της οικουμένης και ειρήνευσον αυτήν» και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος «έτι προσφέρομέν σοι την λογικήν ταύτην λατρείαν υπέρ της οικουμένης», διότι εβίουν την οικουμενικότητα και την παγκοσμιότητα της Εκκλησίας,. Τους ανωτέρω λόγους μέχρι σήμερον επαναλαμβάνομεν άπαντες ημείς οι ορθόδοξοι κληρικοί εις εκάστην Θείαν Λειτουργίαν.

Η Μεγάλη του Χριστού της Κωνσταντινουπόλεως Εκκλησία αναδέχεται την οικουμενικότητα της αυτοκρατορίας, όταν το 1453 ο Μωάμεθ ο Πορθητής καταλαμβάνει την Πόλιν και εγκαθίσταται εις αυτήν και εις σύνολην την αυτοκρατορίαν ως η νέα πολιτική  εξουσία. Η αναδοχή αύτη διασφαλίζεται δια της παραχωρήσεως προς τον Γεννάδιον, τον πρώτον πατριάρχην μετά την άλωσιν, των προνομίων υπό του Σουλτάνου, ο οποίος θεωρούσεν εαυτόν νόμιμον διάδοχον της αυτοκρατορίας δια τούτο, κατά την επίθυμίαν του, ενταφιάζεται μεταξύ των Βυζαντινών αυτοκρατόρων.

Τα προνόμια παραχωρούνται εν τω πλαισίω των δικαιωμάτων τα οποία το ισλαμικόν δίκαιον διασφαλίζει εις τας μονοθεϊστικάς θρησκείας. Η παραχώρησις των προνομίων προϋπέθετε την αποδοχήν της νομιμότητος του Σουλτάνου. Δια των προνομίων τα μιλέτια, το ισλαμικόν, το αρμενικόν, το εβραϊκόν και το ιδικόν μας, το ρωμαίικον-ορθόδοξον, ωργάνωναν την θρησκευτικήν και κοινωνικήν των ζωήν εντός του διοικητικού πλαισίου του μιλετιού των. Οικουμενικόν Πατριαρχείον, Οικουμενικός Πατριάρχης, Αγία και Ιερά Σύνοδος εις την πόλιν ταύτην, και από το 1601 ενταύθα, εις τον πανίερον τούτον χώρον, συγκροτούν το κέντρον εις το οποίον έχουν την αναφοράν των όλοι οι ορθόδοξοι χριστιανοί της αυτοκρατορίας, ανεξαρτήτως γλωσσικών η άλλων επί μέρους πολιτιστικών διαφορών.

Το Οικουμενικόν Πατριαρχείον και κατ' αυτήν την δευτέραν περίοδον της οικουμενικής του αποστολής θα διαφυλάξη την ορθόδοξον πνευματικήν παρακαταθήκην και την πολιτιστικήν ταυτότητα όλων ανεξαιρέτως των ορθοδόξων, οι οποίοι διαβιούν εντός των ορίων της πολυπολιτισμικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας των μιλετιών. Ορθόδοξα Βαλκάνια της ειρήνης, της καταλλαγής και της αδελφοσύνης, τα Βαλκάνια της κοινωνίας των πολιτών υπάρχουν και διαμορφώνονται, διότι το Πατριαρχείον, αθορύβως και στωικώς επορεύετο εις τας δυσβάτους ατραπούς της Επταλόφου φέρον εις δισέκτους καιρούς επί των ώμων τον σταυρό με καρφωμένον το αναστάσιμον σώμα του Κυρίου ημών.

Το Φανάρι, ως κέντρον και ηγεσία του ρουμ μιλετιού των ορθοδόξων σεβάστηκε τας γλωσσικάς και τα λοιπάς ιδιαιτερότητας του κοινού των ορθοδόξων σώματος. Αυτάς άλλωστε τας διαφοράς καταλλήλως ανέδειξαν και αξιοποίησαν κατά τον 19ον και τον 20ον αιώνα αι νέαι κοινωνικαί δυνάμεις των Βαλκανίων, όταν υπό την επίδρασιν της αρχής των εθνοτήτων, προχώρησαν εις τας επαναστατικάς διεργασίας συγκροτήσεως των εθνικών κρατών εις τα οποία το Οικουμενικόν Πατριαρχείον παρεχωρούσεν τα αυτοκέφαλα και ιδρύοντο αι εθνικαί Εκκλησίαι.

