ΕΙΡΗΝΑΙΟΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ: Ο ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΠΡΩΤΟΠΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΡΓΩΝ ΑΓΑΠΗΣ

 

          Ἡ Ἐκκλησία τῆς Κρήτης, χάριτι Θεοῦ, κατά τόν 20ό αἰῶνα εὑρέθῃ στήν πρωτοπορία τῶν ἐκκλησιαστικῶν, διεκκλησιαστικῶν, διαχριστιανικῶν καί διαθρησκειακῶν ἐξελίξεων μέσα ἀπό τήν μαρτυρία καί τήν διακονία ἀγάπης λαμπρῶν ἱεραρχῶν, πού ἐδημιούργησαν τομή στήν ἐποχή των. Συνέδεσαν τό πέρασμά των ἀπό «τόν κόσμον τοῦτον τόν μικρόν, τόν μέγαν» καί ἄφησαν τήν σφραγῖδα των ἀνεξίτηλη, εἰς μνημόσυνον αἰώνιον, στό διάβα τῆς ἱστορίας.

          Χαρακτηριστικό παράδειγμα ἐν προκειμένῳ ἀποτελεῖ ἡ μορφή καί ἡ προσωπικότητα τοῦ Μητροπολίτου πρῴην Κισάμου καί Σελίνου Εἰρηναίου Γαλανάκη, τοῦ σοφοῦ Παπποῦ τῆς Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας Κρήτης. 

          Δέν εἶναι καθόλου τυχαῖο τό γεγονός ὅτι ὁ Γέρων Εἰρηναῖος, ὄντας ἐν ζωῇ καί εἰς τό βαθύν καί τετιμημένον γήρας, ἠξιώθη νά ἀπολάβῃ πολυμερῶς καί πολυτρόπως τίς ἀναγνωρίσεις τῶν ταγῶν τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς Πολιτείας. Τό γεγονός δέν εἶναι αὐτονόητο οὔτε πάντοτε ἐφαρμόσιμο, θά ἔπρεπε ὅμως νά ἀκολουθῆται σέ ἀνάλογες περιπτώσεις, διά τά ξεχωριστά ἐκκλησιαστικά πρόσωπα.

          Ἡ Ἐκκλησία τῆς Κρήτης, ἐντός τοῦ κλίματος τῆς ὁποίας ἐγεννήθη κατά Χριστόν, ἐγαλουχήθη, ἠνδρώθη καί ἐμεγαλούργησε ὁ πολιός Ἐπίσκοπος Εἰρηναῖος, ἀπέδωσε τήν εὐαρέσκειά της πρός τόν Ἱεράρχη. Τόν τίμησε ἀξιοχρέως καί ἔθεσε, μέ πρόταση τοῦ Μητροπολίτου Κισάμου καί Σελίνου κ. Ἀμφιλοχίου καί εἰσήγηση τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Κρήτης κ. Εἰρηναίου πρός τήν Ἱερά Ἐπαρχιακή Σύνοδο, ὑπό τήν αἰγίδα της τήν ἔκδοση τό 2008, τόν ὑπό τῆς Ἱ. Μητροπόλεως Κισάμου καί Σελίνου  «Χαριστήριο Τόμο». Μέ τήν κρητική ἀρχοντική παράδοση καί τήν ἀνιδιοτελῆ καί ἀπροσχημάτιστη ἐκκλησιαστική ἐμπειρία, ἡ Ἱερά Ἐπαρχιακή Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας Κρήτης, διά Συνοδικοῦ Γράμματος Αὐτῆς, ἐν ἑνί στόματι καί μιᾷ καρδίᾳ διετράνωσε ἐν ἔτει 2008 τά ἑξῆς:

«Ὡς Ἱεράρχαι τῆς ἐν Κρήτῃ Ἐκκλησίας πιστεύομεν ὅτι ὁ παρών Τόμος ἀποτελεῖ ὀφειλομένην ἀναγνώρισιν, τιμήν, εὐχαριστίαν καί ἀντίδωρον εὐγνωμοσύνης εἰς τόν Σεβασμιώτατον Ἀδελφόν ἡμῶν διά πάντα ὅσα Ἐκεῖνος ἀγαπητικῶς καί θεαρέστως προσέφερεν εἰς τήν Ἐκκλησίαν, ἐνῷ σκιαγραφεῖ ἀμυδρῶς τήν προσωπικότητα τοῦ πολιοῦ Ἱεράρχου, ὅστις ἀποτελεῖ κλέος διά τήν Ἐκκλησίαν τῆς Κρήτης. Ὁ Σεβ. Μητροπολίτης πρ. Κισάμου καί Σελίνου κ.κ. Εἰρηναῖος ἀδιαλείπτως καί ἀόκνως ἐπί δεκαετίας εἰργάσθη ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, ἠγάπησε τό Ποίμνιο αὐτοῦ καί ἠγαπήθη ὑπ’ αὐτοῦ, μετ’ ἀφοσιώσεως διηκόνησε τόν λαό τοῦ Θεοῦ, κατέλιπε δέ μέγα ἔργον, ποιμαντικόν, ἐκπαιδευτικόν, κοινωνικόν, φιλανθρωπικόν καί συγγραφικόν, πολύπλευρον, πολύκαρπον, εὐλογημένον παρά Θεοῦ... ἀπέκτησεν πανορθόδοξον καί διαχριστιανικόν κῦρος δι’ ὅσα ἐκοπίασεν ὑπέρ τῆς δόξης τοῦ Παναγίου Ὀνόματος τοῦ Θεοῦ. Δι’ ὅ εἶναι μέγας ὁ ἔπαινος αὐτοῦ ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, τοῦτο δ’ ἐξαγγέλει καί ὁ πρός τιμήν αὐτοῦ ἐκδοθείς παρών Τόμος».        

