Ο από Ιωαννίνων αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος Σπυρίδων εν μέσω εκκλησιαστικών και πολιτικών διχασμών

Μητροπολίτη Αρκαλοχωρίου, Καστελλίου και Βιάννου

Ανδρέα Νανάκη

Καθηγητή Θεολογικής Σχολής Θεσσαλονίκης

 

 

Ὁ Ἀθηνῶν Σπυρίδων, ὁ ἀπό Ἰωαννίνων, ὑπῆρξε μιά ξεχωριστή ἐκκλησιαστική προσωπικότητα μέ δυσεύρετη σύνεση, ἀποφασιστικότητα καί σταθερότητα στίς ἀπόψεις του[1]. Γόνος καί ἀνάστημα τῆς ἐθναρχοῦσας Ἐκκλησίας καί τῆς ἐθναρχίας, τοῦ Οἰκουμενικοῦ μας, δηλαδή, Πατριαρχείου, πορεύθηκε ἐν μέσω δυσκόλων ἤ σαφέστερα διχαστικῶν πολιτικοκοινωνικῶν καταστάσεων, μέ ὑψηλή ὅμως ἐκκλησιαστική συνείδηση καί αἴσθηση εὐθύνης. Σταθερή μέριμνά του ὑπῆρξε, σέ κάθε περίπτωση, ἡ ὑπέρβαση τοῦ διχασμοῦ καί τῆς πόλωσης, τόσο στό ἐκκλησιαστικό ὅσο καί στό πολιτικό πεδίο καί βέβαια ἡ διαφύλαξη τοῦ κύρους καί τῆς ἐμβέλειας τῆς Ἐκκλησίας στό σύνολο τῶν κοινωνικῶν διαστρωματώσεων.

Ἡ δεύτερη δεκαετία τοῦ 20οῦ αἰῶνα καί οἱ περί τήν ἐθνική ὁλοκλήρωση ἐπιλογές μέ τήν Ἀντάντ, τόν Βενιζέλο καί τούς βενιζελικούς ἤ μέ τίς κεντρικές δυνάμεις, τόν Βασιλέα Κωνσταντῖνο καί τούς βασιλόφρονες, διαμόρφωσε δύο ἀντίπαλα στρατόπεδα στόν ἑλλαδικό καί ὅπου γῆς ἐξωελλαδικό ἑλληνισμό. Ἡ τοποθέτηση τοῦ Σπυρίδωνα ὑπῆρξε σαφέστατη καί δεδηλωμένη ὑπέρ τοῦ βασιλέα καί τοῦ λαϊκοῦ κόμματος. Εἶχε ὅμως τό σθένος, τήν ἀποφασιστικότητα καί τήν ψυχική δύναμη, ὡς ἀκραιφνῶς ἐκκλησιαστική προσωπικότητα νά προτάσσει πάντοτε τήν ἐκκλησιαστική ἑνότητα καί νά λαμβάνει πρωτοβουλίες πού διαφύλατταν καί ἀνύψωναν τό κῦρος τῆς Ἐκκλησίας. Καί αὐτό θά τεκμηριώσω στό ἄρθρο μου, ἑδραζόμενος σέ τρία ἱστορικά γεγονότα.

Τό πρῶτο καί ἐκτενέστερο συνδέεται μέ τήν ἐκλογή στόν Οἰκουμενικό Θρόνο τοῦ ἀπό Ἀθηνῶν Μελετίου Μεταξάκη[2], μιᾶς χαρισματικῆς προσωπικότητας πού ἄφησε ἀνεξίτηλη τή δημιουργική του σφραγίδα, κυρίως στό Πατριαρχεῖο Ἀλεξανδρείας, ὅπου ἐπί μακρόν πατριάρχευσε, ἀπό τό 1926 ἕως τό 1935, ὁπότε καί ἐτελεύτησε.

Ὁ Θρόνος τοῦ Οἰκουμενικoῦ Πατριαρχείου παρέμεινε ἐν χηρείᾳ ἀπό τό 1918, ἡ δέ πατριαρχική ἐκλογή, περιεπλάκη μέ τίς πολεμικές καί πολιτικές ἐξελίξεις τοῦ Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, μέ τήν πορεία τῆς μικρασιατικῆς ἐκστρατείας καί τήν ἐπικείμενη καταστροφή.

Στήν Ἱεραρχία τοῦ Θρόνου, ὅπως καί στό σύνολο ἑλληνισμό ἔχομε τόν διχασμό μεταξύ τῶν βενιζελικῶν καί τῶν ἀντιβενιζελικῶν. Κατά τήν περίοδο τῆς πρωθυπουργίας τοῦ Βενιζέλου, μέχρι, δηλαδή, τόν Νοέμβριο τοῦ 1920, γίνονταν ἀποδεκτές ἀπό τήν Ἱεραρχία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, οἱ ὑποδείξεις τοῦ ἐθνικοῦ κέντρου τῆς Ἀθήνας, γιά τήν ἀναβολή τῆς πατριαρχικῆς ἐκλογῆς καί γιά τή διεξαγωγή της μετά τό τέλος τοῦ πολέμου.