Η γλώσσα του ρουμ μιλιέτ των ορθοδόξων, καθ' όλην την διάρκειαν και της δευτέρας ταύτης περιόδου της ιστορίας του  Οικουμενικού Θρόνου εξακολούθησεν να είναι η ελληνική, η γλώσσα δηλαδή των Τριών Ιεραρχών. Η γνώσις άλλωστε της ελληνικής γλώσσης αποτελούσεν την εκ των ουκ άνευ προϋπόθεσιν δια να ανέλθη ο χριστιανός εις κάθε κοινωνικήν βαθμίδα του μιλετιού, εκκλησιαστικήν, εκπαιδευτικήν, οικονομικήν, εις εκείνην την κοινωνίαν, όπου ο Ρωμιός αυτοπροσδιορίζεται υπό της ορθοδόξου πίστεως και η αυτοσυνειδησία αυτού πρωτίστως εδράζεται επί της εκκλησιαστικής αυτού συνειδήσεως και ταυτότητος.

Η Μεγάλη του Γένους Σχολή, τα πεντακόσια πενήντα έτη συνεχούς λειτουργίας της οποίας εορτάζομεν, διεμόρφωνε και διεφύλαττε, ομού μετά των λοιπών εκπαιδευτηρίων του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ταύτην ακριβώς την συνείδησιν της ελληνοφώνου ρωμιοσύνης εις το πολύγλωσσον «κοινόν των ορθοδόξων».

Η εποχή της νεωτερικότητος, δια της ολοκληρώσεως των εθνοκρατικών υποστάσεων εις τα Βαλκάνια εν μέσω επωδύνων διεργασιών, εθνοκτόνων πολέμων, πληθυσμιακών άνταλλαγών, και εν συνεχεία αι εντός των κρατών ιδεολογικαί συγκρούσεις, διώξεις και αντιπαραθέσεις είναι μία νέα περίοδος. Κύριον γνώρισμα αυτής η, κατά το μεγαλύτερον τμήμα του 20ου αιώνος, εντός των τειχών του ιστορικού κέντρου διαβίωσις εν προσευχή, σιωπή και περισυλλογή των αοιδήμων προκατόχων της Υμετέρας Παναγιότητος. Κατά την ιδίαν ταύτην περίοδον και εποχήν, προς το τέλος του 20ου και τας αρχάς του 21ου αιώνος, ο κόπος, ο μόχθος και ο αγών της Υμετέρας Παναγιότητος δια το Πατριαρχείον με τας πορείας της αγάπης, της ειρήνης και της καταλλαγής, ουχί μόνον εις τας επαρχίας του Υμετέρου Θρόνου, αλλά και εις άλλας Εκκλησίας, χριστιανικάς ομολογίας και θρησκείας, διαφυλάττουν και εδραιώνουν, χάριτι Θεού, βοηθούσης δε της διεθνούς συγκυρίας, τον οικουμενικόν προορισμόν της πρωτοθρόνου Εκκλησίας, όπως οι Τρεις Ιεράρχαι ωραματίσθησαν και παρέδωσαν αυτόν εις ημάς.

