ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΤΟΝ 21ο ΑΙΩΝΑ

Του Ανδρέα Νανάκη, Μητροπ. Αρκαλοχωρίου,
καθηγητή Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ. 

    

Σέ σχέση μέ τό θέμα μας[1] τό πρῶτο ζήτημα πού πρέπει νά μᾶς ἀπασχολήσει εἶναι οἱ συνθῆκες διαμόρφωσης τῆς σημερινῆς Ἑλληνικῆς Ἐπικράτειας. Δηλαδή, ὅτι ξεκινήσαμε τήν ἀνεξαρτησία μας ὅταν μέ τή Συνθήκη τοῦ Λονδίνου τό 1830 δημιουργήθηκε τό μικρό κρατίδιο τῆς Πελοποννήσου, τῆς Στερεᾶς Ἑλλάδος, τῆς Εὐβοίας καί τῶν Κυκλάδων, τό ὁποῖο διευρύνεται τό 1864, μέ τήν παραχώρηση τῶν Ἑπτανήσων καί τό 1881, ὅταν μετά τή Συνθήκη τοῦ Βερολίνου τό 1878, μᾶς παραχωρήθηκε ἡ Θεσσαλία καί περιοχή τῆς Ἄρτας.

 Οἱ Βαλκανικοί πόλεμοι καί ἡ Μικρασιατική ἐκστρατεία καί καταστροφή τοῦ 1922, θέτουν τέλος στήν αὐτοκρατορική οἰκουμένη τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἀλλά καί διευρύνουν τήν Ἑλληνική Ἐπικράτεια. Καταρχήν ἡ Συνθήκη τοῦ Βουκουρεστίου (Αὔγουστος 1913) καί τοῦ Λονδίνου (Μάιος 1913), τοῦ Νεϊγύ (Νοέμβριος 1919), στή συνέχεια ἡ Συνθήκη τῶν Σεβρῶν (Ἰούλιος 1920) καί τελικά ἡ Συνθήκη τῆς Λωζάνης (Ἰούλιος 1923), διαμορφώνουν τή σημερινή Ἑλληνική Ἐπικράτεια, στήν ὁποία τό 1948 ἐνσωματώνονται καί τά Δωδεκάνησα.

Στήν Ἑλληνική Ἐπικράτεια ἔχουν διαμορφωθεῖ κανονικά καί νομικά δύο ἐκκλησιαστικές δικαιοδοσίες. Τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου μέ τήν Κρήτη, τίς Νέες Χῶρες, τά Δωδεκάνησα, τό Ἅγιον Ὄρος καί τήν Ἐξαρχία τῆς Πάτμου καί ἡ δικαιοδοσία τῆς Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος μέ τόν Πατριαρχικό καί Συνοδικό τόμο τοῦ 1850[2] καί μέ τίς Πατριαρχικές καί Συνοδικές Πράξεις τοῦ 1866[3] καί τοῦ 1882[4], οἱ ὁποῖες προσάρτησαν στήν Αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ἀντιστοίχως τά Ἰόνια νησιά καί τή Θεσσαλία.

Οἱ σχέσεις Ἐκκλησίας καί Πολιτείας στήν Ἑλληνική Ἐπικράτεια κατ’ οὐσίαν προσδιορίζονται ἀπό τίς δομές τῆς ἑλληνικῆς πολιτείας. Δηλαδή τήν πολιτειοκρατεία διαδέχεται τό σύστημα τῆς νόμῳ κρατούσης πολιτείας τό 1922, ὅταν ἡ Ἑλληνική Ἐπικράτεια ὁλοκληρώνεται καί ξεκινάει μία πορεία ἐκδημοκρατισμοῦ. Ἡ ἐπικράτηση δικτατορικῶν καθεστώτων Μεταξᾶ (1936) καί Παπαδόπουλου (1967) ἐπαναφέρει τήν πολιτειοκρατεία στήν Ἐκκλησία, γιά νά ἐπανέλθομε μέ τή μεταπολίτευση τό 1974 στή νόμῳ κρατοῦσα πολιτεία καί νά ὁμιλοῦμε τόν 21ο αἰῶνα γιά διακριτούς ρόλους Ἐκκλησίας – Πολιτείας.

Τό Ἑλληνικό Κράτος, ἀλλά καί ὅλα τά ἄλλα ἔθνη-κράτη τῶν Βαλκανίων, θέτουν ὑπό τόν ἔλεγχό τους τήν Ἐκκλησία, μέ ἀνάλογους νόμους, γιά νά τροχοδρομήσουν τή διαμόρφωση τῶν ἐθνικῶν συνειδήσεων, στή θέση τῶν θρησκευτικῶν συνειδήσεων, πού δέσποζαν καί κυριαρχοῦσαν στήν ἐποχή τῶν αὐτοκρατοριῶν[5].

Ὁ πρῶτος νόμος τοῦ 1833 «Διακήρυξις περί ἀνεξαρτησίας τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας»[6] καί τό «Διάταγμα περί τοῦ τρόπου τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνόδου»[7], πού ἐκδόθηκε ἐπίσης τό 1833, ἐκφράζουν τίς πεποιθήσεις τῶν κυρίαρχων κοινωνικοπολιτικῶν δυνάμεων τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Ἐπηρεασμένες ἀπό τήν κοραϊκή καί φαρμακίδειο ἀντίληψη, αὐτοανακήρυξαν τό 1833, μέ τόν Ὄθωνα καί τήν ἀντιβασιλεία, ἀνεξάρτητη τήν ἑλληνική Ἐκκλησία, χωρίς τή σύμφωνο γνώμη τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Ἡ Βουλγαρική Ἐξαρχία ἀκολούθησε τέσσερις περίπου δεκαετίες ἀργότερα τό 1870, ὅπου βέβαια μέσα ἀπό τήν ἐκκλησιαστική δικαιοδοσία τῆς Ἐξαρχίας διαμορφώνεται κατ’ ἀρχήν ἡ ἐπικράτεια τοῦ βουλγαρικοῦ κράτους[8].

Μετά τόν Πατριαρχικό καί Συνοδικό τόμο τοῦ 1850[9] καί τήν ἀνακήρυξη τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος σέ Αὐτοκέφαλη, ἀκολούθησε τό 1852[10] ὁ νόμος «περί ἐπισκοπῶν καί ἐπισκόπων καί περί τοῦ ὑπό τούς ἐπισκόπους τελοῦντος κλήρου».

Οἱ νόμοι τοῦ 1833 καί τοῦ 1852, τόσο τῆς αὐτοανακήρυξης ὅσο καί αὐτοῦ πού ἀκολούθησε μετά τήν ἀποκατάσταση τῶν κανονικῶν σχέσεων τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος μέ τό Πατριαρχεῖο, καθιστοῦν τήν Ἐκκλησία ὑποτελῆ στήν πολιτεία.

Ἡ ἐκκλησιαστική αὐτή ὑποδούλωση δέν εἶναι ἀπροϋπόθετη. Ἡ πολιτιστική ταυτότητα τῶν συγκροτούντων τό πρῶτο Ἑλληνικό Κράτος ἦταν θρησκευτική. Ὡς ὀρθόδοξοι χριστιανοί Ρωμιοί, στό σύνολο τοῦ ἡμερολογιακοῦ ἔτους, μέ τίς πνευματικές καί πολιτιστικές τους δραστηριότητες, ἀνεξάρτητα ἀπό τό μορφωτικό ἤ οἰκονομικό ἐπίπεδο, δραστηριοποιοῦνταν μέ κέντρο καί ἀναφορά τήν Ἐκκλησία καί γύρω ἀπό τήν Ἐκκλησία. Γάμοι, ἀρραβῶνες, κηδεῖες, πανηγύρεις, ἑορτές τοπικῶν Ἁγίων, Πάσχα, Χριστούγεννα, Κοίμηση τῆς Θεοτόκου, Δεκαπενταύγουστος διαφυλάττουν τή συνέχεια τῆς θρησκευτικῆς ταυτότητας τῶν ὀρθοδόξων Ρωμιῶν τοῦ πρώτου ἑλληνικοῦ κρατιδίου. Ἡ πολιτική ἡγεσία προσπαθεῖ νά τή διαφοροποιήσει καί νά διαμορφώσει κατ’ ἀρχήν μαζί μέ τή θρησκευτική, τήν ἐθνική ταυτότητα καί συνείδηση.

Ἡ Ἑλληνική ἐπανάσταση[11], τό μέν θεωρητικό της ὑπόβαθρο ἀναγάγει στόν εὐρωπαϊκό καί νεοελληνικό Διαφωτισμό, ὅπου βρίσκει τό ἰδεολογικό της ἐμβατήριο, τήν δέ ἐπαναστατική της πράξη καί πρακτική στηρίζει στούς ἀγωνιστές καί στό βαθύτατα θρησκευόμενο λαό, πού διεξάγει τόν ἀγῶνα. Στά συντάγματα τῶν ἐθνοσυνελεύσεων οἱ ἰδεολογικοί φορεῖς ἀποτυπώνουν τήν πολιτική τους σκέψη. Πρόκειται πανθομολογουμένως γιά πολύ προωθημένα πολιτικά κείμενα, ὅπως καί σύνολη ἡ σκέψη καί ἀντίληψη τοῦ νεοελληνικοῦ Διαφωτισμοῦ, φυσικό ἐπακόλουθο τῶν διεργασιῶν καί τοῦ προβληματισμοῦ πού ἀναπτύχθηκε πρωτίστως στίς ἑλληνικές κοινότητες τῆς δυτικοευρωπαϊκῆς διασπορᾶς, Παρίσι, Βιέννη, Τεργέστη. Στά συνταγματικά ὅμως αὐτά κείμενα τῶν ἐθνοσυνελεύσεων ἔπρεπε οἱ νεοέλληνες διαφωτιστές νά προσδιορίσουν τόν Ἕλληνα καί τούς Ἕλληνες πού συγκροτοῦσαν τό διαμορφούμενο νέο ἑλληνικό ἔθνος.