Ὁ δέ σεπτός Προκαθήμενος τῆς Ἐκκλησίας μας ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης Κύριος Κύριος Βαρθολομαῖος ὀνομάζει τόν Γέροντα Εἰρηναῖο «πρύτανη τῶν ἐν Κρήτῃ ἀδελφῶν συνιεραρχῶν καί ζῶν θησαυροφυλάκιον ἐκκλησιαστικῆς ἐμπειρίας καί πλουσιοκάρπου δημιουργικότητος». Ὁ Εἰρηναῖος Γαλανάκης γεννήθηκε στό Νεροχώρι Ἀποκορώνου τόν Αὔγουστο τοῦ 1911, σέ μία ἐποχή ὅπου οἱ φιλογενεῖς ὁραματισμοί, τοῦ διά πολλῶν αἱμάτων καί ἀγώνων εὐγενοῦς κρητικοῦ λαοῦ, ἔμμελον νά λάβουν σάρκα καί ὁστά τό 1913, μέ τήν ἕνωση τῆς ἁγιοτόκου καί ἡρωοτόκου Κρήτης μέ τήν Ἑλλάδα. Προηγήθηκαν οἱ ἐπαναστάσεις καί ἡ περίοδος τῆς αὐτόνομης Κρητικῆς Πολιτείας (1898-1913).

Ἡ ἱστορική συγκυρία πού ὁ Εἰρηναῖος ἦλθε στήν ζωή θά τολμούσαμε νά ποῦμε ὅτι ἐτύγχανε μέρος τῆς Θείας Πρόνοιας πρός τό πρόσωπο τοῦ τετιμημένου Ἱεράρχου, καθώς τά γενόμενα τῆς ἐποχῆς του συνετέλεσαν στή διάπλαση τῆς ἰδιοσυγκρασίας του καί στή διαμόρφωση τῆς προσωπικότητός του. Οἱ βαλκανικοί πόλεμοι καί οἱ πολεμικές  συγκρούσεις τοῦ Α’ καί τοῦ Β’ παγκοσμίων πολέμων μέ τίς φρικαλεότητες καί τίς ὁδυνηρές συνέπειές τους διά τόν σύγχρονο ἄνθρωπο, ἀποτέλεσαν τήν ἱστορική ἐκείνη πραγματικότητα ἐπί τῆς ὁποίας καί ἐμορφώθη ἡ ἀγάπη τοῦ νεαροῦ Εἰρηναίου πρός τόν πάσχοντα συνάνθρωπο καί ἐσφυρηλατήθη ἡ ἀγωνία του για τήν κοινωνική δικαιοσύνη. Γιά τόν σεβασμό τῶν πολιτιστικῶν ταυτοτήτων.

Ἐνθυμοῦμαι προσωπικές διηγήσεις τοῦ μακαριστοῦ Γέροντος Εἰρηναίου γιά τό θαυμασμό πού τοῦ προκαλοῦσαν οἱ ὁπλαρχηγοί καί τά πρωτοπαλίκαρα τῶν κρητικῶν ἀγώνων ὅταν μετέβαιναν σέ πανηγυρικές ἤ ἐθνικές ἐκδηλώσεις ἤ ὅταν συναθροίζοντο σέ κηδεῖες γιά νά ἐξοδιάσουν ἀποχωροῦντα συναρχηγό τους. Μέ νοσταλγία ἐπίσης ἐνεθυμεῖτο τίς ἐπισκέψεις πού ἀντάλλασαν μουσουλμάνοι καί χριστιανοί στίς θρησκευτικές τους πανηγύρεις, στούς γάμους ἤ στά γεννητούρια οἰκογενειῶν πού γειτνιάζαν.