Η ανανεωμένη προοπτική ενότητος του ευρωπαϊκού κόσμου, τον οποίον προσωρινώς είχαν χωρίσει πεπερασμένα ιδεολογοπολιτικά τείχη,  επιφυλάσσει νυν έτι ευρύτερον και ισχυρότερον ρόλον εις την οικουμενικήν Μεγάλην του Χριστού Εκκλησίαν της Κωνσταντινουπόλεως. Υπήρξεν όντως πρόδρομος αυτής της σημαντικής προοπτικής η επανειλημμένη πρόσκλησις της Υμετέρας Παναγιότητος υπό των ηγετών της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και υπήρξεν προφητική η εμπνευσμένη παρουσία και ο λόγος Αυτής εις τε το Κοινοβούλιον των εκπροσώπων των ευρωπαϊκών λαών και εις τα άλλα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Θα ήτο χρήσιμον να ερμηνευθή δεόντος και να αξιολογηθή μετ' ακριβείας υπό των οραματιστών του νέου κόσμου η ιστορική σημασία και το βάρος της πνευματικής παρουσίας της Μεγάλης Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως εις τον αναδιοργανούμενον και ταχέως εξελισσόμενον ευρωπαϊκόν κόσμον.

Εντός της προοπτικής ταύτης και η επαναλειτουργία της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης αποκτά την σημασίαν γεγονότος ου μόνον Πανορθοδόξου ενδιαφέροντος, αλλά ενός συμβάντος καταφάσεως των θεμελιωδών αξιών της Ευρώπης, συμβάντος αυτονοήτου μεν ευρωπαϊκής καθημερινότητος, εξόχου δε συμβολικής και πρακτικής σημασίας κατά την παρούσαν ιστορικήν συγκυρίαν.

Η δε ένταξις εις την Ευρωπαϊκήν Ένωσιν της χώρας εις την οποίαν η Ιστορία εναπέθεσεν το Οικουμενικόν Πατριαρχείον, διαμορφώνει ευοίωνες και παρήγορες προοπτικές δια το μέλλον του πατριαρχικού θεσμού, συναρτωμένη μετά της ειρήνης, της προκοπής και της κοινωνικής δικαιοσύνης απάντων των λαών της ευρυτέρας περιοχής, ανεξαρτήτως των πολιτιστικών των παραδόσεων. Η παρήγορος αύτη προοπτική έρχεται να δικαιώση τους μόχθους και τας αγωνίας της Υμετέρας Παναγιότητος, σηματοδοτούσα, χάριτι Θεού, το τέλος και την αρχήν μίας νέας περιόδου, μίας τομής εις την διαχρονικήν και οικουμενικήν πορείαν του πανσέπτου πατριαρχικού θεσμού, εις την έδραν του, την οικουμενικήν ταύτην Πόλιν, «την προκαθεζομένην της Ευρώπης», της ηνωμένης πλέον Ευρώπης, εις την οποίαν η Πόλις όλων ημών, η Πόλις των ζώντων μνημείων των πολιτισμών και των θρησκειών, εξακολουθεί, από της ιδρύσεώς της έως των ημερών μας, να διαδραματίζη παγκοσμίως ρόλον καθοριστικόν. Η Πόλις πορεύεται εν μέσώ των πολλαπλών και κάποτε δραματικών ανακατατάξεων του κόσμου και της ιστορίας, άλλοτε εκ των δικών μας σφαλμάτων, των εκ της πτωτικής καταστάσεως της κτιστότητος ημών, και άλλοτε εκ φυσικών καταστροφών, όπως η πρόσφατος θεομηνία, την οποίαν υπέστη εις την Νοτιοανατολικήν Ασίαν η κτιστή φύσις και τα εκεί ευρισκόμενα κτιστά πρόσωπα.

          Το έλεος, η πρόνοια και η φιλανθρωπία του Κυρίου ημών, χάριτι του ορθοδόξου της οικουμένης Γένους, κατά το πέρασμα των δεκαεπτά αιώνων εδοκίμασεν, αλλά δεν εγκατέλειψεν ούτε απέστρεψεν το πρόσωπόν Του εκ της οικουμενικής ταύτης πρωτοθρόνου Εκκλησίας. Διότι ο οικουμενικός θρόνος τυγχάνει θεματοφύλαξ παρακαταθήκης, ην εναπέθεσαν και παρέδωσαν μέχρι των ημερών ημών «εκ της Τριάδος οι πρόμαχοι», «τα της χάριτος όργανα», «οι μετά τους δώδεκα Απόστολοι».

