Ο ΡΕΘΥΜΝΗΣ ΚΑΙ ΑΥΛΟΠΟΤΑΜΟΥ

 ΚΥΡΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ

ΕΙΚΟΣΙ ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΔΗΜΙΑ ΤΟΥ

(27 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2016)

 

Η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, εν μέσω των όποιων αδυναμιών και περιπετειών της τρεπτής και πεπερασμένης ανθρώπινης ιστορίας, τελετουργεί, «ως ο Θεάνθρωπος Χριστός παρατεινόμενος εις τούς αιώνας»[1], το μυστήριο της οντολογικής σωτηρίας του ανθρώπου και του ανθρωπίνου γένους. Διό και εύχεται σε κάθε ευχαριστιακή σύναξη όχι μόνο «υπέρ της ειρήνης του σύμπαντος κόσμου, ευσταθείας των αγίων του Θεού Εκκλησιών και της των πάντων ενώσεως»[2], αλλά και «χριστιανά τά τέλη της ζωής ημών, ανώδυνα, ανεπαίσχυντα, ειρηνικά, και καλήν απολογίαν την επί του φοβερού βήματος του Χριστού»[3].

Η όποια θεωρητική ή ιδεολογική προσέγγιση του αποκεκαλυμμένου μυστηρίου της Εκκλησίας περί του σεσαρκωμένου Υιού και Λόγου του Θεού, η οποία εκκοσμικεύει το μυστικό βίωμα του εκκλησιαστικού σώματος, σηματοδοτεί τη μικρή ή μεγάλη, την προσωπική ή συλλογική εκτροπή μας. Όμως και πάλι η σωτηρία, σύνολη η σωτηριολογική πορεία του ανθρώπου, πού αποτελεί συνάρτηση της κοσμολογίας[4], εκφράζεται ως υπαρξιακή ανάγκη της κτιστής ζωής να μετέχει στην Αυτοζωή.

 Η κατά Θεό σωτηρία τελετουργείται μέσα στο μυστήριο της Εκκλησίας αποκαλυπτικά, πρωτίστως εμπειρικά, βιωματικά αλλά και νοησιαρχικά ή εγκεφαλικά,  εν τω προσώπω του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, του «εσφαγμένου αρνίου»[5], που είναι «ο ων, ο ην και ο ερχόμενος»[6], δια των πρεσβειών και του παραδείγματος των αγίων, των ομολογητών, των εγκρατευτών, των μαρτύρων, των ασκητών και αναχωρητών και «παντός πνεύματος δικαίου εν πίστει τετελειωμένου»[7].

Πρωτίστως βέβαια δια της μεσιτείας της Υπεραγίας Θεοτόκου, η οποία στην ανόθευτη εκκλησιαστική συνείδηση και εμπειρία είναι «πάντων θλιβομένων η χαρά, και αδικουμένων προστάτις, και πενομένων τροφή, ξένων τε παράκλησις και βακτηρία τυφλών, ασθενούντων επίσκεψις, καταπονουμένων σκέπη και αντίληψις, και ορφανών βοηθός»[8]. Παραλλήλως όμως η κατά Θεό σωτηρία τελετουργείται και δι’ όλων ημών των βαπτισμένων χριστιανών, του ιερού κλήρου και του πιστού λαού του Θεού, πού συγκροτούμε, κατά την Α’ Καθολικήν Επιστολήν Πέτρου, «βασίλειον ιεράτευμα, έθνος άγιον και λάον εις περιποίησιν...οι ουκ ελεημένοι, νυν δε ελεηθέντες»[9].

Συναθροισθήκαμε σήμερα ως Εκκλησία Κρήτης, η ολκάδα του Αποστόλου Τίτου, πρώτου Επισκόπου Κρήτης, διά να τελέσουμε τη Θεία Λειτουργία και να προσευχηθούμε υπέρ αναπαύσεως της ψυχής του αοιδίμου Μητροπολίτου Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου κυρού Θεοδώρου (1987-1996) του από Λάμπης και Σφακίων (1975-1987).