 Ὁ νεαρός μαθητής τοῦ Ἱεροδιδασκαλείου τῆς ἱστορικῆς Ἱ. Μονῆς Ἁγίας Τριάδος Τζαγκαρόλων, ὁ μετέπειτα φοιτητής τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, ἦταν ὁ πρωτοπόρος τῶν ἀγώνων συνηλικιωτῶν του. Παρά τήν ἐπίδραση τῶν μεγάλων ἰδεολογικῶν ρευμάτων τῆς ἐποχῆς καί τήν συμμετοχή του τό 1944 στήν ἵδρυση τοῦ Χριστιανικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος Ἑλλάδος, ὁ νεαρός τότε Μιχαήλ θά συνειδητοποιήσῃ ὅτι τό ὅραμα γιά τήν κοινωνική δικαιοσύνη μέσα ἀπό τήν Χριστιανική διδασκαλία καί τήν ἐκκλησιαστική ἐμπειρία, ἀποκτοῦσε τήν λυσιτελή δυναμική καί προοπτική. Μέσα ἀπό τήν ὁδόν τῆς ἐν Χριστῷ ἀγάπης καί ζωῆς, ἠδύνατο νά ἐμπνεύσῃ τούς ἁπλούς ἀνθρώπους καί τούς κοσμικούς ἡγέτες στήν πραγματοποίηση τῆς κοινωνικῆς διδασκαλίας τῆς Ἐκκλησίας ὑπέρ τῆς προστασίας, τῶν ἐνδεῶν, τῶν πτωχῶν, τῶν ἀδυνάτων καί τῶν περιθωριοποιημένων συνανθρώπων μας, πού ἀποτελοῦσαν τήν ὀρατή εἰκόνα τοῦ Ζῶντος Θεοῦ, τοῦ κόσμου καί τῆς ἱστορίας. 

Ἡ ἐκκλησιαστική ὁπτική θέαση τῶν πραγμάτων θά ἐνυλωθῇ σέ ἔργο μέ τήν ἀφιέρωση τοῦ θεολόγου καθηγητῆ καί λαϊκοῦ ἱεροκήρυκα Μιχαήλ Γαλανάκη στήν Ἐκκλησία. Περιεβλήθη τό μοναχικό σχῆμα καί τό τετιμημένο ράσο στήν Μονή τῆς μετανοίας του, τήν Ἁγία Τριάδα, τόν Σεπτέμβριο τοῦ 1946, ἀπό τόν Γέροντά του Ἐπίσκοπο Κυδωνίας καί Ἀποκορώνου Ἀγαθάγγελο Ξηρουχάκη, πού τόν χειροτόνησε διάκονο καί πρεσβύτερο.

Ἡ διακονία του στήν Ἐκκλησιαστική Σχολή Κρήτης, ὡς ὑποδιευθυντοῦ καί καθηγητοῦ αὐτῆς, ἀπό τό 1947 καί ἐντεῦθεν θά ἀνοίξῃ ἕνα νέο κεφάλαιο στήν πνευματική ζωή τῆς Κρήτης, καθώς θά ἀναδείξῃ τόν χαρισματικό παιδαγωγό Εἰρηναῖο, ὡς ἐμπνευστή καί καθοδηγητή ἑκατοντάδων μαθητῶν ἀπό ὅλη τήν Κρήτη, πού θά στελεχώσουν ἀπό ἐπιτελικές θέσεις τούς διαφόρους τομεῖς τῆς ἐκκλησιαστικῆς διακονίας ὄχι μόνο βεβαίως στήν Κρήτη, τήν ναυαρχίδα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἀλλά καί σέ ἄλλες Ἐπαρχίες τοῦ Θρόνου: Εὐρώπη, Αὐστραλία, Ἀμερική.

Ἡ μετεκπαίδευση του στήν Lille καί τό Παρίσι στούς τομεῖς τῆς Πρακτικῆς Θεολογίας καί τῶν Παιδαγωγικῶν, θά ἐφοδιάσουν τόν νεαρό καί φέρελπι Ἀρχιμανδρίτη Εἰρηναῖο μέ τά ἐπιστημονικά ἐκεῖνα προσόντα, πού θά τοῦ ἐπιτρέψουν νά παρακολουθήσῃ βαθύτερα καί ἐντονότερα τίς κοινωνικοπολιτικές ζυμώσεις, τίς αὐξανόμενες προκλήσεις καί τίς ὑπαρξιακές ἀναζητήσεις ἑνός ραγδαίως μεταβαλλομένου κόσμου. Ὡς διανοούμενος θεολόγος καί κληρικός, ὁ Εἰρηναῖος θά πρωτοπορήσῃ καί πάλι, δυνάμενος νά ἐπικοινωνῇ μέ μεγάλη ἄνεση μέ τήν διανόηση τῆς ἐποχῆς του. Στόχος του ἡ προώθηση τῆς σύνδεσης Ἐκκλησίας καί διανόησης, ὡς βασική προσφορά καί μαρτυρία στήν ἐκκλησιαστική ἐμπειρία τοῦ συγχρόνου ἀνθρώπου.