Στίς 17 Ὀκτωβρίου 1918 ἔχομε τήν πρώτη προκήρυξη τῆς ἐκλογῆς, ἡ ὁποία μετά ἀπό παρεμβάσεις τοῦ ἐθνικοῦ κέντρου, διαρκῶς ἀναβαλλόταν. Τόν Αὔγουστο τοῦ 1919 ἡ Ἀθήνα γνωρίζει στό Πατριαρχεῖο τήν ἀνάγκη γιά ἀναβολή τῆς πατριαρχικῆς ἐκλογῆς. «Ὑποδείξατε καί πάλιν εἰς ἀρμοδίους ὅτι ἡ γνώμη τοῦ κ. Προέδρου καί ἡμῶν εἶναι ὅτι ἐπί τοῦ παρόντος οὐδείς δύναται νά γίνη λόγος περί οἰασδήποτε ἐκλογικῆς ἐνεργείας, καθ’ ὅτι μέχρι ὁριστικῆς ρυθμίσεως τῶν ἐν Κωνσταντινουπόλει ἐν σχέσει πρός τό Πατριαρχεῖον φρονοῦμεν ὅτι ἐπιβάλλεται ἀπολύτως ἀναβολή»[3]. Τόν Ὀκτώβριο τοῦ 1919 κατά τή συνεδρίασή τους τά δύο σώματα, τέσσερεις ἀρχιερεῖς καί ὀκτώ λαϊκοί, δέν τοποθετήθηκαν γιά τήν ἀναβολή ἤ τήν ἐπίσπευση τῆς ἐκλογῆς, ὁ δέ τοποτηρητής Καισαρείας Νικόλαος καί δύο σύμβουλοι «θερμότατα συνηγόρησαν ὑπέρ τῆς ἐπ’ ἀόριστον ἀναβολῆς τῆς ἐκλογῆς»[4].

Ἡ κατανόηση τῆς ἀποδοχῆς τῶν ὑποδείξεων τῆς Ἀθήνας πρός τήν Κωνσταντινούπολη ἑδράζεται σέ δύο δεδομένα. Πρῶτον, στήν διαφαινόμενη αἴσια πορεία τῆς μικρασιατικῆς ἐκστρατείας καί στήν συνακόλουθη πραγμάτωση τῶν ἐθνικῶν ὁραμάτων γιά τή μεγάλη Ἑλλάδα καί δεύτερον, στή φιλοβενιζελική τοποθέτηση τῆς Κωνσταντινούπολης, ὅπως βέβαια καί σύνολου κατά κανόνα τοῦ ἐξωελλαδικοῦ ἑλληνισμοῦ. Εἶναι, μάλιστα, πολύ χαρακτηριστική ἡ φράση τοῦ σημειώματος πού ὁ καθηγητής τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Ἀθηνῶν Χρῆστος Ἀνδροῦτσος στέλνει τόν Ἰανουάριο τοῦ 1921 στόν Πρωθυπουργό Ράλλη. «Κωνσταντινούπολις πάσχει ἐκ Βενιζελίτιδος εὐεξηγήτου, ἥν ἐκμεταλλεύονται διάφοροι ἐξυπηρετοῦντες ἀνεπιγνώστως ξένα συμφέροντα. Ἡ Κατάστασις θά παρέλθη ἀφ’ ἑαυτῆς διά τοῦ χρόνου καί τῆς ἐπί τά πρόσω πορείας τῶν ἐθνικῶν ζητημάτων»[5].

Ἤδη ἀπό τόν Νοέμβριο τοῦ 1920, μετά τήν ἧττα τοῦ Βενιζέλου, ὁ Κωνσταντίνος ἐπανέρχεται, ὁ δέ κύριος ἐκπρόσωπος τοῦ ἀντιβενιζελισμοῦ Δημήτριος Γούναρης σχημάτισε κυβέρνηση, ἡ ὁποία ὅμως δέν ὁρκίστηκε ἀπό τόν τότε Ἀθηνῶν Μελέτιο. Στή θέση τοῦ Μητροπολίτη Ἀθηνῶν ἐπανέρχεται ὁ Θεόκλητος, ὁ ὁποῖος μετά τή συμμετοχή του στό ἀνάθεμα, εἶχε κηρυχθεῖ ἔκπτωτος τό 1917. Ὁ Βενιζέλος κατερχόμενος ἀπό τή Θεσσαλονίκη στήν Ἀθήνα, μέ παρέμβασή του πρός τή Σύνοδο ἐξέλεξε τό 1918 τόν Μελέτιο Μητροπολίτη Ἀθηνῶν ἀπό Μητροπολίτη Κιτίου[6].