Άσχετα από τη ζέση της πίστεώς μας και τα μικρά ή μεγάλα βιώματα του καθενός μας, αποτελούμε όλοι μας και συγκροτούμε την Εκκλησία Κρήτης. Υποσύνολο εν τω συνόλω της ορθοδόξου Εκκλησίας, με ορατή κεφαλή την κανονική μας αναφορά, το Οικουμενικό Πατριαρχείο και τον Οικουμενικό Πατριάρχη μας Κύριο Κύριο Βαρθολομαίο. Την Εκκλησία της Κρήτης η οποία θα φιλοξενήσει την από πολλών δεκαετιών προσδοκώμενη να συνέλθει Αγία και Μεγάλη Σύνοδος περί την εορτή της Πεντηκοστής, διά να αποτελέσει μία ακόμη εκδήλωση επιδημίας του Παναγίου Πνεύματος. 

Μπορεί πλησίον μας να υπάρχουν άνθρωποι αγαθοί, καλοί ή κακοί με οποιαδήποτε χαρακτηριστικά, που δηλώνουν αγνωστικιστές ή άπιστοι, αυτό όμως ουδόλως επηρεάζει την επίγεια πορεία και την εσχατολογική προοπτική της στρατευόμενης Εκκλησίας. Άσχετα από τη δική μας θέση ή άποψη η άλλη ζωή είναι αναμφισβήτητη, μεμαρτυρημένη προχριστιανικά και μεταχριστιανικά. Πραγματικότητα πανθομολογούμενη απ’ όλους τους πολιτισμούς, ιδίως στον χώρο της Ανατολής, όπου η βιβλική επίδραση τυγχάνει έκδηλη και μέσα από τους στίχους του αλόθρησκου, μουσουλμάνου ποιητή, που εκφράζουν την υπαρξιακή αναζήτηση και την αγωνία έναντι των μεγάλων ερωτημάτων της ζωής και του θανάτου: «Εξήγησέ μου, παντοδύναμε θεέ, γιατί εγώ πεθαίνω και εσύ ποτέ; Θεό εσύ δεν έχεις, τσίφτη θεέ, γι’ αυτό εγώ πεθαίνω και εσύ ποτέ»[10].

Πολύ δε περισσότερο η υπερβατική πραγματικότητα μαρτυρείται από τον ορθόδοξο πολιτισμό, ο οποίος ζυμώθηκε στο αναστημένο σώμα «του πρωτοτόκου των νεκρών και πατήσαντος τω θανάτω τον θάνατον»[11]. Σε τούτο λοιπόν τον πολιτισμό ουρανίως και επιγείως ενσαρκώνεται, υποστασιάζεται καί τελεσιουργείται η ολική σωτηρία[12] του ανθρώπου, της κτίσεως, αλλά και των κεκοιμημένων, των ψυχών οι οποίες έχουν ανάγκη των προσευχών μας, των μνημοσύνων, των κολλύβων και των τρισαγίων μας. Σ’ όλα αυτά η ψυχή μετέχει ανάλογα με τη δική της πνευματική κατάσταση, η οποία τρεπομένη δια των προσευχών μας, πορεύεται στο χωροχρόνο της δόξας του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.

Εκεί εις το ουράνιο θυσιαστήριο συνεχίζεται η αναμόρφωση του αρχαίου κάλλους και ο πλουτισμός των κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν του Θεού πλασθέντων δημιουργημάτων μέσω της ενεργειακής σχέσεως του Ακτίστου Θεού με το κτιστό πλάσμα του.  