Γιά τούς ἀγωνιστές καί τίς λαϊκές δυνάμεις, πού διεξήγαγαν τήν ἐπανάσταση, ὁ μουσουλμάνος ταυτιζόταν μέ τόν Τοῦρκο Ὀθωμανό καί, παρ’ ὅλη τήν ἀνεξιθρησκία τῆς διακήρυξης τῆς Ἐπιδαύρου σίγουρα αὐτός δέν εἶχε θέση στό Ἑλληνικό Κράτος.

 Ἡ ἐπανάσταση τοῦ 1821 γιά τούς ἰδεολογικούς της φορεῖς, τά ἀναστήματα τοῦ νεοελληνικοῦ Διαφωτισμοῦ, γιά τό συγγραφέα τῆς Ἑλληνικῆς Νομαρχίας ἤ τοῦ Ρωσοαγγλογάλλου ἦταν ἕνα πολιτικό γεγονός. Γιά τούς ἀγωνιστές ὅμως ἦταν θρησκευτικό κατά μείζονα λόγο, καί δευτερευόντως πολιτικό γεγονός, γιά δέ τόν ἁπλό λαό ἦταν μιά ἐπανάσταση ἑδραζόμενη στή θρησκευτική πίστη γιά τήν ὁποία καί διεξαγόταν. Στή λαϊκή συνείδηση εἶναι σαφέστατο ὅτι κυριαρχοῦσε τό θρησκευτικό τοῦ πολιτικοῦ. Ὁ Μαυροκορδάτος καί ὁ Νέγρης, οἱ κορυφαῖοι ἐκφραστές τῆς πολιτικῆς σκέψης, εἶναι οἱ ἐξαιρέσεις στό πρῶτο ἑλλαδικό κρατίδιο.

 Μέσα σ’ αὐτή τήν πραγματικότητα καλοῦνται οἱ ἐθνοσυνελεύσεις νά προσδιορίσουν τόν Ἕλληνα καί νά ἀπαντήσουν στό μεῖζον ἐρώτημα: ποιοί εἶναι οἱ Ἕλληνες; Οἱ ἰδεολογικοί φορεῖς τῆς ἐπανάστασης, πού συγκροτοῦν τή ραχοκοκαλιά τῆς πολιτικῆς σκέψης τῶν συνταγματικῶν κειμένων, δέν μποροῦν στό σημεῖο αὐτό παρά νά ἀναγνωρίσουν τή συνείδηση τῶν λαϊκῶν ἀγωνιστῶν πού διεξάγουν τήν ἐπανάσταση καί να ἀποδεχθοῦν τό θρησκευτικό της χαρακτῆρα. «Ὅσοι αὐτόχθονες κάτοικοι τῆς Ἐπικρατείας τῆς Ἑλλάδος πιστεύουσιν εἰς Χριστόν, εἰσίν Ἕλληνες, καί ἀπολαμβάνουσιν ἄνευ τινός διαφορᾶς ὅλων τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων»[12], ἀναφέρεται στό Σύνταγμα τῆς Ἐπιδαύρου τόν Ἰανουάριο τοῦ 1821, ἀλλά καί στά ἄλλα Συντάγματα. Τό 1822 στή Β’ Ἐθνοσυνέλευση στό Ἄστρος, τό 1827 στή Γ’ Ἐθνοσυνέλευση στήν Τροιζήνα.

Τό 1836 ὁ Δημήτριος Βυζάντιος δημοσιεύει τή «Βαβυλωνία»[13]. Τά γενόμενα τῆς θεατρικῆς παράστασης λαμβάνουν χώρα τό 1827 στό Ναύπλιο ὅπου Χίοι, Κρῆτες, Ἀλβανοί, Βυζάντιοι, Ἀνατολίτες καί Ἑπτανήσιοι προσπαθοῦν νά συνεννοηθοῦν μεταξύ τους. Διαμορφώνεται μία πραγματική Βαβυλωνία στήν κοινωνία τοῦ κρατιδίου, καί μάλιστα στήν τότε πρωτεύουσά του. Στήν ἀττική γῆ, ὅπου ὑπῆρχαν καί ἀρβανιτόφωνοι βρισκόταν ἡ Ἀθήνα, κοιτίδα τοῦ ἀρχαίου ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ καί τῆς κλασικῆς ἀρχαιότητας. Σ’ αὐτή ἀνεγέρθηκε ὁ Παρθενώνας καί ἀνέβηκε ἡ ἀρχαία τραγωδία - ἱστορικά δεδομένα πού συγκινοῦσαν τόν εὐρωπαῖο διαφωτιστή καί τό νεοέλληνα ὁμόλογό του. Συνεπῶς, ἡ ἀττική γῆ μέ τήν Ἀθήνα, μέ τίς ἱστορικές μνῆμες τοῦ παρελθόντος, κυρίως δέ τῆς κλασικῆς ἀρχαιότητας τοῦ 5ου αἰῶνα, ἐπιλέγεται ὡς ἐθνικό κέντρο τοῦ νέου Ἑλληνικοῦ Κράτους, ἡ ἰδεολογία τοῦ ὁποίου συνδέεται ἄμεσα μέ τόν ἀρχαῖο ἑλληνικό πολιτισμό. Οἱ θεωρητικοί τῆς ἰδέας τοῦ ἔθνους – κράτους τό συγκροτοῦσαν σ’ ἕνα κομμάτι τῆς Ρωμιοσύνης, πού ὅμως ἀπόλυτα, ἀποδεδειγμένα καί εὐθύγραμμα συνδεόταν μέ τήν κλασική ἀρχαιότητα.

Τό ἀταύτιστο τῶν θρησκευτικῶν πεποιθήσεων τοῦ ἐπαναστατημένου λαοῦ, πού ἦταν ὁ λαός τοῦ πρώτου κρατιδίου, μέ τίς ἀντιλήψεις τῶν ἰδεολογικῶν ἐκφραστῶν τῆς ἐπανάστασης, πού ἀναλαμβάνουν τήν πολιτική ἡγεσία, μέ ἤ χωρίς τόν Ὄθωνα καί τήν ἀντιβασιλεία, ἑρμηνεύει τή στάση τῆς Πολιτείας πρός τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία ἐνυλώθηκε μέ τήν ἄκρατη καί ἄκριτη πολιτειοκρατική δομή, ὀργάνωση καί ἐπιβολή τοῦ κράτους τῆς Ἑλλάδος πρός τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος. Ἡ πολιτειοκρατεία ἐκφράζει τόν φόβο καί τήν ἀνησυχία τῶν πολιτικῶν δυνάμεων, γιά τή θέση καί στάση τοῦ ἐκκλησιαζόμενου λαοῦ στό διαμορφούμενο καί ἐξελισσόμενο Ἑλληνικό Κράτος. Τό κίνημα τοῦ Παπουλάκου[14] τό 1851 εἶναι μεῖζον γεγονός, λαϊκή ἐξέγερση ἑδραζομένη στή θρησκευτική λαϊκή ταυτότητα. Ἡ πορεία πρός τήν ἐθνική αὐτοσυνειδησία τοῦ λαοῦ ἔχει βέβαια ἀρχίσει, ἔχει ὅμως νά διανύσει ἀκόμα δρόμο μακρύ[15]. Κατανοοῦμε συνεπῶς τήν αἰτία πού οἱ πολιτικές δυνάμεις ἔχουν ὑποτεταγμένη τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος. 

Εἰκόνα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος γιά τήν ἐποχή αὐτή καί πιό συγκεκριμένα περί τό 1897, ἔχουμε ἀπό μιά πολύ καλή στατιστική[16]. Γνωρίζουμε τόν ἀριθμό τῶν ἔγγαμων καί ἄγαμων κληρικῶν, τήν ἐκπαιδευτική τους κατάρτιση καί τόν ἀκριβῆ ἀριθμό τῶν πιστῶν πού διακονοῦσαν. Μέ πληθυσμό στό δῆμο Ἀθηναίων περί τίς 194.000 καί στήν πόλη τῶν Ἀθηνῶν περί τίς 100.000, ὑπηρετοῦσαν 30 ἄγαμοι κληρικοί καί 80 ἔγγαμοι. Ἀπό αὐτούς 14 εἶχαν πανεπιστημιακή μόρφωση, 3 ἦταν ἀπόφοιτοι τῆς Ριζαρείου, 9 τοῦ γυμνασίου, 4 τοῦ διδασκαλείου, 5 ἱερατικῆς σχολῆς, 40 ἑλληνικῆς σχολῆς καί 35 τοῦ δημοτικοῦ ἤ γνῶστες κοινῶν γραμμάτων. Ὁ συνολικός ἀριθμός τῶν ἐφημερίων τῆς μητρόπολης Ἀθηνῶν τό 1897 ἀνέρχονταν σέ 238 ἔγγαμους κληρικούς καί 34 ἄγαμους.