Στίς 12 Ἀπριλίου 1921 ἡ Κωνσταντινούπολη ἐξ αἰτίας τῶν διαφαινόμενων ἀδιεξόδων τῆς μικρασιατικῆς ἐκστρατείας, ἀποφασίζει καί προχωράει στήν προκήρυξη τῆς πατριαρχικῆς ἐκλογῆς χωρίς νά ἔχει τή σύμφωνη γνώμη τῆς Ἀθήνας. Προσδοκοῦσε ἀπό τόν Πατριάρχη τήν  ἀνάληψη πρωτοβουλιῶν γιά τήν προσέγγιση τῆς Ἀντάντ καί τή διάσωση τοῦ μικρασιατικοῦ ἑλληνισμοῦ ἀπό τό διαφαινόμενο ἀδιέξοδο τῆς ἐκστρατείας καί τήν καταστροφή. Γι’ αὐτό καί ἐπέλεξε τελικά τόν ἀκραιφνή βενιζελικό Μελέτιο Μεταξάκη ὡς ἔκφραση ἐμπιστοσύνης τοῦ ἐξωελλαδικοῦ ἑλληνισμοῦ πρός τούς ἀγγλογάλλους.

 Παρά τίς ποικίλες ἀντιδράσεις τῆς ἑλληνικῆς κυβέρνησης γιά τήν ἀναβολή τῆς πατριαρχικῆς ἐκλογῆς καί τή στενή της συνεργασία γιά τό σκοπό αὐτό μέ τούς προσκείμενούς της φιλοβασιλικούς μητροπολίτες, Ἰωαννίνων Σπυρίδωνα, Τραπεζοῦντος Χρύσανθο, Πελαγωνίας Χρυσόστομο, Καστοριᾶς Ἰωακείμ,  οἱ ὁποῖοι, μάλιστα, παρεπιδημοῦσαν γιά τό λόγο αὐτό στήν Ἀθήνα, ἡ Κωνσταντινούπολη προχώρησε στήν ἐκλογή Πατριάρχη. Τόν Νοέμβριο τοῦ 1922 ἐξέλεξε Πατριάρχη τόν Μελέτιο, τόν κατ΄ ἐξοχήν βενιζελικό ἱεράρχη στόν ἐκκλησιαστικό χῶρο.

Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος μετά τήν ἐκλογή τοῦ Μελετίου στόν οἰκουμενικό θρόνο τόν Νοέμβριο τοῦ 1921, προχώρησε τόν Δεκέμβριο τοῦ 1921 στήν καθαίρεση τοῦ Μελετίου, ὑπακούοντας μέ τήν πράξη αὐτή στή σαφέστατη βούληση τῆς ἑλληνικῆς κυβέρνησης.

Ἡ μεγάλη ἐκκλησιαστική συμβολή τοῦ Ἰωαννίνων Σπυρίδωνα ἐκδηλώνεται στίς 16 Δεκεμβρίου 1921, ὅταν ἡ κυβέρνηση τῆς Ἀθήνας, συγκάλεσε στή Θεσσαλονίκη, τή συνέλευση τῶν ἱεραρχῶν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἀποφασισμένη νά ὁδηγήσει τούς ἱεράρχες στήν ἀποκήρυξη τοῦ ἐκλεγμένου, πλέον, Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχη Μελετίου καί στήν ἐπικύρωση τῆς καθαίρεσης, πού τοῦ εἶχε ἐπιβληθεῖ ἀπό τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος.

Ἡ πόλωση καί ὁ ἐκκλησιαστικός διχασμός στή συνέλευση τῶν ἱεραρχῶν τῆς Θεσσαλονίκης δηλώνεται ἀπό τό παρακάτω φραστικό γεγονός. Ὅταν ἱεράρχης χαρακτήρισε τόν Μελέτιο πρώην Κιτίου, ἄλλος ἱεράρχης ζήτησε, ἄν ὁ χαρακτηρισμός γραφεῖ στά πρακτικά νά καταχωρηθεῖ καί ἡ δική του ἄποψη πού τόν θεωροῦσε ἐψηφισμένο Οἰκουμενικό Πατριάρχη[7].

Εἶναι σαφέστατο ὅτι ὁ πολιτικός διχασμός ἔχει τραυματίσει βαθιά τήν Ἐκκλησία καί εἶχαν διαμορφωθεῖ δύο ἀντίπαλες τάσεις στή συνέλευση τῆς Θεσσαλονίκης, παράλληλες μέ τίς πολιτικές, πού μποροῦσαν νά ὁδηγήσουν τήν Ἐκκλησία σέ σχίσμα. Δύο ἱεράρχες, ὁ Ἰωαννίνων Σπυρίδων ἀπό τή φιλοβασιλική παράταξη καί ὁ Κασσανδρείας Εἰρηναῖος ἀπό τή φιλοβενιζελική παράταξη ἐκπροσώπησαν τίς δύο τάσεις τῆς συνέλευσης. Μέ τίς τοποθετήσεις - αὐτοκριτικές τους γιά τό ἐκκλησιαστικό πρόβλημα τῆς ἐποχῆς βοήθησαν νά ἀποφευχθεῖ τό σχίσμα καί ἡ περαιτέρω ὄξυνση τοῦ προβλήματος τῆς πατριαρχικῆς ἐκλογῆς.

Ἡ εἰσήγηση τοῦ Ἰωαννίνων Σπυρίδωνα στή συνέλευση τῶν ἱεραρχῶν τῆς Θεσσαλονίκης ἔχει ὡς ἀκολούθως.