 Συναθροισθήκαμε είκοσι χρόνια μετά την εις Κύριον εκδημία του μακαριστού επισκόπου κυρού Θεοδώρου, εδώ στην Εκκλησία των Ρεθυμνίων, εν συνάξει προσευχητικού μνημοσύνου. Κατά την πατερική θεολογία, το σώμα της Εκκλησίας είναι «το σώμα των ζώντων και των τεθνεώτων»[13]. Τα ιερά μνημόσυνα σηματοδοτούν ουσιαστική εκδήλωση αγάπης και συνάμα κορύφωση πίστης και ελπίδας στους ακατάλυτους δεσμούς των μελών του εκκλησιαστικού σώματος. Εν Χριστώ Ιησού ο θάνατος καθίσταται ανίσχυρος να οδηγήσει στην λήθη την παρουσία των αγαπημένων μας προσώπων πού ήδη μετέβησαν «από των λυπηροτέρων επί τά χρηστότερα και θυμηδέστερα»[14]. Ο σταυρός, ο θάνατος, η ταφή, η ανάσταση του Κυρίου μας και η εις ουρανούς ανάληψη Του, σηματοδοτούν τη Δευτέρα ένδοξο παρουσία, ότε τα πάντα πληρωθήσονται «φωτός, ουρανός τε και γη και τα καταχθόνια»[15] άπαξ διαπαντός. Η προσευχητική παρουσία μας ως εκκλησιαστικού σώματος και κατά το ιερό μνημόσυνο του μακαριστού Θεοδώρου, αποτελεί αφορμή για να επαναλάβουμε βιωματικώς τα λόγια του Ιερού Χρυσοστόμου από τον Κατηχητικό του λόγο: «Πού σου θάνατε τό κέντρον; Πού σου Ὰδη το νίκος; Ανέστη Χριστός και πεπτώκασι δαίμονες. Ανέστη Χριστός και ζωήν πολιτεύεται. Ανέστη Χριστός και νεκρός ουδείς επί μνήματος»[16].

Τα γενόμενα για τον καθένα μας, ζώντα ή κεκοιμημένο εκφράζουν τη βούληση και την πρόνοια του ζώντος Χριστού του κόσμου και της ιστορίας για τα πρόσωπά μας. Από τους τρείς αρχιερείς που εξελέγησαν και χειροτονήθηκαν το 1975, αρχιερατεύοντος του μακαριστού και μακαρίου Κρήτης κυρού Ευγενίου, ο πρώτος, ο  αείμνηστος κυρός Κύριλλος εξεδήμησε το 2005 μετά από τριακονταετή αρχιερατεία. Ο δεύτερος, κυρός Θεόδωρος εξεδήμησε το 1996 μετά από είκοσι έτη αρχιερατείας και ο τρίτος, θεοφιλώς και θεαρέστως επί δεκαετία πρόεδρος της Εκκλησίας Κρήτης Κύριος Ειρηναίος, πηδαλιουχεί την τοπική μας Εκκλησία και αρχιερατεύει σαράντα ένα χρόνια. Του ευχόμεθα εκ καρδίας να μακροημερεύει, συνεχίζοντας με την καλίκαρπον  αρχιερατεία του να τιμά την Εκκλησία της Κρήτης και την σύνολη υπ’ ουρανόν Εκκλησία.

Συμπληρώνεται σήμερα η πρώτη εικοσαετία από την είσοδο του μακαριστού κυρού Θεοδώρου στην άνω Ιερουσαλήμ, μετά από 63 χρόνια πορείας επί της γης.

Η εκδημία του μακαριστού Μητροπολίτου κυρού Θεοδώρου στις 27 Φεβρουαρίου 1996 δημιούργησε κενό δυσαναπλήρωτο στην Εκκλησία της Κρήτης και στο σύνολο ελληνορθόδοξο κόσμο, όπου ήτο γνωστός και ετιμάτο ο αοίδιμος  ιεράρχης.

Λόγιος αρχιερέας, με έμφυτο το μεράκι της ιστορικής αναζήτησης, ανάλυσης και συγγραφής, έγραψε πολλές και καλές μελέτες, επιστημονικού κύρους, αρκετές από τις οποίες όχι μόνο έχω μελετήσει αλλά τις έχω χρησιμοποιήσει και στις ερευνητικές μου εργασίες.