Τά κύρια προβλήματα τῶν κληρικῶν, πού ἦταν ἡ μόρφωση καί ἡ ἐκπαίδευση, παρέμεναν ἄλυτα. Τό περιοδικό «Ἀνάπλασις» τοῦ ὁμώνυμου συλλόγου, πού δημιουργήθηκε ἀπό τούς διαφωνοῦντες μέ τίς ἀκραῖες ἀπόψεις τοῦ συλλόγου «Ἰωάννης ὁ Θεολόγος» τοῦ Μακράκη καί τῶν ὀπαδῶν του, γράφει γιά τόν κλῆρο: «Εἶνε καιρός πλέον νά ἐννοήσωμεν ὅτι τό ζήτημα τῆς ἀνορθώσεως τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἡμῶν πραγμάτων συγκεφαλαιοῦται κατά τό πλεῖστον ἐν τῇ ἀνορθώσει τοῦ κλήρου. Εἶνε ἀδύνατον νά ἐπέλθῃ μεταβολή τις εἰς τόν θρησκευτικόν ἡμῶν βίον, εἶνε ἀδύνατον νά ἀνακάμψῃ ἡ ἀρχαία τῆς Ἐκκλησίας ἡμῶν αἴγλη ἐν ὅσῳ ὁ κλῆρος συντετριμμένος κυλίεται εἰς τόν βόρβορον τῆς ἀμαθείας, τοῦ ἐξευτελισμοῦ καί τῆς ἐξουθενώσεως. Ἡ ἀνύψωσις αὐτοῦ εἶνε ἡ conditio sine qua non, εἶναι ὅρος ἄνευ τοῦ ὁποίου ἡ παρά τῷ λαῷ ἀναζωπύρωσις καί ἐμπέδωσις τοῦ θρησκευτικοῦ συναισθήματος, ἡ διά τῆς θρησκείας ἀνάπλασις τῆς οἰκογενείας καί ἠθικοποίησις τῆς κοινωνίας ἀποβαίνει ὄνειρον κενόν, χίμαιρα, οὐτοπία, ἀπάτη»[17].

Σέ ἀνώνυμο κείμενο[18] τοῦ 1832 ἀναγιγνώσκουμε: «Πολλῶν δακρύων ἄξιος εἶναι σήμερον ὁ ἐν τῇ Ἑλλάδι εὑρισκόμενος ἱερός κλῆρος, διότι δυστυχεῖ κατά δυστυχίαν διάφορον τῶν ὄντων κατά πενίαν δυστυχῶν, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκουσι παρηγορίαν τῆς πτωχείας των εἰς τάς καρδίας τῶν φιλοπτώχων· ἀλλ’ ὁ δυστυχής κλῆρος δέν εὑρίσκει παρηγορίαν τῆς δυστυχίας του, μήτε εἰς τόν ἴδιον τόν ἑαυτόν του»[19]. Μέριμνα γιά τήν Ἐκκλησία ἐκδήλωσε ὁ Κωλέττης καί τό 1845 κατάρτισε ἐπιτροπή ἀπό ἀρχιερεῖς καί ἱερομονάχους. Ἐκπονήθηκαν δύο νομοσχέδια: α) γιά τή διοίκηση καί τή σχέση τῆς Ἐκκλησίας μέ τήν πολιτική ἐξουσία καί β) γιά ἐπισκόπους καί ἐπισκοπές τοῦ βασιλείου καί γιά τά μέσα τά ἀπαιτούμενα γιά τήν συντήρηση τῶν ἐπισκοπῶν. Μέ τό θάνατο τοῦ Κωλέττη τόν Αὔγουστο τοῦ 1847, παρ’ ὅλο πού τά νομοσχέδια συζητήθηκαν στή βουλή καί ψηφίστηκαν, τελικά ἐξαιτίας τῆς ἀντιπολίτευσης δέν κατατέθηκαν στή γερουσία καί ἔμειναν ἀνενέργητα. Τό πρόβλημα τῆς μισθοδοσίας τοῦ κλήρου ἐπέβαλε τό 1856 τήν ἔκδοση διατάγματος[20], «περί διαιρέσεως τῶν ἐνοριῶν κατά πόλεις, κωμοπόλεις καί χωριά», τό ὁποῖο ὅριζε «οἱ ἐφημέριοι, οἱ πρεσβύτεροι τε καί διάκονοι, νά ἱεροτελῶσιν ἀμοιβαδόν εἰς τούς ἰδιαιτέραν ἐνορίαν ἀποτελοῦντας πρότερον ναούς»[21].

Προσεγγίζοντας τίς σχέσεις Ἐκκλησίας καί Πολιτείας στήν Ἑλληνική Ἐπικράτεια τοῦ 19ου αἰῶνα εἶναι δεδομένη και ἀναμφισβήτητη ἡ ὑποταγή τῆς Ἐκκλησίας στήν Πολιτεία. Ἄλλωστε ἡ Αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος καθόλη τή διάρκεια τοῦ 19ου αἰῶνα διοικεῖται ἀπό τή Σύνοδο. Κατά τόν Καταστατικό Χάρτη 1852 «Ἡ Ἱερά Σύνοδος σύγκειται ἐκ πέντε μελῶν ἰσοψήφων, ἐκ τῶν ἐν τῷ βασιλείῳ Ἀρχιερέων τῶν ἐχόντων Ἐπισκοπάς, ὧν εἷς Πρόεδρος καί τέσσαρες Σύνεδροι. Καί Πρόεδρος μέν ὑπάρχει διαρκῶς ὁ κατά καιρόν ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ βασιλείου ἀρχιερατεύων Μητροπολίτης· οἱ δέ Σύνεδροι καλοῦνται ἀλληλοδιαδόχως παρά τῆς Κυβερνήσεως, κατά τήν τάξιν τῶν πρεσβείων τῆς ἀρχιερωσύνης, διατηρουμένης ἑνί ἑκάστῳ εἰς τάς συνεδριάσεις καί τῆς τάξεως τοῦ ἰδίου βαθμοῦ.

Ἀνά πᾶν ἔτος οἱ Σύνεδροι ἐπανέρχονται εἰς τάς ἐπαρχίας των, καθόσον ἡ Κυβέρνησις δέν διατηρήσῃ ἐπιπλέον τινάς ἐξ αὐτῶν, οἵτινες δέν δύναται νά ὑπερβαίνωσι τούς δύο»[22].

Καθόλη τή διάρκεια τοῦ 19ου αἰῶνα δέν συνῆλθε σέ σῶμα ἡ ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἐλλάδος. Ἡ ἀνωτέρω Σύνοδος ἐξέλεγε τόν ἑκάστοτε Ἀθηνῶν, ἐφ’ ὅσον ο ὑποψήφιος εἶχε τήν ἐμπιστοσύνη τῆς ἑλληνικῆς πολιτείας, ὅταν ὅμως, κατά τή διαδοχή τοῦ Ἀθηνῶν Θεοφίλου, ἡ ἀνωτέρω Σύνοδος ἐξέλεξε τό 1873 τόν ἐκ τῶν μελῶν της Κέρκυρας Ἀντώνιο Χαριάτη Μητροπολίτη Ἀθηνῶν, ἡ κυβέρνηση Δεληγιώργη ἀκύρωσε τήν ἐκλογή, μέ τό αἰτιολογικό ὅτι δέν προηγήθηκε συνεννόηση μέ τήν Κυβέρνηση[23]. Τό μεῖζον ὅμως θέμα ἦταν ὅτι ὁ Ἀντώνιος θεωρήθηκε ρωσόφιλος. Μετά τήν παραίτησή του ἡ κυβέρνηση δρομολόγησε τήν ἐκλογή τοῦ Μεσσηνίας Προκοπίου Γεωργιάδη.

Ὁ 20ός αἰῶνας σηματοδοτεῖ τή δυναμική τῆς ἀστικοποίησης τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, μέσα ἀπό τό κίνημα στό Γουδί (1909), τήν εἴσοδο τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου στήν πολιτική σκηνή καί τήν ἐθνική ὁλοκλήρωση.

Ἡ νέα πολιτική κατάσταση ἀσχολήθηκε καί μέ τά προβλήματα τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ κυβέρνηση Μαυρομιχάλη[24], πού ἀνέλαβε μετά τό κίνημα στό Γουδί (1909), προώθησε δύο σημαντικότατους γιά τήν Ἐκκλησία νόμους, τόν «Περί Γενικοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Ταμείου καί διοικήσεως Μοναστηρίων», πού τέθηκε σέ ἰσχύ τήν 1 Ἰανουαρίου 1910 καί τόν «Περί ἐνοριακῶν ναῶν καί τῆς περιουσίας αὐτῶν, περί προσόντων ἐφημερίων καί μισθοδοσίας αὐτῶν»[25] πού ψηφίστηκε καί τέθηκε σέ ἐφαρμογή στίς 6 Μαρτίου 1910. Τό δεύτερο νόμο ἀκολούθησε ἐκτελεστικό διάταγμα τῆς 29ης Δεκεμβρίου 1910, «Περί μερικῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου 3596 τῆς 6 Μαρτίου 1910, περί ἐνοριακῶν ναῶν καί τῆς περιουσίας αὐτῶν»[26].