Μ. Ἰωαννίνων. Νομίζω, ὅτι ἀφοῦ ὁ Μ. Κασσανδρείας χωρίς νά εἰσέλθει εἰς τήν οὐσίαν, θέλει νά εἴπει μερικάς σκέψεις καί τονίζει, ὅτι πρέπει νά κάμωμεν χρῆσιν πρό παντός εἰρηνευτικῆς μεθόδου, πρέπει νά ἀφεθεῖ νά ὁμιλήσει. Πρέπει νά κρατήσωσιν σκέψεις ὑψηλότεραι καί ἐγώ τοιαῦτα τινά ἔχω σκοπόν νά εἴπω.

Ἡ θλιβερά κατάστασις, εἰς ἥν ἔναγχος περιῆλθον τά καθ’ ἡμᾶς, ὡς ἐκ τῆς ἐκθέσεως τῆς πλειοψηφίας τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καί ἄλλοθεν ἐλάβομεν γνῶσιν, εὐλόγως ἤγαγον, Ἀδελφοί, τήν πλειοψηφίαν τῆς Ἱεραρχίας τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου ἐπί τό αὐτό, ἵνα ἐν Πνεύματι Χριστοῦ κοινολογήσωμεν πρός ἀλλήλους, καί ἐξεύρομεν τρόπον, δι’ οὗ θά δυνηθῶμεν νά κρίνομεν ἀκριβῶς καί δικαίως περί τῶν ἐν Φαναρίῳ γενομένων καί νά ρυθμίσομεν τά μέλλοντα ὡς ἀπαιτεῖ τό συμφέρον τῆς Ἐκκλησίας.

Ἡ Συνέλευσις αὕτη τῆς Ἱεραρχίας ἀποτελεῖ μέγα γεγονός ἐν τῇ ἱστορία τῆς καθ’ ἡμᾶς Ἐκκλησίας, μεγάλας δέ εὐθύνας ἀναλαμβάνομεν, ἐάν εἷς ἕκαστος ἐξ ἡμῶν καί πάντες ὁμοῦ δέν ἀρθῶμεν ὑπεράνω πάσης ἰδιοτελείας, παντός ἀτομικοῦ καί κομματικοῦ συμφέροντος, ὑπεράνω πάσης συμπαθείας, ἥ ἀντιπαθείας πολιτικῆς, παντός ὑπολογισμοῦ ξένου πρός τά Ἐκκλησιαστικά ἰδεώδη, καί θεωρῶ καθῆκον μου νά τονίσω, ὅτι ἡ Συνέλευσις αὐτή πρέπει νά περιβληθῆ ἀκραιφνῆ Ἐκκλησιαστικόν χαρακτήρα, διότι ὁ σημερινός σάλος τῆς Ἐκκλησίας μας ἀποτελεῖ συνέχειαν τοῦ ἀπό τριετίας καί ἐπέκεινα σάλου, τοῦ συνταράσσοντος τήν ἀδελφήν Ἐκκλησίαν τοῦ Ἐλευθέρου Βασιλείου, καί τοῦτο διότι εἶναι λίαν μειονεκτική ἡ θέσις τῆς Ἐκκλησίας ἐκείνης ἔναντι τῆς Πολιτείας, διότι οἱ πάντες γνωρίζωμεν καλῶς, ὅτι ἀφ’ οὗ χρόνου συνεστήθη τό Βασίλειον τῆς Ἑλλάδος, ἡ Ἑλληνική Πολιτεία, καίτοι ἔχει ἐν τῷ Συντάγματι αὐτῆς ἀναγεγραμμένην τήν προνομιοῦχον ἐν τῷ Κράτει θέσιν τῆς Ἑκκλησίας, ἐν τοῖς πράγμασιν, ὅμως ὄχι μόνον οὐδεμίαν εὔνοιαν ἔδειξε πρός αὐτήν, ἀλλ’ ὅλως τουναντίον οἱ ἑκάστοτε πολιτικοί παράγοντες ἐτήρησαν πρός αὐτήν στάσιν δυσμενῆ, ἐπιχειρήσαντες παντοιοτρόπως νά ὑποδουλώσωσι τούς ἱεραρχικούς χαρακτήρας καί νά καταστήσωσιν αὐτούς ὄργανα βλέψεων ξένων πρός τά ἰδανικά τῆς Ἐκκλησίας. Ἀπό τῆς ἀπόψεως ταύτης δέν εἶναι ἀνεξήγητον ἴσως τό ἄλλως λίαν λυπηρόν φαινόμενον, ὅτι ὅσοι τῶν Ἱεραρχῶν τοῦ Κλίματος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου εὑρέθημεν εἰς τό Ἑλληνικό Κράτος, μετά τούς Βαλκανικούς Πολέμους, δέν ἠδυνήθημεν κατά τό μέγιστον μέρος νά κρατήσωμεν ἡμᾶς αὐτούς μακράν τῶν πολιτικῶν σάλων καί τῆς ἐπηρείας τοῦ περιβάλλοντος.