Ἡ ἐπάξια ἀνάδειξή του εἰς Ἐπίσκοπον τῆς μικρῆς μέν, ἀλλ’ ἐν ταυτῷ μεγάλης, Ἐπισκοπῆς Κισάμου καί Σελίνου τόν Δεκέμβριο τοῦ 1957 καί οἱ δυσκολίες πού ἀντιμετώπισε γιά νά προκριθῇ καί νά ἐπιλεγῇ ἐκ τοῦ τριπροσώπου ἀπό τήν πολιτεία, θά ἀποτελέσῃ τήν ἀφορμή ὥστε ὁ λύχνος νά τοποθετηθῇ «ἐπί τήν λυχνίαν ἵνα λάμπῃ πᾶσι τοῖς ἐν τῇ οἰκίᾳ». Ὁ ἄσημος καί ἐλάχιστα γνωστός αὐτός τόπος τῆς δυτικῆς Κρήτης θά καταστῇ παγκοσμίως γνωστός χάριν στίς πρωτοπόρες καί ρηξικέλευθες ποιμαντικές, κοινωνικές καί διεκκλησιαστικές πρωτοβουλίες τῆς ἀγαπώσης καρδίας τοῦ Ἐπισκόπου Εἰρηναίου, ὁ ὁποῖος, ὡς πιστός οἰκονόμος τῆς Ἀρχιερατικῆς χάριτος, κατέστη «τύπος τῶν πιστῶν, ὁδηγός τυφλῶν, φῶς τῶν ἐν σκότει, παιδευτής ἀφρόνων, διδάσκαλος νηπίων».

Ἔχοντας ὡς ἀπαρέγκλιτον γνώμονα τό καινοδιαθηκικόν «πίστις δι' ἀγάπης ἐνεργουμένη», ἡ πολυδιάστατη καί πολυποίκιλη ἐπισκοπική δράση τοῦ Γέροντος Εἰρηναίου θά ἐξακτινωθῇ εἰς πλεῖστα ὅσα ἔργα ποιμαντικῆς μέριμνας καί  κοινωνικῶν ὑποδομῶν, μέσῳ τῆς δημιουργίας ἑνός τεραστίου διά τήν ἐποχή δικτύου ἀπό ὀρφανοτροφεῖα, γηροκομεῖα, οἰκοτροφεῖα, ἱδρύματα, τεχνικές καί οἰκοκυρικές σχολές, γυναικείους συλλόγους,  ναυτιλιακές ἑταιρείες, κ.ἄ.. Στήν Κρήτη ὑπάρχει εὐγενή ἅμιλλα μεταξύ τῶν ἱεραρχῶν σέ ἔργα κοινωνικῆς διακονίας καί ἀγάπης μέ πρωτοπόρους τόν Γορτύνης Τιμόθεο, μετέπειτα Κρήτης καί τόν Κισάμου Εἰρηναῖο. 

Ἡ ἐπισκοπική του μέριμνα περιελάμβανε τήν ἐπιμόρφωση τῶν λειτουργῶν καί τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας γιά μία ἀληθινή μαρτυρία τοῦ Εὐαγγελίου στόν κόσμο, τή μελέτη καί ἀντιμετώπιση τῶν συγχρόνων προβλημάτων, πού θά ἐνισχύσῃ τό ἔργο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐξωτερικῆς Ἱεραποστολῆς καί τόν διάλογο καταλλαγῆς καί ἀγάπης μεταξύ τῶν Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν.         

Κορυφαῖο πάντων καί ὁρόσημο τῆς ἐπισκοπικῆς σφραγῖδας του, ἡ ἔμπνευση καί δημιουργία τό 1968 τῆς Ὀρθόδοξης Ἀκαδημίας Κρήτης στό Κολυμβάρι, ἀπέναντι ἀπό τήν Ἱ. Μονή Γωνιᾶς, ὡς ἀπόδειξη τῆς ἀγωνίας τοῦ Ἐπισκόπου Εἰρηναίου γιά τήν προώθηση σχέσεων κατανοήσεως καί συνεργασίας μεταξύ τῆς Θρησκείας καί τῆς Ἐπιστήμης. Ἡ ἀπό τό 1963 ἀνυψωθεῖσα Ἐπισκοπή Κισάμου καί Σελίνου εἰς Ἱ. Μητρόπολη θά καταστήσῃ τήν Ὀρθόδοξη Ἀκαδημία, μέ διευθυντή της τόν Ἀλέξανδρο Παπαδερό, κέντρο διεκκλησιαστικοῦ καί διαχριστιανικοῦ ἐνδιαφέροντος ἀνά τόν χριστιανικό καί ὄχι μόνο κόσμο. Διοργανώθηκαν ἀναρίθμητα ἐπιστημονικά συνέδρια καί ἡμερίδες. Διά τόν Μητροπολίτην Εἰρηναῖο ἡ εὐόδωση τοῦ τιτάνιου αὐτοῦ ἔργου, κατά δήλωσή του, ἀποτελοῦσε «ἀπάντησιν τοῦ Θεοῦ στό πρόβλημα πού ἀντιμετώπιζα μέ τήν διανόησιν καί δωρεά Του».