Ἡ ἵδρυση τοῦ γενικοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου, στό ὁποῖο περιῆλθαν τά κτήματα τῶν διατηρουμένων μονῶν, τακτοποίησε κατ’ ἀρχήν, ἔστω καί μερικῶς, τό ζήτημα τῆς μισθοδοσίας τοῦ κλήρου.

Ὁ νόμος γιά τούς ἐνοριακούς ναούς, καθιστοῦσε τούς ναούς αὐτοτελῆ νομικά πρόσωπα μέ δική τους περιουσία, ἀπό τήν ὁποία μέ βάση τόν ὑποβαλλόμενο στούς ἐνορίτες προϋπολογισμό καί ἀπολογισμό, συντηροῦσαν τό ναό καί μισθοδοτοῦσαν τούς ἐφημερίους[27]. Ὁ ἴδιος νόμος ἀνέθετε τή διοίκηση τοῦ ἐνοριακοῦ ναοῦ σέ τέσσερις λαϊκούς καί τόν ἐφημέριο. Οἱ τέσσερις λαϊκοί ἐκλέγονται μέ μυστική ψηφοφορία ἀπό τούς ἐνορίτες πού εἶχαν συμπληρώσει τό 21ο ἔτος, εἶχαν καταβάλει τήν ἐνοριακή εἰσφορά καί εἶχαν δικαίωμα ἄσκησης τῶν πολιτικῶν τους δικαιωμάτων[28]. Οἱ ἐνορίτες ἐξέλεγαν καί τόν ἐφημέριο ἐφόσον ἡ θέση ἦταν κενή.

Σημαντική γιά τή θέση τῆς Ἐκκλησίας ἦταν καί ἡ Νομοπαρασκευαστική Ἐπιτροπή, πού προῆλθε ἀπό τήν πρωτοβουλία πέντε μή συνοδικῶν ἱεραρχῶν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Στίς 10 Φεβρουαρίου 1914 οἱ πέντε ἀρχιερεῖς ζήτησαν ἀπό τόν βασιλιά Κωνσταντῖνο καί τόν πρωθυπουργό Ἐλευθέριο Βενιζέλο συνάντηση καί ἐπέδωσαν ὑπόμνημα γιά τήν ἀνόρθωση τῆς Ἐκκλησίας, ὑπογεγραμμένο ἀπό δεκαεννέα ἱεράρχες, σέ σύνολο τριάντα δύο ἀπό τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος. Ὁ Βενιζέλος ἐξέφρασε τή χαρά του γιά τό «ἐπαναστατικό κίνημα», ὅπως ἀποκάλεσε τήν πρωτοβουλία τους. Ἡ πολιτεία ψήφισε στίς 21 Μαρτίου 1914 στή Βουλή νόμο περί «συστάσεως Νομοπαρασκευαστικῆς Ἐπιτροπείας πρός ἀναθεώρησιν καί σύνταξιν τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Νομοθεσίας»[29].  Συγκρότησε ἐπιτροπή ἀπό ἕξι ἀρχιερεῖς, τρεῖς ἀπό τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος (τόν Ἀθηνῶν Θεόκλητο, Μεσσηνίας Μελέτιο καί Λακεδαίμονος Γερμανό), καί τρεῖς ἀπό τίς ἐν Ἑλλάδι ἐπαρχίες τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου (τόν Θεσσαλονίκης Γεννάδιο, Δράμας Ἀγαθάγγελο καί Πέτρας Τίτο, ἐπίσκοπο Κρήτης) καί ἕντεκα λαϊκούς, μεταξύ τῶν ὁποίων οἱ καθηγητές Ἰ. Εὐταξίας, Γ. Δέρβος, Κ. Ράλλης, Ἰ. Σημαντήρας, Ἀμ. Ἀλιβιζάτος, ὁ ὑφηγητής Δ. Πετρακάκος, ὁ ἐπίτροπος τῆς Συνόδου Μ. Γαλανός καί ὁ τμηματάρχης Ἰ. Ἰωαννίδης. Πρόεδρος ἀνέλαβε ὁ Ἀθηνῶν Θεόκλητος, μέ άναπληρωτή τόν Θεσσαλονίκης Γεννάδιο. Μετά ἀπό ἕνα καί πλέον χρόνο ἡ ἐπιτροπή ὑπέβαλε στό ὑπουργεῖο ἐκκλησιαστικῶν νομοσχέδια γιά τό νέο Καταστατικό Χάρτη, γιά τούς ἐνοριακούς ναούς καί ἐφημερίους, γιά τή διοίκηση τῶν μονῶν, γιά τό γενικό ἐκκλησιαστικό ταμεῖο, τούς ἱεροκήρυκες, τίς ἱερατικές σχολές καί τά ἐκκλησιαστικά δικαστήρια[30].

 Ἡ περάτωση τοῦ ἔργου τῆς νομοπαρασκευαστικῆς ἐπιτροπῆς ἔθετε καί πάλι τό μεῖζον πρόβλημα τῆς σύγκλησης τῆς ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Ἡ προσάρτηση ὅμως στήν Ἑλληνική Ἐπικράτεια, Ἐπαρχιῶν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, δημιούργησε κανονικό ζήτημα γιά τή σύγκληση σύνολης τῆς ἱεραρχίας, ἄν καί κατ’ ἀρχήν εἶχε δοθεῖ ἀπό τήν πολιτεία σχετική ὑπόσχεση, τήν ὁποία ἐπικαλέστηκαν οἱ ἀρχιερεῖς τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἐλλάδος. Ὁ ἁρμόδιος ὑπουργός ζήτησε, μέ ἐγκύκλιό του τό Σεπτέμβριο τοῦ 1915, ἀπό τούς ἱεράρχες νά ἐκφράσουν τίς ἀπόψεις τους. Ὅμως, ἡ ἱεραρχία ἐνοχλημένη, συνῆλθε αὐτοβούλως -στήν Ἀθήνα οἱ τῆς αὐτοκέφαλης Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, στή Θεσσαλονίκη καί στά Ἰωάννινα οἱ ἱεράρχες τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου- καί ζήτησε ἀπό τήν πολιτεία νά ἔχει ἐν Συνόδῳ τό δικαίωμα ἔκφρασης τῆς γνώμης της ἐπί τῶν ἐκκλησιαστικῶν νομοθετήσεων[31], ὅπως οἱ Ἱεροί Κανόνες ὁρίζουν.   

Ἡ πολιτειοκρατεία τοῦ 19ου αἰῶνα τελειώνει τό 1923, ὅταν μετά τό κίνημα τοῦ Πλαστήρα τό 1922 ὁ νέος Καταστατικός Χάρτης τῆς αὐτοκέφαλης Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, πού δημοσιεύτηκε στίς 31 Δεκεμβρίου 1923, ἐπί Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν Χρυσοστόμου Παπαδόπουλου, σηματοδοτεῖ τή μετάβαση τῆς αὐτοκέφαλης Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἀπό τήν πολιτειοκρατεία στή νόμῳ κρατοῦσα πολιτεία. Με τό νέο Καταστατικό Χάρτη:

«Ἄρθρον 2. [32] Ἀνωτάτη ἐν τῷ κράτει Ἐκκλησιαστική Ἀρχή εἶναι ἡ Σύνοδος τῶν ἐχόντων Ἐπισκοπάς Ἀρχιερέων τῆς Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, φέρουσα τό ὄνομα Ἱερά Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, προεδρευομένη ὑπό τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος.

Ἄρθρον 3.  Ἡ Ἱερά Σύνοδος συνέρχεται ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ Κράτους καί ἐν τῶ Συνοδικῷ Μεγάρῳ ἤ καί ἐν τῷ Ἱερῷ Ναῷ τακτικῶς μέν ἅπαξ τοῦ ἔτους τήν πρώτη Ὀκτωβρίου αὐτοδικαίως, ἐκτάκτως δέ ὁσάκις παρίσταται ἀνάγκη, συγκαλουμένη ὑπό τοῦ προέδρου αὐτῆς μετά προηγουμένην ἔγκρισιν, παρεχομένην διά Β. Διατάγματος, ἐκδιδομένου προτάσει τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καί τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως.

Ἡ διάρκεια τῶν τακτικῶν συνεδριάσεων τῆς Ἱερᾶς Συνόδου εἶναι μηνιαία, τῶν δέ ἐκτάκτων ὁρίζεται ἐν τῷ σχετικῷ Β. Διατάγματι».

Ἐπίσης, οἱ ἀρχιερεῖς ἐκλέγονταν ἀπό τό τριπρόσωπο πού συγκροτοῦν οἱ συνεπίσκοποι. Ὁ θεσμός τοῦ βασιλικοῦ ἤ κυβερνητικοῦ Ἐπιτρόπου θά παραμείνει στή Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Θά καταργηθεῖ μετά τή μεταπολίτευση μέ τόν Καταστατικό Χάρτη τοῦ 1977, ἐπί Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν Σεραφείμ.