 Πρός τάς ὁποθενδήποτε, λοιπόν, παρεμφερεῖς ἐπηρείας δέον νά τηρήσῃ ἑαυτήν ἡ Συνέλευσις ξένην. Καί πρέπει νά θεωρηθεῖ αὕτη ὡς ἀπαρχή ἀπόπειρας ἀποτινάξεως ἀπό τοῦ Ἱεραρχικοῦ Σώματος παντός ἐξευτελισμοῦ, ἀπό οἰασδήποτε Πολιτείας προερχομένου. Ὁ ἐξευτελισμός δέ οὗτος τῆς Ἱεραρχίας χρονολογεῖται ἀφ’ ἧς ἐποχῆς τό πατριωτικόν καί ἐθνικόν συμφέρον προβάλλεται ἐνώπιον τῆς Ἐκκλησίας ὡς ἀνώτερον τοῦ Θρησκευτικοῦ καί τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ. Ἡ Ἱεραρχία δέν ἔχει ἀνάγκην ἐπιδείξεως. Ἡ Ἐκκλησία, βεβαίως, ἀνήκει εἰς τό Ἔθνος. Αὕτη ἐγαλούχησε καί ἐξέθρεψε καί ἐχειραγώγησε τό Ἔθνος, ἀλλά οἱ πολιτικοί παράγοντες τοῦ Ἔθνους οὔ μόνον ἠμέλησαν αὐτήν, ἀλλά καί τήν ἐπολέμησαν. Οὐδέ πρέπει νά μᾶς διαφεύγῃ, ὅτι τό αὐτό πνεῦμα δυσμενές πρός τήν Ἐκκλησίαν διαπνέει καί τούς ἐν Κωνσταντινουπόλει ἰθύνοντας πολιτικούς καί κοινοτικούς κύκλους, ἀφ’ ἧς ἐνόμισαν αὐτούς πανισχύρους, ἀπατώμενοι. Δι’ ὅλα ταῦτα ὀφείλωμεν εἰς τάς ἡμετέρας σκέψεις νά θέσωμεν ὡς βάσιν, ἀφετηρίαν καί σκοπόν τό συμφέρον τῆς Ἐκκλησίας καί μόνον αὐτό, καί ἐξορκίζω πάντας Ὑμᾶς, ὅπως διά τῆς ἀνεπηρεάστου στάσεώς μας ἀποδείξωμεν ἐνώπιον ὅλου τοῦ Χριστιανικοῦ πληρώματος ὅτι ἔχομεν συνείδησιν προπαντός Ἀρχιερέων Χριστοῦ, ὅτι ἐμφορούμεθα προπαντός Ἐκκλησιαστικοῦ πνεύματος, καί τοῦ πνεύματος ἐκείνου οὔ ἐνεφοροῦντο οἱ ἀρχαῖοι πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ἀμυνόμενοι κατά παντός πολεμίου καί πρός δόξαν αὐτῆς[8].

Καθοριστική, ἐπίσης, ὑπῆρξε ἡ εἰσήγηση, ἀλλά καί οἱ διαρκεῖς παρεμβάσεις τοῦ Κασσανδρείας Εἰρηναίου[9]. Ἡ συμβολή του στήν ὑπέρβαση τοῦ ἀδιεξόδου καί στήν ἀποφυγή τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σχίσματος ὑπῆρξε, ἐπίσης, καταλυτική. Δέν ἀποφάσισαν τήν καθαίρεση τοῦ Μελετίου, ὅπως ὑποδείκνυε ἡ ἑλληνική πολιτεία, ἀλλά θεώρησαν τήν ἐκλογή μή γενομένη, κάλεσαν τόν Μελέτιο νά μή μεταβεῖ στήν Κωνσταντινούπολη, γιατί θά συνερχόταν ἐκεῖ ἡ Ἱεραρχία γιά νά ἐκλέξει Πατριάρχη καί τέλος, ὁ Ἰωαννίνων Σπυρίδωνας μέ τόν Κασσανδρείας Εἰρηναῖο θά μετέβαιναν στήν Κωνσταντινούπολη, γιά νά βολιδοσκοπήσουν τήν κατάσταση καί νά προετοιμάσουν τήν ἐκεῖ μετάβαση τῆς Ἱεραρχίας.

Ἔμπειροι καί στά ἐκκλησιαστικά καί ἐθνικά ζητήματα μπαρουτοκαπνισμένοι Ἱεράρχες, ὁ Σπυρίδωνας καί ὁ Εἰρηναῖος, μετέβησαν στήν Κωνσταντινούπολη, ὅμως ἀπό τήν πρώτη στιγμή καί τήν ἀρχή τῆς συνέλευσης τῆς Θεσσαλονίκης, εἶχαν συλλάβει τήν οὐσία τοῦ πράγματος. Εἶχε ἐκλεγεῖ, πλέον, Πατριάρχης στό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο καί μέ δεδομένο τό κῦρος τοῦ πατριαρχικοῦ θεσμοῦ, ἀλλά καί τήν ἰσχυρή προσωπικότητα τοῦ Μελετίου, ἡ δυναμική τοῦ τετελεσμένου αὐτοῦ γεγονότος τῆς πατριαρχικῆς ἐκλογῆς δέν ἀντιστρεφόταν καί αὐτό ἀδυνατοῦσε νά τό κατανοήσει ἡ ἑλληνική πολιτεία.