Ἡ συμμετοχή τοῦ Εἰρηναίου Γαλανάκη στίς Γενικές Συνελεύσεις τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν στό Νέο Δελχί (1961) καί στήν Οὐψάλα (1968) ὡς μέλος τῆς Ἀντιπροσωπείας τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἡ ὑποδοχή στήν θεόσωστη Ἐπαρχίαν του, τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρα τό 1963 καί ἡ συνάντησή του τό 1965 μέ τόν Πάπα Ρώμης Παῦλο ΣΤ’ στό Βατικανό, θά προσδώσουν περαιτέρω οἰκουμενική διάσταση στήν ἐν Κρήτῃ ἐπισκοπική διακονία τοῦ Εἰρηναίου.

Τό 1972 θά μετατεθῇ ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο στή Μητρόπολη Γερμανίας ὅπου εἴχαν ἐγκατασταθεῖ μεταναστεύοντες ἀπό τήν Ἑλλάδα χιλιάδες χιλιάδων ἐργατῶν. Οἱ ἁπλοί Ἕλληνες τοῦ μόχθου, στό πρόσωπο τοῦ Εἰρηναίου, συναντήθηκαν μέ τόν πατέρα τους, τόν ἀδελφό τους, τόν δικό τους ἄνθρωπο, πού τούς περιέβαλε μέ ἀγάπη καί ἐνδιαφέρον δυσεύρετο. Στήν δύσκολη ἐποχή τῆς δικτατορίας ὁ Εἰρηναῖος ἐνθρονιζόμενος  στή Γερμανία δηλώνει «νά γνωρίζετε ὅτι στήν Ἐκκλησία δέν ὑπάρχουν καί δέν ζητοῦνται πιστοποιητικά πολιτικῶν φρονημάτων».  Ἡ ἐνασχόλησή του μέ τά προβλήματα τῶν Ἑλλήνων  μεταναστῶν τῆς νέας του Ἐπαρχίας θά ἀποτελέσῃ πεδίο ἀνάπτυξης μίας νέας μεγάλης δημιουργικῆς πορείας, μέσῳ τῆς προβολῆς τοῦ ὀρθοδόξου πνεύματος καί πολιτισμοῦ στήν καρδιά τῆς Δυτικῆς Εὐρώπης, προωθώντας ἔτι περαιτέρω τήν Ὀρθόδοξη μαρτυρία σέ διεθνές ἐπίπεδο, ὡς καί τήν διαχριστιανική συνεργασία.

Μέγιστο ἐπίτευγμά του κατά τήν περίοδον αὐτή, ἀπετέλεσε ἡ ἀναγνώριση, τό 1974, τῆς Ἱ. Μητρόπολης ἀπό τό γερμανικό κράτος ὡς Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου, γεγονός πού συνετέλεσε στήν θεσμική καί νομική ἑδραίωση τῆς Ἑλληνορθοδόξου παρουσίας ἐκεῖ, ἀλλά καί στήν ἀνέγερση πολλῶν Ἱ. Ναῶν καί δύο Ἰνστιτούτων Ὀρθοδόξου Θεολογίας. Ἀποτέλεσμα τῆς κοινωνικῆς, ποιμαντικῆς καί εὐρύτερης δράσεως τοῦ νέου Μητροπολίτου τῆς ἐπαρχίας αὐτῆς τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου, τόσο πρός τήν κατεύθυνση τῆς ἐνσωμάτωσης τῶν Ἑλλήνων μεταναστῶν στήν γερμανική κοινωνία, ὅσο καί πρός τό ἐπίπεδο τῆς πολυειδοῦς προσφορᾶς πρός τό κοινωνικό σύνολο ἐν γένει, ἦταν τό γεγονός, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Γερμανικῆς Δημοκρατίας θά ἀπονείμῃ τό 1978 εἰς τόν Εἰρηναῖο τόν Μεγαλόσταυρο. Ὑπῆρξε μία ὕψιστη ἀναγνώριση τοῦ Γερμανικοῦ Ὁμοσπονδιακοῦ Κράτους πρός τό πρόσωπό τοῦ Ἱεράρχου, πού τίμησε μέ τήν ἐπισκοπική του διακονία τό ποίμνιό του καί τή Γερμανική Πολιτεία.