Τό γεγονός σηματοδότησε τήν ἐποχή τῆς συναλληλίας στίς σχέσεις Ἐκκλησίας καί Πολιτείας.

Ὅμως οἱ  κοινοβουλευτικές ἐκτροπές τοῦ 20οῦ αἰῶνα ὁδήγησαν στήν ἐπιβολή καί κανονικῶν ἐκτροπῶν στήν Ἐκκλησία. Ἡ δικτατορία τοῦ Παγκάλου τό 1925 καταργεῖ τή Σύνοδο τῆς Ἱεραρχίας καί ἀναθέτει τή διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος σέ ἑπταμελῆ διαρκῆ Ἱερά Σύνοδο, ἡ ὁποία ὑποβάλλει στήν κυβέρνηση τριπρόσωπο γιά τήν ἐκλογή τῶν ἀρχιερέων[33]. Τό 1931 ἡ κυβέρνηση Βενιζέλου μέ τό νέο Καταστατικό Χάρτη ἀποκαθιστᾶ τήν κανονικότητα. Ἀνώτατη ἐκκλησιαστική  ἀρχή ἀναγνωρίζεται πάλι ἡ Ἱεραρχία, τήν ὁποία ἐκπροσωπεῖ ἡ ὀκταμελής Ἱερά Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας, μέ τέσσερα μέλη ἀπό τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος καί τέσσερα ἀπό τίς ἐν Ἑλλάδι Ἐπαρχίες τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου[34].

 Ἡ Σύνοδος καταρτίζει τριπρόσωπο γιά τίς ἀρχιερατικές ἐκλογές, ἀλλά ὁ Ὑπουργός Θρησκευμάτων ἐκλέγει ἐκ τῶν τριῶν τόν Μητροπολίτη[35].

Νέα τροποποίηση τό 1932 καθιστᾶ τή διαρκῆ Ἱερά Σύνοδο δωδεκαμελῆ, μέ ἕξι μέλη ἀπό τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ἕξι ἀπό τίς Νέες Χῶρες καί πρόεδρο τόν Ἀθηνῶν[36].

Τό 1938 ἡ Ἱεραρχία, μετά τήν ἐκδημία τοῦ Ἀθηνῶν Χρυσοστόμου, ἐκλέγει μέ διαφορά μίας ψήφου Ἀθηνῶν τόν Δαμασκηνό[37]. Ὅμως, ἡ δικτατορία τοῦ Μεταξᾶ, θέλουσα νά ἐπιβάλει τόν Τραπεζοῦντος Χρύσανθο, ἀκυρώνει τήν ἐκλογή μέ ἀφορμή τήν ψῆφο τοῦ Δρυϊνουπόλεως Ἰωάννη, γιά τόν ὁποῖο ἐκκρεμοῦσε δικαστική ἀπόφαση, παρόλο πού τό Νομικό Συμβούλιο τοῦ Κράτους εἶχε γνωματεύσει γιά τή συμμετοχή τοῦ Ἰωάννη στήν ἐκλογή. Μέ νόμο πού δημοσιεύει ὁ Μεταξᾶς δίδει τό δικαίωμα τῆς ἐκλογῆς στή Διαρκῆ Ἱερά Σύνοδο[38] κι ἔτσι ἐπιβάλλει τήν ἐκλογή τοῦ Χρύσανθου, ὁ ὁποῖος ἀποχωρεῖ τοῦ Ἀρχιεπισκοπικοῦ Θρόνου, μή δεχόμενος νά ὁρκίσει κυβέρνηση τῆς γερμανικῆς κατοχῆς.

Μέ τόν Καταστατικό Χάρτη τοῦ 1943[39] ἡ ἐκλογή τοῦ Ἀθηνῶν ἐπανέρχεται στήν Ἱεραρχία, ἐνῶ ἡ Μείζων Σύνοδος τοῦ 1941 ἀποκατέστησε τόν κανονικῶς ἐκλεγέντα Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν Δαμασκηνό.

Μέ τή δικτατορία τοῦ 1967 ἔχομε τήν τελευταία πολιτειοκρατική παρέμβαση στήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, μέ τήν ἐκλογή ἀπό Διαρκῆ Σύνοδο ὡς Ἀρχιεπισκόπου, τοῦ Ἀρχιμανδρίτη Ἱερώνυμου Κοτσώνη.

Τό 1974, κατά τή δεύτερη φάση τῆς δικτατορίας καί μετά τήν παραίτηση τοῦ Ἱερώνυμου, συνῆλθε ἡ Ἱεραρχία πού ἐξελέγη πρίν τήν 21η Ἀπριλίου 1967 καί θεραπεύουσα τήν ἀντικανονικότητα, ἐξέλεξε Ἀθηνῶν τόν ἀπό Ἰωαννίνων Σεραφείμ. Εἶχε γίνει πλέον πραγματικότητα αὐτό τό ὁποῖο εὐχήθηκε ὁ Σάμου Εἰρηναῖος.

«Ἄς παύσῃ ἡ τόσων κακῶν γενομένη πρόξενος τῇ Ἐκκλησίᾳ κηδεμονία τῆς Πολιτείας. Ἑκάστη ἄς τραπῇ ἐλευθέρως καί μετ’ ἀφοσιώσεως τήν ἰδίαν ὁδόν. Εἶναι καιρός […] νά ἔχωμεν Ἐκκλησίαν ἐλευθέραν ἐν ἐλευθέρῳ Κράτει. Οὐδείς φόβος μή ἡ Ἑλληνική Ἑκκλησία λάβῃ ἐχθρικήν τροπήν ἤ ἀντιστρατευθῇ εἰς τά ἀληθῆ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους»[40].  

Στήν Ἑλληνική Ἐπικράτεια, ἐκτός ἀπό τήν Αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ἔχουμε καί τήν κανονική δικαιοδοσία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἡ ὁποία κατοχυρώνεται κανονικά καί συνταγματικά καί περιλαμβάνει:

α) Τίς Νέες Χῶρες, τῶν ὁποίων, μέ τήν Πατριαρχική καί Συνοδική Πράξη τοῦ 1928 περί τῶν Νέων Χωρῶν, «ἡ διοίκηση … διεξάγεται ἐφεξῆς ἐπιτροπικῶς ὑπό τῆς πεφιλημένης Ἁγιωτάτης Ἀδελφῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος»[41]. Αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ Ἤπειρος, ἡ Μακεδονία, ἡ Θράκη καί τά νησιά τοῦ Αἰγαίου ὑπάγονται κανονικά στή δικαιοδοσία του Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἡ διοίκησή τους ὅμως ἀσκεῖται ἀπό τήν Ἱερά Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Στή Σύνοδο τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἐλλάδος συμμετέχουν ὅλοι οἱ ἀρχιερεῖς τῶν Νέων Χωρῶν. Στή δέ δωδεκαμελῆ Διαρκῆ Σύνοδο συμμετέχουν ἕξι ἀρχιερεῖς ἀπό τίς Νέες Χῶρες. 

β) Τήν Ἐκκλησία Κρήτης, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ ἰδιαίτερη ἐκκλησιαστική δικαιοδοσία, ἔχουσα τήν κανονική της ἀναφορά στό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο. Τό ἐκκλησιαστικό καθεστώς τῆς Ἐκκλησίας Κρήτης ἑδράζεται στή συγκρότηση καί στήν κανονική λειτουργία τῆς Ἱερᾶς Ἐπαρχιακῆς Συνόδου, ἡ ὁποία ἐπί Τιμοθέου Καστρινογιαννάκη (1882-1897) ἐπιλύει τό ἀνακῦψαν πρόβλημα τῶν ἐπισκοπικῶν καί λαμβάνει τέλος τό «ἐπισκοπικό ζήτημα»[42].

            Στή συνέχεια, ἐπί Κρητικῆς Πολιτείας, ὁ Κρήτης Εὐμένιος ὡς ἐκπρόσωπος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί τῆς Ἐκκλησίας Κρήτης καί ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος, ὡς ἐκπρόσωπος τῆς Κρητικῆς Πολιτείας ὑπογράφουν στίς 14 Ὀκτωβρίου τοῦ 1900 στά Χανιά τή Σύμβαση[43]. Δύο Νομικά Πρόσωπα Διεθνοῦς Δικαίου, τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο καί ἡ Κρητική Πολιτεία, διαμορφώνουν τό ἰσχῦον ἰδιαίτερο ἐκκλησιαστικό καθεστώς τῆς Ἐκκλησίας Κρήτης. Κατά τή Σύμβαση, τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο διατηρεῖ τίς Σταυροπηγιακές Μονές, ἡ δέ Ἱερά Ἐπαρχιακή Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας Κρήτης ἐκλέγει τούς ἀρχιερεῖς της καί εἶναι «ἐλευθέρα ἵνα κανονίσει πάντα τά λοιπά κατ’ αὐτήν ἐν κοινῇ συμπράξει μετά τῆς Κρητικῆς Πολιτείας»[44].