Τό δεύτερο ἱστορικό γεγονός, ὅπου ἡ προσωπικότητα τοῦ Ἰωαννίνων Σπυρίδωνα θά κληθεῖ, γιά νά ἀναλάβει ρόλο ἑνωτικό καί νά βγάλει τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἀπό τό ἀδιέξοδο, εἶναι ἡ ἐκλογή του ὡς ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν τό 1949. Ἡ ἐκλογή του ἐγένετο πανηγυρικά καί χωρίς ὁ ἴδιος νά τό ἐπιδιώξει.

Μετά τήν ἐκδημία τοῦ Ἀθηνῶν Δαμασκηνοῦ τόν Μάϊο τοῦ 1949 σέ ἡλικία ἐξήντα ἐτῶν, ἡ Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἐστράφη πρός τό πρόσωπο τοῦ Σπυρίδωνα καί τό ἐξέλεξε Ἀθηνῶν μέ μεγάλη πλειοψηφία 42 ψήφων ἔναντι 9 τοῦ Θεσσαλονίκης Γενναδίου, 2 τοῦ Κορινθίας Μιχαήλ, 2 λευκῶν καί ἑνός ἄκυρου.[10] Ἡ ἐκδημία τοῦ Δαμασκηνοῦ ἔφερε καί πάλι στό προσκήνιο τήν ἐπαναφορά τοῦ Χρυσάνθου στή θέση τοῦ ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καί ἡ Ἱεραρχία στή μεγάλη της πλειοψηφία δέν ἐπιθυμοῦσε αὐτή τή λύση.

Ἐνεθυμεῖτο ἡ Ἱεραρχία, ὅτι μετά τήν ἐκδημία τοῦ Ἀθηνῶν Χρυσόστομου Παπαδόπουλου, τόν Ὀκτώβριο τοῦ 1938, ἦταν σαφέστατα προσανατολισμένη στήν ἐκλογή τοῦ Κορινθίας Δαμασκηνοῦ, τόν ὁποῖο ὑποστήριζε καί ὁ ὑπουργός τῆς κυβέρνησης Μεταξᾶ Γεωργακόπουλος.

Ὁ πρωθυπουργός Μεταξᾶς ἀποφάσισε νά προωθήσει τόν Τραπεζοῦντος Χρύσανθο,  προερχόμενο ἀπό τή φιλοβασιλική παράταξη, σέ ἀντίθεση μέ τόν Δαμασκηνό πού ἦταν προσκείμενος στούς βενιζελικούς. Ὁ Γεώργιος συναίνεσε μέ τή βούληση τοῦ Μεταξᾶ, χωρίς ὅμως νά λάβει πρωτοβουλίες, διότι διαισθανόταν τή δυσκολία τοῦ ἐγχειρήματος. Ἡ Ἱεραρχία συνῆλθε τόν Νοέμβριο τοῦ 1938 κανονικῶς, ἀντιστάθηκε στίς κυβερνητικές πιέσεις, καί ἐξέλεξε ἀρχιεπίσκοπο μέ ψήφους 31 ἔναντι 30 τόν Δαμασκηνό. Ἀκολούθησε προσφυγή στό Συμβούλιο Ἐπικρατείας, ἡ ὁποία τόν ἴδιο μήνα ἀκύρωσε τήν ἐκλογή, μέ ψήφους ὀκτώ ἔναντι ἑπτά, ἐνῶ τριάντα δύο μητροπολίτες εἶχαν παρέμβει ὑπέρ τοῦ Δαμασκηνοῦ. Στή συνέχεια συνῆλθε δωδεκαμελής ἀριστίνδην σύνοδος, ἡ ὁποία ἐξέλεξε τόν Χρύσανθο.

Στήν ὑπερψήφιση τοῦ Δαμασκηνοῦ ἤ τοῦ Χρυσάνθου δέν ἐπικράτησαν ἀπό τήν Ἱεραρχία κομματικά κριτήρια. Χαρακτηριστικό εἶναι τό γεγονός ὅτι βενιζελικοί ἀρχιερεῖς τῶν Νέων Χωρῶν, ὅπως ὁ Θεσσαλονίκης Γεννάδιος, ὁ Κασσανδρείας Εἰρηναῖος, ὁ Μυτιλήνης Ἰάκωβος, ὁ Κοζάνης Ἰωακείμ, ο Μυθήμνης Διονύσιος, ὡς ἰδιαιτέρως συνδεδεμένοι μέ τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, στρέφονται πρός τόν ἀποκρισάριο τοῦ Πατριαρχείου στήν Ἀθήνα Χρύσανθο, ἄν καί τούς ἦταν γνωστές οἱ ἰδιαίτερες σχέσεις μέ τόν Βασιλέα Γεώργιο.