Τό 1980 θά ἐπιστρέψῃ ἀπό τή Γερμανία στήν Μητρόπολη πού τόν ἀνέδειξε, μέ πρωτοβουλία τῶν κατοίκων τοῦ τόπου ἐν μέσῳ αἰσθημάτων ἱεροῦ ἐνθουσιασμοῦ καί πηγαίας συγκινήσεως. Ἡ νέα ποιμαντορική διακονία του στή Μητρόπολη Κισάμου καί Σελίνου, πού θά ἀρχίσῃ ἐπισήμως τό 1981, θά σημαδευθῇ ἀπό τήν ὑψηλή ἐπίσκεψη τοῦ Προκαθημένου τῆς Ὀρθοδοξίας, Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου τό 1992. Τό 1995 ὁ Πατριάρχης Βαρθολομαῖος ἐπισκέπτεται καί πάλι τή Μητρόπολη Κισάμου καί ἐγκαινιάζει τή νέα πτέρυγα τῆς Ὀρθόδοξης Ἀκαδημίας Κρήτης, μέ διευθυντή τόν ἰσχυρό πυλώνα αὐτῆς Ἀλέξανδρο Παπαδερό, στήν ἐσχατιά αὐτή τῆς Κρήτης.

Καί κατά τήν τελευταία περίοδο τῆς ποιμαντορικῆς του διακονίας, ἡ μέριμνα τοῦ Εἰρηναίου Γαλανάκη διά τήν προώθηση τῆς κοινωνικῆς δικαιοσύνης καί τῆς εἰρηνικῆς συνύπαρξης μεταξύ λαῶν καί πολιτισμῶν θά ἀποτελέσῃ πηγή ἐμπνεύσεως γιά νέες πρωτοβουλίες. Τό 1982 καί διά μία πενταετία θά πρωτοστατήσῃ σέ ἐκδηλώσεις ὑπέρ τῆς εἰρήνης μέ τήν συμμετοχή διεθνῶν προσωπικοτήτων. Τό 1984 θά κηρύξῃ τήν ἐπανάσταση τῶν συνειδήσεων γιά τόν ἠθικό θάνατο τοῦ ἀνθρώπου, ἐνῷ τήν διετία 1987-1988 θά κάνῃ ἔκκληση γιά τήν ἀφύπνιση τοῦ αἰσθήματος τῆς εὐθύνης.

Μέσα ἀπό τό πλούσιο συγγραφικό του ἔργο θά διατρανώσῃ τίς αἰώνιες καί διαχρονικές ἀξίες καί ἀλήθειες τῆς χριστιανικῆς διδασκαλίας, στήν προσπάθειά του νά παιδαγωγήσῃ καί νά καθοδηγήσῃ τό ποίμνιό του εἰς νομάς σωτηρίους.

Τά πονήματά του θά φέρουν τήν Ἐκκλησίαν ἐγγύτερα στίς ἀγωνίες καί τούς προβληματισμούς τοῦ σύγχρονου κόσμου. Ἐνδεικτικῶς ἀναφέρουμε τά κάτωθι: «Χριστός καί κόσμος», «Ὁ ποιητής τῶν ὡραίων ψυχῶν», «Ἀθάνατα λόγια», «Μηνύματα εὐθύνης», «Αἰώνια γυναίκα», «Πρός τόν χριστιανικόν γάμον», «Ἑορτές τῆς Ἐκκλησίας μας, Νόημα ζωῆς καί Βιώματα χριστιανικῆς ζωῆς καί κοινωνίας», «Ἐπί τόν ποταμόν Ρῆνον», «Ἀπό ἐδῶ πέρασαν οἱ Ἕλληνες», «Πορείες καί ἀλήθειες γιά τόν ἀγαπημένον μου Χριστόν», «Ὁ Χριστός σημάδεψε τήν Κρήτην».

Ἡ θυσιαστική, πολυδιάστατη καί ἔμπρακτη ἀρχιερατική διακονία τοῦ Εἰρηναίου Γαλανάκη, ἀλλά καί ἡ συγγραφική του δεινότητα καί ἐκδοτική παραγωγή, δέν θά μποροῦσε νά μή συγκινήσῃ τόν ἐπιστημονικό καί ἀκαδημαϊκό κόσμο τῆς Ἑλλάδας. Ἡ βράβευσή του ἀπό τήν Ἀκαδημία Ἀθηνῶν τήν 28ην Δεκεμβρίου 2000 θά ἀποτελέσῃ τήν ὕψιστη διάκριση πρός τόν ἕλληνα στοχαστή Ἱεράρχη Γέροντα Εἰρηναῖο, πού βάδιζε πλέον τό ἑβδομηκοστόν ἔνατο ἔτος τῆς ἐπίγειας ζωῆς του.