 Οι Τρεις Ιεράρχαι, «των Αποστόλων ομότροποι», ορμώμενοι εκ των εκκλησιαστικών κέντρων της Αντιοχείας και της Καππαδοκίας, εβίωσαν εν προσευχή ως αρχιθύται και αρχιποιμένες την λειτουργικήν και μυστηριακήν ζωήν της Εκκλησίας ημών. Εκαθάρθη των παθών η καρδία αυτών και εφωτίσθη ο νους αυτών υπό της χάριτος του Παναγίου και τελεταρχικού Πνεύματος. Ουδόλως δε τυχαίως, τουναντίον μάλιστα, η πρόνοια του Θεού οδήγησεν τους Τρεις Ιεράρχας εις τα μοναστικά κέντρα της Ανατολής.

 «Οι τρεις της ανωτάτω θεράποντες Τριάδος» δια της καθάρσεως κατέστησαν πρόμαχοι, ιερομύσται και διδάσκαλοι της ορθοδόξου πίστεως. Εστήριξαν την Εκκλησίαν και  διεφύλαξον  αυτήν εκ της αιρέσεως του Αρειανισμού. Ομιλούντες, διδάσκοντες, κηρύττοντες και φιλονικούντες δια την θεότητα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, δεν ωθούντο προς τούτο υπό ατομικού η νοησιαρχικού φρονήματος ούτε εταύτιζον την εσχατολογικήν προοπτικήν και σωτηριολογίαν της Εκκλησίας με πεπερασμένας ιδεολογίας και παρερχόμενα σχήματα του κόσμου τούτου. Αντιθέτως εξέφραζον το εσωτερικόν των βίωμα, το απορρέον εκ του ταμείου της εκκλησιαστικής χάριτος, καθιστάμενοι οι ίδιοι «της Εκκλησίας τα μεγάλα προπύργια», «σοφοί διδάσκαλοι της οικουμένης, οι Θεόν δοξάσαντες».

Δια να διαφυλάξουν και δια να παραδώσουν εις ημάς το βίωμα της θεότητος του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ήλθον εις ρήξιν μετά της νοησιαρχίας του Αρειανισμού, όστις εγκλωβισμένος εις τας εγκεφαλικάς διεργασίας του αδυνατούσε να προσλάβη δια της θείας χάριτος και να γνωρίση δια της προσευχής την θεότητα του Χριστού.

Οι Τρεις Ιεράρχαι εγνώριζαν ότι, αν η Εκκλησία δεν παρέδιδεν και δεν διεφύλαττεν εις τους επιγενομένους του σώματός της την θεότητα του θεανθρώπου Χριστού, και ως εκ τούτου την δυνατότητα του κτιστού και φθαρτού ανθρώπου να καταστή δια της λειτουργικής και μυστηριακής ζωής κατά χάριν μέτοχος και κοινωνός των ενεργειών του τριαδικού Θεού, αναγενόμενος ο ίδιος και αναγεννών την κτιστήν φύσιν, τότε ο άνθρωπος θα ήτο καταδικασμένος εις το φθαρτόν, το κτιστόν και πεπερασμένον πεπρωμένον της καταγωγής του, της εθνοφυλετικής προελεύσεώς του και των λοιπών χωροχρονικών του περιορισμών.

Όμως η Εκκλησία του Χριστού είναι οικουμενική διότι ο Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός, δια της θεϊκής φύσεως, υπερβαίνει τα ανθρώπινα και προσκαλεί τον κάθε άνθρωπον εις την υπέρβασιν της κτιστής φύσεώς του, δια της κοινωνίας του με τον Θεόν: «όσοι γαρ εις Χριστόν εβαπτίσθητε, Χριστόν ενεδύσασθε [...], ουκ ένι δούλος ουδέ ελεύθερος, ουκ ένι άρσεν και θήλυ· πάντες γαρ υμάς έστε εν Χριστώ Ιησού[...]» (Γαλ.Γ, 28-29).