 Ο μακαριστός Θεόδωρος υπήρξε κληρονόμος, συνεχιστής, τιμητής και θεματοφύλακας της ρωμαλέας κρητικής εκκλησιαστικής παράδοσης. Ήδη όμως πλέον επί μια εικοσαετία και έως «της συντελείας του αιώνος τούτου του απατεώνος», κατά προσφιλή  έκφραση του κεκοιμημένου  ποιμενάρχου, συναυλίζεται εις την άνω Ιερουσαλήμ με τους εγγράμματους και φιλίστορες ιεράρχες και ποιμένες της Κρητικής Εκκλησίας. Με τους προκατόχους του, Ρεθύμνης Διονύσιο Καστρινογιαννάκη, Χρύσανθο Τσεπετάκη, Τίτο Σιλιγαρδάκη  και τον μετέπειτα Κρήτης Τιμόθεο Βενέρη. Με τον Κυδωνίας Αγαθάγγελο Νινολάκη, και Αγαθάγγελο Ξηρουχάκη, με τον Λάμπης Ευμένιο Φανουράκη. Ιστορικές πτυχές από τη δράση και το έργο τους, ο αείμνηστος και τετιμημένος ιεράρχης κυρός Θεόδωρος προσέγγισε, ερεύνησε και μελέτησε. Τη δε ιερή  μνήμη των μνημονευθέντων, αλλά και των άλλων, ιεραρχών της εποχής του, διεφύλαξε και παρέδωσε με αγάπη και σεβασμό στη νεώτερη γενιά της Εκκλησίας μας.

Ο χαρισματικός αρχιερέας, κατά κόσμο Θεόδωρος Τζεδάκης, γεννήθηκε το 1933 στο Ηράκλειο, στο Κάστρο ή Μεγάλο Κάστρο, όπως ο ίδιος  συνήθιζε να το αποκαλεί. Αγάπησε τη γενέτειρα του, η οποία του ανταπέδιδε τα συναισθήματα της ευγένειας, της εκτίμησης και του σεβασμού. Είχε τη συνείδηση του καστρινού κληρικού και ιεράρχη, βιώνοντας τις εκφάνσεις της προπολεμικής και μεταπολεμικής ηρακλειώτικης κοινωνίας. Τις θυμόταν με νοσταλγία και τις περιέγραφε με τη χαρισματική ευχέρεια και την πρωτότυπη λογία γλώσσα του, η οποία υπήρξε ιδιαίτερο χάρισμά του.

Η βιωτή των εγκυκλίων σπουδών του είναι συνδεδεμένη με το Σιναϊτικό Μετόχι του Αγίου Ματθαίου στο Ηράκλειο και το Μικρασιάτη, τουρκόφωνο καραμανλή, Σιναΐτη ιερομόναχο Ιάκωβο Ευστρατιάδη, εκφραστή των εκκλησιαστικών βιωμάτων της Ορθοδόξου καθ’ ημάς Ανατολής και του ευσεβούς Γένους μας.

Ο μακαριστός ιεράρχης παρέμεινε συνειδητά αφοσιωμένος στην πατροπαράδοτη πίστη και την ανεπιτήδευτη ευλάβεια. Στα βιώματα της Ορθοδόξου παραδόσεως, όπως αιώνες αιώνων διέσωσε και διασώζει, διασφάλισε και διασφαλίζει, φυσικά και αβίαστα η συνείδηση του πιστού λαού του Θεού.

Ο Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου κυρός Θεόδωρος[17] απεφοίτησε το Β΄ Γυμνάσιο Ηρακλείου και ενεγράφη στη Θεολογική Σχολή Αθηνών απ’ όπου έλαβε το πτυχίο το 1956. Ο Κρήτης κυρός Ευγένιος, το ίδιο έτος τον χειροτόνησε διάκονο και ο Γέροντάς του, ο μακαριστός  Πέτρας κυρός Δημήτριος, το 1958 τον χειροτόνησε πρεσβύτερο και τον χειροθέτησε αρχιμανδρίτη. Στις τρεις αρχιερατικές εκλογές του 1975 τίθεται η λυχνία στην επαρχιακή σύνοδο της Εκκλησίας Κρήτης και εκλέγεται Μητροπολίτης Λάμπης και Σφακίων, το δε 1987 εκλέγεται και πάλι δια παμψηφίας Μητροπολίτης Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου.