Ὁ πολύπειρος καί σοφός ἀρχιθύτης τοῦ Κυρίου, μέ τίς τολμηρές πρωτοβουλίες του σέ ὅλες τίς φάσεις τῆς βιοτῆς του, δέν θά μποροῦσε νά πορευθῇ διαφορετικά καί πρός τό τέλος τῆς ζωῆς του, ὅταν αἰσθάνθηκε τίς σωματικές του δυνάμεις νά τόν ἐγκαταλείπουν. Ἡ οἰκειοθελῆς παραίτησή του, τήν 6ην Ἰουνίου 2005, ἀπό τήν θέση τοῦ Μητροπολίτη Κισάμου καί Σελίνου θά ἀποτελέσῃ ἔκφραση τῆς διαρκοῦς ποιμαντικῆς ἀγωνίας του διά τόν λαό τοῦ Θεοῦ καί τῆς μαρτυρίας, ὅτι τό ἱεραρχικό ἔργο καί λειτούργημα δέν εἶναι προσωποπαγές ἐπίτευγμα ἀλλ’ ἐκκλησιαστικό ἔργο πρός οἰκοδομή τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ. Μία πρᾶξις ἄκρως παιδαγωγική καί διδακτική, πού ἐδήλωνε πρός πᾶσα κατεύθυνση τήν συναίσθηση τοῦ πεπερασμένου τῆς ἀνθρωπίνης φύσης, ἀλλά καί τήν μέριμνα γιά τό αὔριο καί τήν συνέχεια εἰς τήν τοπική Ἐκκλησία. Μέ τήν ἐκλογή τοῦ καθ’ὅλα ἀξίου διαδόχου  του, τοῦ καί πρωτοσυγκέλλου του, Σεβ. Κισάμου καί Σελίνου κ. Ἀμφιλοχίου, διασφάλισε τήν συνέχιση τοῦ λαμπροῦ ποιμαντικοῦ, κοινωνικοῦ καί ἁγιαστικοῦ ἔργου στή Μητρόπολη Κισάμου καί Σελίνου.

Μέ εὔγλωττο τρόπο ἀποτυπώνεται ὁ ἀντίκτυπος τῆς παραιτήσεως τοῦ λαμπροῦ Ἱεράρχου Εἰρηναίου Γαλανάκη, στό σεπτό Πατριαρχικό Γράμμα, μέ ἀφορμή τήν ὑποβολή τῆς παραιτήσεώς του καί τήν ἀποδοχή της ἀπό τήν Ἱερά, Ἐπαρχιακή Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας Κρήτης, τήν 30ην Ἰουνίου 2005:

«Ἄνθρωπε τοῦ Θεοῦ, καί πιστέ θεράπον, καί οἰκονόμε τῶν τοῦ Θεοῦ μυστηρίων, καί ἄνερ ἐπιθυμιῶν τῶν τοῦ Πνεύματος∙ οὕτω γάρ ἡ Γραφή καλεῖ τούς διαβεβηκότας καί ὑψηλούς, καί ὑπεράνω γάρ τῶν ὁρωμένων. Καί τίς ἄν πάσας ἀπαριθμοίμην τάς προσηγορίας, ὅσας ἡ ἀρετή σοι πεποίηκεν, ἄλλη τις ἄλλην οἰκειοῦσα τε καί προσάγουσα;  Διά τῶν λόγων τούτων τοῦ ἐν Ἁγίοις προκατόχου τῆς ἡμετέρας Μετριότητος Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου θέλομεν προοιμιακῶς νά χαιρετίσωμεν τήν ὑμετέραν πολύσοφον Ἱερότητα, τοσοῦτον συγκινήσασαν τήν Ἐκκλησίαν διά τῆς προσφάτου ἀποφάσεως νά ἀποχωρήσῃ οἰκειοθελῶς τῆς ἐνεργοῦ ποιμαντορίας τῆς θεόθεν κληρωθείσης αὐτῇ θεοσώστου Ἐπαρχίας Κισάμου καί Σελίνου. Ἡ τοιαύτη ἐνέργεια ὑμῶν μεγάλως ἐδίδαξεν ἡμᾶς τούς νεωτέρους ἐν τῷ Ἀμπελῶνι τοῦ Κυρίου ἐργάτας καί ἐβοήθησε νά ἀνανεώσωμεν τήν προσωπικήν κλῆσιν διακονίας ἐν Αὐτῷ... Καί πάλιν ὑποκλέπτοντες τόν Θεολόγον Ἱεράρχην λέγομεν περί τῆς ὑμετέρας Ἱερότητος ‘‘τύπον ἑαυτόν, ὥσπερ ἀνδριάντα πνευματικόν, εἰς κάλλος ἀπεξεσμένον πάσης ἀρίστης πράξεως προέθου. Διό, τίς ἄν τῶν σῶν καλῶν ἤ τό πλῆθος ἐξαριθμήσαιτο, ἤ τά πλείω παραδραμεῖν ἐθέλων, μή χαλεπῶς εὕροι τό παρετέον;’’...Ἡ Μήτηρ Ἁγία τοῦ Χριστοῦ Μεγάλη Ἐκκλησία διά τῆς ἡμετέρας Μετριότητος ἐκφράζῃ τῇ ὑμετέρᾳ Ἱερότητι τήν ἄκραν εὐαρέσκειαν αὐτῆς καί τάς διαπύρους εὐχάς, ὅπως ὁ Μέγας Ἀρχιερεύς ἀνταποδώσῃ ἑκατονταπλασίως τούς κόπους τῶν χειρῶν σας ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως καί κατατάξῃ τήν χριστοφλεγῆ ψυχήν σας μετά τῶν ἐν ἁγίοις Ἱεραρχῶν τῆς Ἐκκλησίας, ἥν παιδιόθεν ἠγαπήσατε, διά βίου διηκονήσατε καί ὑπερβαλλόντως τιμήσας ἐδοξάσατε...Ἀφήκατε χρυσῆν διαθήκην ὀρθοδόξου ἀρχιερατείας καί εἶσθε ἄξιος τῆς παραδεισίου χαρᾶς».