            Κατά τή Σύμβαση τοῦ 1900, τόν Κρήτης ἐκλέγει ἡ Ἁγία καί Ἱερά Σύνοδος τοῦ Πατριαρχείου, ἀπό τό τριπρόσωπο πού ἡ Κρητική Πολιτεία ὑποβάλλει στόν Πατριάρχη. Μετά τήν ἕνωση τῆς Κρήτης μέ τήν Ἑλλάδα, τό τριπρόσωπο ὑποβάλλει ἡ Ἑλληνική Πολιτεία, ἡ ὁποία διαδέχθηκε τήν Κρητική Πολιτεία.

             Λίγο πρίν τήν ὑπογραφή τῆς Σύμβασης τοῦ 1900 ἀναγνωρίζεται ὑπό τῆς Κρητικῆς Πολιτείας ὁ Κρήτης Εὐμένιος, ὁ ὁποῖος εἶχε ἐκλεγεῖ τό 1898 καί ἔτσι λαμβάνει τέλος τό γνωστό Μητροπολιτικό ζήτημα[45].

            Μετά τή Σύμβαση τοῦ 1900 θά καταστρωθεῖ καί θά ψηφιστεῖ ἀπό τήν Κρητική Πολιτεία ὁ πρῶτος Καταστατικός Χάρτης τῆς Ἐκκλησίας Κρήτης[46]. Μέ νομοθετική ρύθμιση τοῦ 2015 τό τριπρόσωπο γιά τήν ἐκλογή τοῦ Κρήτης καταρτίζεται ἀπό τήν Ἐπαρχιακή Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας Κρήτης.

            Ἀξιοσημείωτον εἶναι τό γεγονός ὅτι, ἐνῶ ἡ Ἱερά Ἐπαρχιακή Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας Κρήτης ζήτησε κατ’ ἐπανάληψη μέ ἀποφάσεις της, τίς ὁποῖες ἐπισήμως ὑπέβαλε στό Πατριαρχεῖο, νά συγκροτεῖται τό τριπρόσωπο τῆς Ἀρχιεπισκοπικῆς ἐκλογῆς ἀπό τήν Ἁγία καί Ἱερά Σύνοδο τοῦ Πατριαρχείου, σεπτόν Πατριαρχικόν γράμμα[47] παρότρυνε τή Σύνοδο νά ἀναλάβει ἡ ἴδια τήν εὐθύνη τῆς κατάρτισης τοῦ τριπροσώπου ἐκ τῶν ἐν ἐνεργείᾳ Μητροπολιτῶν τῆς Ἐκκλησίας Κρήτης, μέ μυστική ψηφοφορία. Ἡ Ἱερά Ἐπαρχιακή Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας Κρήτης, κατέστη  σύμψηφος τῆς πατριαρχικῆς προτροπῆς καί ἀκολούθησε ἡ νομοθετική ρύθμιση ἀπό τήν Ἑλληνική Πολιτεία[48].

            Τό ἰδιαίτερο ἐκκλησιαστικό καθεστῶς τῆς Ἐκκλησίας Κρήτης μνημονεύεται καί στήν Πατριαρχική καί Συνοδική Πράξη τοῦ 1928[49].

 Τό 1961 θά καταστρωθεῖ καί θά ψηφιστεῖ ὁ δεύτερος Καταστατικός Χάρτης τῆς Ἐκκλησίας Κρήτης[50], πού μέ κάποιες τροποποιήσεις ἰσχύει μέχρι σήμερα. Τό 1962, μέ αἴτημά τους, οἱ ἐπίσκοποι τῆς Κρήτης ὀνομάζονται Μητροπολίτες, τιμῆς ἔνεκεν[51], ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, τό ὁποῖο τό 1967 ἀνυψώνει σέ Ἀρχιεπίσκοπο τόν Μητροπολίτη Κρήτης καί σέ Ἀρχιεπισκοπή[52] τή Μητρόπολη Κρήτης. Τό 1993 οἱ Μητροπολίτες Κρήτης ἀνυψώνονται ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο σέ ἐν ἐνεργείᾳ Μητροπολίτες[53]. Τό 2000 τό Πατριαρχεῖο, μέ τόμο, ἱδρύει τήν ἐνάτη Μητρόπολη Ἀρκαλοχωρίου, Καστελλίου καί Βιάννου, γιά τήν ὁποία ἡ Ἑλληνική Πολιτεία ψήφισε τόν Νόμο 2942/12-09-2001[54].

Τά τελευταῖα ἔτη ἔχουν ψηφιστεῖ ἀπό τήν Ἐπαρχιακή Σύνοδο καί οἱ Κανονισμοί τῆς Ἐκκλησίας Κρήτης:

-          «Περί Ἱερῶν Ναῶν καί Ἐνοριῶν τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς καί τῶν Ἱερῶν Μητροπόλεων τῆς Ἐκκλησίας Κρήτης»[55].

-          «Περί ἔκδοσης τοῦ Ἐπίσημου Δελτίου «Ἀπόστολος Τίτος» τῆς Ἐκκλησίας Κρήτης[56].

-          «Περί τῆς λειτουργίας τοῦ Συνοδικοῦ Γραφείου τῆς Ἱερᾶς Ἐπαρχιακῆς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας Κρήτης»[57].

-          «Κώδικας περί ἐκκλησιαστικῶν ὑπαλλήλων τῆς Ἐκκλησίας Κρήτης»[58].

-          «Περί ὀργάνωσης, ἁρμοδιοτήτων, συγκρότησης, λειτουργίας κ.λπ. τοῦ Συμβουλίου Ἐκκλησιαστικῆς Ἀρχιτεκτονικῆς Κρήτης και Δωδεκανήσου (Σ.Ε.Α.Κ.Δ.) καί τῆς Ὑπηρεσίας Δόμησης (Ὑ.ΔΟΜ.) Κρήτης, Δωδεκανήσου»[59].

-          «Περί συγκρότησης, σύγκλησης, λειτουργίας καί ἁρμοδιοτήτων τῶν Μητροπολιτικῶν Συμβουλίων τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς καί τῶν Ἱερῶν Μητροπόλεων τῆς Ἐκκλησίας Κρήτης»[60].

-          «Περί Ἐφημερίων καί Διακόνων»[61].

            Ὁ μακαριστός Κρήτης Εὐγένιος, ἀναφερόμενος στήν ἰδιοπροσωπία τῆς Ἐκκλησίας Κρήτης, θά γράψει τό 1953 καί τό 1957 ἀντιστοίχως: «Ἡ κανονική αὐτοδιοίκησις καί ἐξάρτησις τῆς Μητροπόλεως Κρήτης ἐκ τοῦ σεπτοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου συμφωνοτάτη πρός τό ἀρχαιότατον κανονικόν διοικητικόν σύστημα τῆς Ἐκκλησίας ὡς βεβαιοῖ ἁπλῆ γνῶσις τῶν  Ἱ. Κανόνων ἀνταποκρίνονται πλήρως εἰς τάς ἀνάγκας καί τήν ἐσωτερικήν αὐτῆς αὐτοτέλειαν, οὐδ’ ἐπιτρέπεται νά ὑποστῇ ἀλλοίωσι ἤ μεταβολήν»[62].

            «Τό Διοικητικόν σύστημα τῆς ἐν Κρήτῃ Ἐκκλησίας, ἄρτιον σύστημα αὐτοδιοικήσεως καί ἀποκεντρώσεως, ἐριδόμενον ἐπί τῶν Ἱερῶν Κανόνων … τό καταρτισθέν … σχέδιον τοῦ Καταστατικοῦ Νόμου … κατοχυροῖ τά κανονικά δικαιώματα τῆς Ἐπαρχιακῆς ἡμῶν Συνόδου, ὡς ὑπέρτατης Ἐκκλησιαστικῆς Διοικητικῆς Ἀρχῆς, καί ἐν γένει τήν αὐτοτέλειαν τῆς ἐν Κρήτῃ Ἐκκλησίας»[63].

γ) Τά Δωδεκάνησα, μέ τίς πέντε Μητροπόλεις καί τήν Ἐξαρχία τῆς Πάτμου, ὑπάγονται κατευθείαν στή δικαιοδοσία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, τῶν ὁποίων ἡ Ἁγία καί Ἱερά Σύνοδος ἐκλέγει τούς ἀρχιερεῖς. Ὁ Πατριαρχικός Ἔξαρχος τῆς Πάτμου ἐκλέγεται ἀπό τήν ἀδελφότητα τῆς Πατριαρχικῆς καί Σταυροπηγιακῆς Μονῆς τῆς Πάτμου.

δ) Τό Ἅγιον Ὄρος, μέ ἐπίσκοπό του τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη, διοικεῖται κατά τόν Καταστατικό του Χάρτη[64] ἀπό τήν Ἱερά Κοινότητα, ἡ ὁποία συνέρχεται σέ τακτικές συνάξεις, συγκροτούμενη ἀπό τούς ἀντιπροσώπους τῶν εἴκοσι Πατριαρχικῶν καί Σταυροπηγιακῶν Μονῶν. Ἐκτάκτως δέ, συνέρχονται σέ κοινή σύναξη οἱ ἡγούμενοι καί οἱ ἀντιπρόσωποι. Ἡ Ἱερά Κοινότητα ἐκπροσωπεῖται νομίμως καί ἀνά ἔτος ἀπό μία πεντάδα τῶν ἀντιπροσώπων τῶν Μονῶν, ἐναλλασσομένων κατά τήν τάξη τῶν Ἱερῶν Μονῶν.