Ὅταν εἰσῆλθαν οἱ Γερμανοί στήν Ἀθήνα ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν Χρύσανθος δέν τέλεσε δοξολογία καί ἀρνήθηκε νά ὁρκίσει τή νέα κυβέρνηση, ἐξερχόμενος μέ τίς πράξεις αὐτές ἡρωικά ἀπό τή θέση τοῦ ἀρχιεπισκόπου, χωρίς ὅμως νά παραιτηθεῖ καί διατηρώντας καθ’ ὅλη τή διάρκεια τῆς κατοχῆς στενή ἐπικοινωνία μέ τόν βασιλέα.

Τόν Ἰούλιο τοῦ 1941 ἡ Ἱεραρχία συνῆλθε, ἐπανέφερε τόν Δαμασκηνό στόν θρόνο, ἐνῶ ἀπό τόν Μάιο τοῦ 1941 ὁ Χρύσανθος εἶχε παυθεῖ, χωρίς νά παραιτηθεῖ. Ἐκδημήσαντος τοῦ Δαμασκηνοῦ τόν Μάιο τοῦ 1949, ὁ Βασιλεύς Παῦλος, πού εἶχε διαδεχθεῖ τόν Γεώργιο, ἱκανές κοινωνικές δυνάμεις, ὅπως ἡ ἀδελφότητα τῆς Ζωῆς, φιλοβασιλικοί ἱεράρχες καί φορεῖς ἐνδιαφέρθηκαν γιά τήν ἐπάνοδο καί ἐπανεκλογή τοῦ Χρύσανθου, ἔχοντας τό ἰσχυρό δεδομένο ὅτι ὁ Γεώργιος, δέν εἶχε ἀποδεχθεῖ τήν παραίτηση πού τοῦ εἶχε ὑποβάλει ὁ Χρύσανθος, ἀμέσως μετά τήν ἐπιστροφή του. Κατ’ ἔμμεσο ἀλλά σαφή τρόπο, μέ τό κείμενο τῆς παραιτήσεώς του, ὁ Χρύσανθος ἔθετε τότε πρός τόν Γεώργιο ἀρχιεπισκοπικό ζήτημα.

Ὁ Πρωθυπουργός Θεμιστοκλῆς Σοφούλης, ὁ ὑπουργός παιδείας Κωνσταντίνος Τσάτσος, ὁ ἀγγλικός παράγοντας, ἀλλά καί ὁ Βασιλέας Παῦλος, μετά τήν ἐκδημία τοῦ Δαμασκηνοῦ, δέν ἦταν διατεθειμένοι, ἐν μέσῳ τοῦ ἐμφυλίου πολέμου, νά ἔλθουν σέ σύγκρουση μέ τή μεγάλη πλειονότητα τῆς ἱεραρχίας καί νά δημιουργήσουν ἐκκλησιαστική κρίση καί πρόβλημα, συγκαλώντας ἀριστίνδην σύνοδο γιά νά ἐκλέξουν ἀρχιεπίσκοπο τόν Χρύσανθο.

Ἡ  ἱεραρχία ἀπό τήν πλευρά της, γιά νά ἔχει διασφαλισμένη τή συγκατάθεση τῶν ἀνακτόρων, προσανατολίστηκε στόν βασιλόφρονα, δοκιμασμένο ἱεράρχη Ἰωαννίνων Σπυρίδωνα, ἐκκλησιαστική προσωπικότητα μέ εὐρύτερη ἐκκλησιαστική ἀναγνώριση, ἀποδοχή καί ἐκκλησιαστική προσφορά. Ἡ πολιτεία σέ δύο εἰκοσιτετράωρα εἶχε ἐκδώσει τό σχετικό διάταγμα καί ἡ Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος τόν Ἰούνιο τοῦ 1949, γιά δεύτερη φορά στήν ἱστορία της, μετά τό 1938, ὅταν ἐξέλεξε τόν Δαμασκηνό, συνερχόταν κανονικά σέ σῶμα καί ἀμέσως μέ τήν πρώτη ψηφοφορία ἐξέλεξε μέ 42 ψήφους τόν Σπυρίδωνα ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος.

                                    Ἡ τρίτη, ἑνωτική πρωτοβουλία πού ὁ Σπυρίδωνας ὡς ἀρχιεπίσκοπος πλέον, ἀναλαμβάνει ἐν μέσῳ τοῦ μετεμφυλιοπολεμικοῦ  διχασμοῦ, εἶναι ἡ δήλωσή του, λίγο πρίν τήν ἐκτέλεση τοῦ Μπελογιάννη. Εἶναι μία πολύ σημαντική πράξη μαρτυρίας τῆς Ἐκκλησίας γιά τόν συνεκτικό της ρόλο, τήν εἰρηνική καί ἑνωτική της ἀποστολή στήν  κοινωνική, πνευματική καί πολιτική  ζωή τῆς Ἑλλάδος. Ἡ δίκη ἔληξε στίς 16 Νοεμβρίου μέ τήν ἀπόφαση τῆς θανατικῆς καταδίκης τοῦ Μπελογιάννη καί ἐννέα ἄλλων κομμουνιστῶν. Πλῆθος τηλεγραφημάτων συμπαράστασης πρός τούς καταδικασθέντες ἀπό προσωπικότητες καί φορεῖς καταφθάνουν στούς ἁρμόδιους στήν Ἀθήνα. Οἱ βουλευτές τῆς ΕΔΑ ζήτησαν συνάντηση μέ τόν Ἀρχιεπίσκοπο Σπυρίδωνα. Ἦταν σ’ ὅλους γνωστή ἡ σχέση καί τά αἰσθήματα τοῦ Σπυρίδωνα πρός τόν βασιλέα. Στή συνάντηση, ὅπως ἦταν προσδοκώμενο, ζήτησαν ἀπό τόν ἀρχιεπίσκοπο νά παρέμβει στόν βασιλέα γιά νά ἀποτραπεῖ ἡ ἐκτέλεση τοῦ Μπελογιάννη καί τῶν συντρόφων του.