Ὁ Γέροντας Εἰρηναῖος ὑπῆρξε ὁ τύπος ἐκεῖνος τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἀνδρός πού ἐξέλαβε τήν ἀρχιερατική του ἰδιότητα ὡς διακόνημα, καί μάλιστα ὡς  ἔμπρακτη καί ἀνύστακτη ἐκκλησιαστική μαρτυρία πρός τήν κοινωνία, καί ὄχι ὡς εὐκαιρία κοινωνικῆς ἀποκαταστάσεως ἤ ἀνελίξεως, ἤ προβολῆς καί ἀσκήσεως ἐξουσίας. 

Γι’αὐτό καί ἐπροετίμησε τά τέλη τοῦ ἐπιγείου βίου του νά τά ἀφιερώσῃ εἰς τήν ἐνδοσκόπηση, τήν προσευχή, τήν νήψη καί τήν ἀναζήτηση τοῦ ἔσω καί βαθέως Θεοῦ. Ὡς ἀνταμοιβή τῶν πόνων καί τῶν μόχθων, τῶν ἀναζητήσεων καί τῶν ἀγωνιῶν του, τῆς διαρκοῦς ἐναγώνιας προσέγγισης περί τοῦ ἀρχιερατικοῦ λειτουργήματος, ὡς διακονία τοῦ λαοῦ καί ἀποκάλυψη τοῦ μυστηρίου τοῦ Θεοῦ, ὁ Κύριος τῶν κυρίων καί Βασιλεύς τῶν βασιλευόντων τοῦ ἐχάρισε τέλη εἰρηνικά, χριστιανά, καί ἀνεπαίσχυντα. Ἐν μέσῳ τῶν δικῶν του ἀνθρώπων, τοῦ ἀνιψιοῦ του Μιχαήλ Γαλανάκη καί τῆς ἀνηψιᾶς του Σοφίας καί τῆς οἰκογένειάς του, ἔζησε τά τελευταῖα ἔτη τῆς ζωῆς του, μέσα σε δυσεύρετη οἰκογενειακή στοργή, ἀγάπη καί θαλπωρή. Ἀπῆλθεν ἀπό μέριμνες και φροντίδες τοῦ προσκαίρου τούτου κόσμου γιά τά αἰώνια καί ἄφθαρτα ὁ «Παππούς τῆς Κρήτης» εἰς βαθύν γήρας τήν Μ. Τρίτη τά ξημερώματα, τήν 30ην Ἀπριλίου 2013, σέ ἡλικία 102 ἐτῶν.  

Ὁ ἱστορικός τοῦ μέλλοντος, πού θά ἀσχοληθῇ μέ τήν πολυδιάστατη προσωπικότητα τοῦ εἰρημένου Ἱεράρχη τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κρήτης καί τοῦ Οἰκουμενικοῦ μας Πατριαρχείου, ἀναμφίβολα θά ἀποδώσῃ τήν ἱστορική ἀλήθεια χαρακτηρίζοντας τόν Μητροπολίτη Εἰρηναῖο ὡς τόν διακονοῦντα Ἐπίσκοπο τῆς θυσιαστικῆς ἐν Κυρίῳ ἀγάπης, ὡς τόν φλογερό κοινωνικό ἐργάτη καί ἀγωνιστή ὑπέρ τῆς κοινωνικῆς δικαιοσύνης καί τῆς εἰρήνης τοῦ σύμπαντος κόσμου. Ὡς τόν παιδαγωγό τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς. Ὡς τόν ἱεροκήρυκα τῶν ἀξιῶν τῆς χριστιανικῆς διδασκαλίας καί διδάσκαλο τοῦ Εὐαγγελίου. Ὡς τόν γνήσιο ἄνθρωπο, θεράποντα καί οἰκονόμο τῆς Θείας Χάριτος, τῆς δι’ ἔργων ἐνεργουμένης.