Θά ἤθελα νά ὁλοκληρώσω ἐπισημαίνοντας ὅτι, ἐκδημοκρατιζόμενης τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας, ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος πορεύεται ἀπό τήν πολιτειοκρατεία στή νόμῳ κρατοῦσα πολιτεία καί στή συναλληλία, γιά νά φθάσουμε στόν 21ο αἰῶνα, ὅπου ὁμιλοῦμε πλέον γιά διακριτούς ρόλους Ἐκκλησίας – Πολιτείας.

            Εἴδαμε ὅτι ἡ μεταπολίτευση, μέ τόν Καταστατικό Χάρτη τοῦ 1977 καί τήν κατάργηση τοῦ κυβερνητικοῦ ἐκπροσώπου, ἐπί Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος Σεραφείμ, διαμορφώνει μία ἐλεύθερη Ἐκκλησία σέ μία δημοκρατική Πολιτεία. 

             Ὅμως, γιατί στήν Ἑλληνική Ἐπικράτεια ἑδρεύουν δύο κανονικές ἐκκλησιαστικές δικαιοδοσίες; Ὄχι μόνο διότι ἡ Ἑλληνική Ἐπικράτεια ὁλοκληρώθηκε σέ ἕνα περίπου αἰῶνα (1821-1923), ἀλλά καί διότι τά ἐκκλησιαστικά ὅρια τοῦ Ἑλληνισμοῦ, τοῦ γένους μας, τῆς Ρωμιοσύνης, δέν εἶναι δυνατόν νά ταυτίζονται μέ τήν ἐθνική μας Ἐπικράτεια. Καί ἐξηγοῦμαι, σήμερα τά πρεσβυγενῆ Πατριαρχεῖα Ἀλεξανδρείας καί Ἱεροσολύμων ὑπάγονται στήν ἔννομη τάξη τῶν κρατῶν, ὅπου ἐκτείνονται οἱ ἐκκλησιαστικές τους δικαιοδοσίες. Καί βεβαίως δέν ἀποτελοῦν οἱ δικαιοδοσίες αὐτές μέρη τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπικράτειας, ἀλλά, ὑπό τήν εὐρύτερη ἔννοια τῆς πολιτιστικῆς καί πνευματικῆς παρουσίας τοῦ Ἑλληνισμοῦ, εἶναι προέκταση καί ἐπέκταση στό χῶρο τῆς Μέσης Ἀνατολῆς. Τό ἴδιο ἰσχύει καί γιά τήν Αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία τῆς Κύπρου ἤ γιά τήν αὐτοδιοικούμενη Ἀρχιεπισκοπή τοῦ Σινᾶ. Συνεπῶς, οἱ ἐκκλησιαστικές δικαιοδοσίες τοῦ Ἑλληνισμοῦ δέν περιορίζονται καί δέν δύνανται νά περιοριστοῦν στήν Ἑλληνική Ἐπικράτεια, ὅπως κάποιοι ἐκφραστές τοῦ πνεύματος τοῦ Δημοσθένη ἤ τοῦ Φαρμακίδη δυστυχῶς διατείνονται καί φρονοῦν, πολύ δέ περισσότερο ὅταν στόν Ἑλληνισμό, πνευματικά καί πολιτιστικά, ἀνήκει τό Οἰκουμενικό μας Πατριαρχεῖο, τό ὁποῖο πραγματοποίησε στήν Κρήτη, μέ πολύ κόπο, μόχθο, ἀγωνία καί ἀγῶνα τοῦ Οἰκουμενικοῦ μας Πατριάρχου Κυρίου Κυρίου Βαρθολομαίου, τήν ἀπό μισό αἰῶνα προετοιμαζόμενη Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο, γιά νά διακηρύξει, μέ πρόεδρο τόν ὁμόγλωττό μας καί ὄχι μόνο, Πατριάρχη Βαρθολομαῖο, μεταξύ τῶν ἄλλων, καί τό μεῖζον γεγονός τῆς ἑνότητας τῶν ὀρθοδόξων.

            Ἡ πολιτική ἐπικράτεια ἄλλων ὀρθοδόξων χωρῶν, ὅπως Ρουμανίας, Σερβίας καί Βουλγαρίας, ταυτίζεται μέ τήν ἐκκλησιαστική της ἐπικράτεια, ὅμως στήν περίπτωση τῆς Ἑλλάδος τά πράγματα εἶναι, ὅπως ἐξηγήσαμε, πολύ διαφορετικά. Ἄν, γιά παράδειγμα, ἡ Κύπρος ἑνωνόταν μέ τήν Ἑλλάδα, ὄχι μόνο δέν θά καταργεῖτο τό Αὐτοκέφαλο τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου, ἀλλά στήν Ἑλληνική Ἐπικράτεια θά εἶχε προστεθεῖ μία τρίτη ἐκκλησιαστική δικαιοδοσία, αὐτή τῆς αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας Κύπρου. Συλλειτουργούντων μάλιστα τοῦ Κύπρου καί τοῦ Ἀθηνῶν, θά προεξῆρχε ὁ Κύπρου, τό αὐτοκέφαλο τοῦ ὁποίου εἶναι κατοχυρωμένο καί ἀναγνωρισμένο ἀπό τήν Γ΄ ἐν Ἐφέσῳ Οἰκουμενική Σύνοδο, τό 431.

            Ὑπάρχει ὅμως καί μία ἄλλη παράμετρος. Στήν αὐτοκρατορία τῆς Κωνσταντινουπόλεως, στό Βυζάντιο, δέν εἴχαμε ἑνοποιημένη ἐκκλησιαστική δικαιοδοσία. Μέ πρῶτο τό Κωνσταντινουπόλεως, τά πρεσβυγενῆ Πατριαρχεῖα, Ἀλεξανδρείας, Ἀντιοχείας καί Ἱεροσολύμων, εἶχαν κανονική ἀνεξάρτητη ὑπόσταση καί αὐτοδιοίκηση, ὅπως καί ἡ Αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία τῆς Κύπρου, ἀλλά καί ἡ αὐτοδιοικούμενη Ἀρχιεπισκοπή τοῦ Σινᾶ.

Συνεπῶς, οἱ ὑπάρχουσες δύο ἐκκλησιαστικές δικαιοδοσίες στήν Ἑλληνική Ἐπικράτεια, τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί τῆς Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, διασώζουν καί συνεχίζουν τήν παράδοση τοῦ Βυζαντίου, πού θά μποροῦσε νά θεωρηθεῖ καί συνέχεια τῆς ἀρχαιοελληνικῆς πόλης-κράτους.

 

[1] Δημοσιεύεται στόν ὑπό ἔκδοση Τιμητικό Τόμο γιά τόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Πριγκιποννήσων κ. Ἰάκωβο.

[2] Ροδόπουλος Π., Μητροπ., Ἐπιτομή Κανονικοῦ Δικαίου, Θεσσαλονίκη 1998, σ. 210-214.

[3] Ὅ.π., σ. 215-217.

[4] Ὅ.π., σ. 218-219.

[5] Hobsbawm E.Z., Ἡ ἐποχή τῶν αὐτοκρατοριῶν (1875-1914), μτφ. Κωστούλα Σκλαβενίτη, ἐκδ. ΜΙΕΤ, Ἀθήνα 2000.

[6] Νανάκης Ἀ., Μητροπ., Ἐκκλησία - Γένος - Ἑλληνισμός, Κατερίνη 1993, σ. 105-114.

[7] Ὅ.π., σ. 115-117.

[8] Νανάκης., Μητροπ., κκλησία θναρχοῦσα καί θνική, Θεσσαλονίκη 2007, σ. 48-53.

[9] Νανάκης., Μητροπ., Ἐκκλησία - Γένος - Ἑλληνισμός, σ. 99-104.

[10] Ὅ.π., σ. 119-129.

[11] Νανάκης Ἀ., Μητροπ., Ἐκκλησία Ἐθναρχοῦσα καί θνική, σ. 20-21.

[12] Σβῶλος Ἀ., Τά ἑλληνικά συντάγματα 1822-1952, Ἀθήνα 21972, σ. 66.

[13] Βυζάντιος Δ., Ἡ Βαβυλωνία ἤ ἡ κατά τόπους διαφορά τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης, Κωμωδία, ἐν Ἀθήναις 61866. Πρβλ. Δημαρᾶς Κ.Θ., Ἑλληνικός Ρομαντισμός, Ἀθήνα 1982, σ. 329.

[14] Σταθοπούλου Θ., Τό κίνημα τοῦ Παπουλάκου: οἱ πολιτικές, κοινωνικές καί θρησκευτικές διαστάσεις του, διδακτορική διατριβή, Τμῆμα Κοινωνικῆς Ἀνθρωπολογίας, Γεωγραφίας καί Πολιτικῆς τοῦ Παντείου Πανεπιστημίου, Ἀθήνα 1991.