            Ὁ ἀρχιεπίσκοπος δηλώνει ὅτι «ἔχω συγκλονιστεῖ ἀπό τό ἠθικό μεγαλεῖο τοῦ Μπελογιάννη. Τόν θεωρῶ ἀνώτερο καί ἀπό τῶν πρώτων χριστιανῶν, γιατί ὁ Μπελογιάννης δέν πιστεύει ὅτι ὑπάρχει μέλλουσα ζωή»[11].

Ὁ Ἀθηνῶν Σπυρίδωνας παρεμβαίνει στόν βασιλέα γιά νά μή γίνουν οἱ ἐκτελέσεις, μαζί μέ τούς πολιτικούς, τούς διανοούμενους, τούς ποιητές, ὅπως τόν Πάμπλο Πικάσσο, τόν Πώλ Ἐλυάρ, τόν Τσάρλι Τσάπλιν, τόν Ζάν Πώλ Σάρτρ, τόν Ναζίμ Κιχμέτ, τόν Ντεγκώλ.

Θέλησα, στήν ἐπετειακή αὐτή ἐκδήλωση γιά τή Βελλά, νά τιμήσω μέ τήν εἰσήγησή μου αὐτή, ἕναν ἀξιοπρεπή ἐκκλησιαστικό ἄνδρα, ὅπως ἐκφράστηκε σέ ἐπιστολή του πρός τόν Γονατᾶ τό 1923, πού ἔχω δημοσιεύσει, ἀμέσως μετά τήν δι’ ὀλίγον μετάθεσή του στή νεοϊδρυθεῖσα  Μητρόπολη Οὐγγαρίας καί Ἐξαρχία Κεντρώας Εὐρώπης.

            Ὁ ἀπό Ἰωαννίνων Σπυρίδωνας ὑπῆρξε μεγάλος ἱεράρχης, διαπρεπής Ἕλληνας, λαμπρός κληρικός, ὁ ὁποῖος διακόνησε μέ ἀγάπη καί αὐτοθυσία τήν Ἤπειρο, τό γένος μας καί τόν ἑλληνισμό, μέ πνεῦμα καί διάθεση αὐτοθυσίας καί αὐταπάρνησης, ἀλλά καί μέ πρακτικές πού διαμόρφωναν καί ὑπηρετοῦσαν τήν εἰρήνη, τήν καταλλαγή καί τήν κοινωνική συνοχή.

 

 

 

 

 


 

[1] Ἀνακοίνωση στό Συνέδριο γιά τά 100 χρόνια τῆς Σχολῆς Βελλᾶς (1911-2011), Ἰωάννινα Ὀκτώβριος 2011.

[2] Νανάκης Ἀ., Μητροπ., Ἡ χηρεία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου καί ἡ ἐκλογή τοῦ Μελετίου Μεταξάκη (1918-1922), Θεσσαλονίκη 1991.

[3] Ὅ.π., σ. 32.

[4] Ὅ.π., σ. 33.

[5] Ὅ.π., σ. 43.

[6] Νανάκης Ἀ., Μητροπ., Ἐκκλησία Ἐθναρχοῦσα καί Ἐθνική, Θεσσαλονίκη 2002, σ. 178-179.

[7] Νανάκης Ἀ., Μητροπ., Ἡ χηρεία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου καί ἡ ἐκλογή τοῦ Μελετίου Μεταξάκη (1918-1922), Θεσσαλονίκη 1991, σ. 135.

 

[8] Σκαλιέρης Γ.Κ., Ἡ ἐκλογή Πατριάρχου κατά τό ἐκκλησιαστικόν πολίτευμα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου, ἐν Ἀθήναις 1922, σ. 52-53.

[9] Ὅ.π., σ. 29-64.

[10] Στράγκας Θ., Ἀρχιμ., Ἐκκλησίας Ἑλλάδος Ἱστορία ἐκ πηγῶν ἀψευδῶν, 1817-1967, τ. Δ΄, Ἀθῆναι 1972, σ. 2631.

[11] Γιά τό Νίκο Μπελογιάννη βλ. στό https://e.wikipedia.org/wiki/Νίκος_Μπελογιάννης.