          Ο εσχατολογικός και σωτηριολογικός αυτός προορισμός της ορθοδόξου Εκκλησίας, της στόχον εχούσης την κοινωνίαν των ανθρώπων μετά του Θεού, τη ελευθέρα συγκαταθέση του ανθρώπου, έχει ανάγκην εκκλησιαστικού κέντρου καθαγιασμένου εκ των Συνόδων, εκ της Ιστορίας και εκ της αδιάλειπτου σταυρικής πορείας και μαρτυρικής προσφοράς, και εις το κέντρον αυτό, εις το Οικουμενικόν Πατριαρχείον, η χάρις του Θεού αξιώνει να εορτάζωμεν τους Τρεις Ιεράρχας, εν μέσω ελπιδοφόρων προοπτικών και, ως ειπείν, ουρίων ανέμων.

 Το μέγα γεγονός της ορατής ευλογίας και παρουσίας των αγίων και ιερών λειψάνων δύο εκ των Τριών Ιεραρχών, Γρηγορίου του Θεολόγου και Ιωάννου του Χρυσοστόμου, των και προκατόχων της Υμετέρας Θεοτιμήτου Παναγιότητος, η συμπλήρωσις των εορταστικών εκδηλώσεων δια τα 550 έτη συνεχούς λειτουργίας της Μεγάλης του Γένους Σχολής κατά την πανεπισημοτάτην ημέραν καθ' ην ιδιαιτέρως εορτάζει ο κόσμος της Παιδείας και των Γραμμάτων,  ημέραν την οποίαν λαμπρύνει η παρουσία της Υπουργού Παιδείας της Ελλάδος, επιτρέπουν εις ημάς να ατενίζομεν το μέλλον με αισιοδοξίαν και πίστιν.

Χάριτι Θεού, η Μεγάλη του Χριστού της Κωνσταντινουπόλεως Εκκλησία χίλια επτακόσια χρόνια πορεύεται θλιβομένη αλλά μη πτοουμένη  και άνευ παρεκκλίσεων, διασώζει και διαγράφει την πανορθόδοξον, την παγχριστιανικήν, την διαθρησκειακήν αυτής αποστολήν και το οικουμενικόν χρέος εντός του νέου αιώνος. Η δημογραφική συρρίκνωσις ιστορικών λαών της Ευρώπης, αι μετακινήσεις λαών, θρησκειών και πολιτισμών, αι συνυπάρξεις πολλών πολιτισμών εις τον ίδιον χώρον, εις την ιδίαν πόλιν, η μόλυνσις και η καταστροφή του περιβάλλοντος, η πείνα και η εξαθλίωσις των αδελφών ημών  εις τον τρίτον κόσμον και αλλαχού, η κοινωνία των δύο τρίτων συναθροίζουν τα προβλήματα και τα αιτούμενα ενός νέου αιώνος, αγαλλίαση εις τα οποία ο Οικουμενικός Θρόνος, υπό την πεπνυμένην πηδαλιουχίαν και δι' ευχών της Υμετέρας Παναγιότητος, ομού δε μετά της περί Υμάς Αγίας και Ιεράς Συνόδου ως και της Συνόδου της Ιεραρχίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου, φιλοστόργως και αενάως ενσκύπτει, προσεύχεται, συλλογάται και αρθρώνει λόγον, στοιχούσα των λόγων και των βημάτων, των προσδοκιών και των οραματισμών, ους οι Τρεις Ιεράρχαι έθεσαν δια τον Οικουμενικόν τούτον Θρόνον κατά τον 4ον ήδη αιώνα από της Γεννήσεως του Χριστού, δι' ανακούφισιν, παρηγορίαν, πνευματικήν και κοινωνικήν ειρήνην, καταλλαγήν και επίλυσιν των απασχολούντων την παγκοσμιοποιουμένην κοινωνίαν προβλημάτων.
 

γ Copyright Ιερά Μητρόπολη Αρκαλοχωρίου, Καστελλίου και Βιάννου
Αρκαλοχώρι 70300, τηλ.2891024611,
fax.2891024612, email: imarkal1@otenet.gr