[15] A. Smith, Ἐθνική ταυτότητα, μφρ. Εὔα Πέππα, Ἀθήνα 2000, σ. 90, παρατηρεῖ ὅτι «ἡ μεγάλη μάζα τῶν Γάλλων ἀγροτῶν δέν εἶχε ἐνσωματωθεῖ πλήρως στό γαλλικό ἔθνος πρίν τό 1900 καί τήν ἐφαρμογή τῆς μαζικῆς ἐθνικῆς εκπαίδευσης καί στρατολογίας».

[16] Κοφινιώτης Εὐ., Ἡ Ἐκκλησία ἐν Ἑλλάδι, ἐν Ἀθήναις 1897, σ. 33.

[17] Νανάκης., Μητροπ., ὅ.π., σ. 108.

[18] «Τό ζήτημα τοῦ κλήρου Α’», Ἀνάπλασις Β’ (1888-1889), σ. 173-174.

[19] Περί κλήρου καί θρησκείας, ἐν Ἑλλάδι τῇ 18 Ἰουλίου 1832 σ. 3. Ὁ ἀνώνυμος συγγραφέας, πού ὑπογράφει μέ τά ἀρχικά Α.Κ.Η. στό τέλος τοῦ κειμένου τῶν 22 σελίδων, πιστεύει σέ μία Ἐκκλησία χειραφετημένη ἀπό τήν Πολιτεία, γι’ αὐτό καί προτείνει τή συγκρότηση Συνόδου «πάντῃ ἀνεξάρτητον, ὡς τῆς Κύπρου», Μπαλάνος Δ.Σ., «Ἐκκλησία καί ἔθνος», ἀνάτ. ἀπό Πρακτικά Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν 13, 1938, σ. 21.

[20] Γιαννόπουλος Στ., Συλλογή τῶν ἐγκυκλίων τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἑκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, Ἀθήνα 21998, σ. 304-310.

[21] Ὅ.π., σ. 306.

[22] Ροδόπουλος Π., Μητροπ., ὅ.π., σ. 251.

[23] Ἀτέσης Β., Μητροπ., Ἡ ἀκύρωσις τῆς ἐκλογῆς τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Κερκύρας Ἀντωνίου Χαριάτου ὡς Μητροπολίτου Ἀθηνῶν (28 Ἰουλίου 1873), ἐν Ἀθήναις 1951.

[24] Ἱερός Σύνδεσμος, 1 Νοεμβρίου 1909, σ. 1-8, ὅπου δημοσιεύεται ὁ νόμος.

[25] Ὅ.π., 1 Φεβρουαρίου 1911, σ. 3-9, ὅπου δημοσιεύεται ὁ νόμος.

[26] Ὅ.π., σ. 10-12, ὅπου καί ἡ δημοσίευση τοῦ ἐκτελεστικοῦ διατάγματος.

[27] Ὅ.π., 1 Φεβρουαρίου 1911, σ. 3 καί 5, ὅπου ἄρθρα 1, 2 καί 7.

[28] Ὅ.π., σ. 10-12, ὅπου στό ἐκτελεστικό διάταγμα δημοσιεύονται τά τῆς διαδικασίας τῶν ἐκλογῶν.

[29] Γεννάδιος Θεσσαλονίκης, Ἡ Ἐκκλησία τῶν Νέων Χωρῶν, Γρηγόριος Παλαμᾶς 12 (1928) 23 καί Ἱερός Σύνδεσμος, 15 Ἰουνίου 1914, σ. 3 κ.ἐ., ὅπου τό διάταγμα «Σύστασις τῆς Νομοπαρασκευαστικῆς Ἐπιτροπείας».

[30] Νανάκης., Μητροπ., κκλησία θναρχοῦσα καί Ἐθνική, σ. 169-170.

[31] Γεννάδιος Θεσσαλονίκης, ὅ.π., σ. 14-26 καί 171.

[32] Ροδόπουλος Π., Μητροπ., ὅ.π., σ. 260.

[33] Τζωρτζάτος Β.Δ., Μητροπ., Ἡ καταστατική νομοθεσία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἐν Ἀθήναις 1967, σ. 157-162.

[34] Ὅ.π., σ. 166-181.

[35] Ὅ.π., σ. 173.

[36] Ὅ.π., σ. 182.

[37] Χαραλαμπόπουλος Χ., Δαμασκηνός Παπανδρέου, Ἀθήνα 1990, Ἡ ἐκλογή τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν, 5 Νοεμβρίου 1938, Ἀθήνα 1941 καί Νανάκης Ἀ., Μητροπ., Ὁ Ἰωάννης Μεταξᾶς καί ἡ ἐκλογή (1938) τοῦ Ἀθηνῶν Χρυσάνθου τοῦ ἀπό Τραπεζοῦντος. Σπουδή στήν κατακόρυφη καί ὁριζόντια κοινωνικότητα, Τιμητικός τόμος στόν ὁμότιμο καθηγητή  Βασ. Ἰ. Γιούλτση, Θεσσαλονίκη 2007, σ. 81-94.

[38] Τζωρτζάτος Β.Δ., Μητροπ., ὅ.π., σ. 219-221.

[39] Ὅ.π., σ. 268-308.

[40] Εἰρηναῖος Κασσανδρείας, Μητροπ., Ὑπόμνημα εἰς τήν Ἱεράν Σύνοδον τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἑλλάδος, ἐν Ἀθήναις 1929, σ. 38. 

[41] Τζωρτζάτος Β.Δ. Μητροπ., ὅ.π., σ. 53.

[42] Νανάκης Ἀ., Μητροπ., Τό ἐπισκοπικό ζήτημα (1880-1882) καί ἡ Ἐκκλησία τῆς Κρήτης, ἐκδ. Τέρτιος, Κατερίνη 1992.

[43] Νανάκης Ἀ., Μητροπ., Τό Μητροπολιτικό ζήτημα καί ἡ ἐκκλησιαστική ὀργάνωση τῆς Κρήτης (1897-1900), ἐκδ. Ἐπέκταση, Κατερίνη 1995, σ. 145-147.

[44] Ὅ.π., σ. 147.

[45] Ὅ.π.

[46] Ὅ.π., σ. 205-246.

[47] Ἀρχεῖον Ἱερᾶς Ἐπαρχιακῆς Συνόδου Ἐκκλησίας Κρήτης, σεπτόν Πατριαρχικόν γράμμα, ἀριθ. πρωτ. 965, 4 Σεπτεμβρίου 2014.

[48] Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, τ. Α΄, φύλ. 258, 8 Δεκεμβρίου 2014, ἄρθρο 52, σ. 7909-7910.

[49] Ροδόπουλος Π., Μητροπ., ὅ.π., σ. 257.

[50] Ἀποστολάκης Γ., Βασικαί διατάξεις Ἐκκλησιαστικοῦ-Κανονικοῦ Δικαίου καί Νομολογία, Ἡράκλειο Κρήτης 2006, σ. 561-609.

[51] Ἀποστολάκης Γ., Ἐκκλησιαστική νομοθεσία Κρήτης, Ἡράκλειο 1993, σ. 124-125, ἡ Ἑλληνική Πολιτεία μέ τό νομοθετικό διάταγμα 4562/1966 (ΦΕΚ Α’ 210) προχώρησε σέ ἀνάλογες τροποποιήσεις καταστατικοῦ τοῦ 1961.

[52] Ἀποστολάκης Γ., Βασικαί διατάξεις…, σ. 648-649, ἡ Ἑλληνική Πολιτεία μέ τόν 137/67 Α.Ν. προχώρησε σε νομοθετική ρύθμιση.

[53] Ὅ.π., σ. 650-651.

[54] Ὅ.π., σ. 652-653.

[55] ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘΜ. 7/2015, Φ.Ε.Κ. 61 Α’/23.6.2015, Ἀπόστολος Τίτος 24  Αὔγουστος (2015) 177-201.

[56] ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘΜ. 5/2015, Φ.Ε.Κ. 61 Α’/23.6.2015, Ἀπόστολος Τίτος 24 Αὔγουστος (2015) 165-170.

[57] ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘΜ. 6/2015, Φ.Ε.Κ. 57 Α’/15.6.2015, Ἀπόστολος Τίτος 24 Αὔγουστος (2015) 171-176.

[58] ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘΜ. 4/2015, Φ.Ε.Κ. 57 Α’/15.6.2015, Ἀπόστολος Τίτος 24 Αὔγουστος (2015) 127-164.

[59] ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘΜ. 3/2015, Φ.Ε.Κ. 23 Α’/6.2.2015, Ἀπόστολος Τίτος 23 Ἀπρίλιος (2015) 149-172.

[60] ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘΜ. 2/2014, Φ.Ε.Κ. 66 Α’/12.3.2014, Ἀπόστολος Τίτος 20 Ἀπρίλιος (2014) 229-237.

[61] ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘΜ. 1/2013, Φ.Ε.Κ. 65 Α’/12.3.2013, Ἀπόστολος Τίτος 17 Ἀπρίλιος (2013) 55-56. 

[62] Νανάκης., Μητροπ., Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου Νεώτερα Ἱστορικά β’, Θεσσαλονίκη 2004, σ. 269.

[63] Ὅ.π.

[64] Ροδόπουλος Π., Μητροπ., ὅ.π., σ. 443-481.