Η δυναμική του προσωπικότητα άφησε ανεξίτηλο έργο στο πέρασμα και το διάβα της παραπάνω πορείας. Μοναδικός αριστούχος του Β΄ Γυμνασίου το 1951, εισάγεται πρώτος στη Θεολογική Σχολή. Διετέλεσε βοηθός του καθηγητή της Εκκλησιαστικής Ιστορίας, Γεράσιμου Κονιδάρη. Φύσει δραστήριος, ενεργητικός και δυναμικός, αναμείχθηκε στα συνδικαλιστικά και πατριωτικά κινήματα της εποχής του, με κυρίαρχο τότε ζήτημα το κυπριακό. Διετέλεσε γενικός γραμματέας και αντιπρόεδρος της Θεολογικής Σχολής. Στη συνέχεια για ένα χρόνο (1957-58) βρίσκεται στο Σινά, όπου μελετά το πολύτιμο αρχειακό υλικό του  παλαιφάτου μοναστηριού.

Από το 1961 έως το 1975 κοσμεί και τιμά ως ιεροκήρυκας τον Μητροπολιτικό ναό της πόλης του Ηρακλείου, με τ’ αλησμόνητα  κηρύγματά του, για την καλλιέπεια του λόγου, τα ρητορικά σχήματα και τη θεολογική σκέψη του. Δυσεύρετος ο περίτεχνος λόγος του. Η αρχαΐζουσα, η λογία και η εκκλησιαστική γλώσσα συντορνεύονται  σ’ ένα πρωτότυπο ρέοντα λόγο που προσεγγίζει την παπαδιαμάντειο γραφίδα, μέσα από τη σφραγίδα της χαρισματικής προσωπικής του δημιουργίας. Το γλωσσικό του αισθητήριο υπήρξε οξύτατο. Κατ’ εξοχήν ευαισθητοποιημένο, με περίτεχνα ρητορικά σχήματα. Σε Σύναξη των Ιεραρχών του Θρόνου πρότεινε την αντικατάσταση της λέξης «εξέλιξης» με τη λέξη «ανέλιξη» σχολιάζοντας «συναδούσης της δευτέρας μετά της ορθοδόξου εκκλησιολογίας».

Τα κείμενα, οι εγκύκλιοι και τα γράμματά του στους προκαθημένους, είναι αξιοζήλευτα έργα του Έλληνα λόγιου. Το δε ημερολόγιο που κρατούσε ως κληρικός αποτελεί πολύτιμη ιστορική πηγή.

Την ίδια περίοδο (1962-1975) εκλέγεται γραμματέας της επαρχιακής Συνόδου της Εκκλησίας Κρήτης, είναι μάλιστα ο μακροβιότερος μέχρι σήμερα, και διορίζεται διευθυντής του περιοδικού «Απόστολος Τίτος». Έγκριτο περιοδικό με θεολογικές δημοσιεύσεις και κηρύγματα, παρουσίαζε την προβληματική και την πορεία της τοπικής και ευρύτερα της Ελληνόφωνης Εκκλησίας, γι’ αυτό και  επανεκδόθηκε το 2004, από τον αοίδιμο Αρχιεπίσκοπο Κρήτης κυρό Τιμόθεο.

Διετέλεσε καθηγητής Γυμνασίου και πρόεδρος, μεταξύ άλλων: της εσωτερικής, ιεραποστολής, του συνεδρίου προσκυνητών των Αγίων Τόπων, των φίλων της Ορθόδοξης  εξωτερικής ιεραποστολής. Τιμήθηκε με πολλές διακρίσεις και μετάλλια.

Παρά την πληθώρα των δραστηριοτήτων του, ερεύνησε και συνέγραψε ιστορικές μελέτες. Υπήρξε δε με άρθρα και μελετήματα εκ των συντακτών της Θρησκευτικής και Ηθικής Εγκυκλοπαιδείας. Έλαβε μέρος σε διεθνή συνέδρια και σε όλα τα Κρητολογικά Συνέδρια, οι δε ανακοινώσεις του, έχουν εκδοθεί σ’ έναν τόμο. Οι δημοσιεύσεις του αοιδίμου Μητροπολίτου Ρεθύμνης, κυρού Θεοδώρου αποτελούν παρακαταθήκη σπουδαία για τον μελετητή και για την περαιτέρω ανάπτυξη της επιστημονικής έρευνας, στην εκκλησιαστική ιστορία κυρίως της Κρήτης. Η έκδοση του επιστημονικού περιοδικού «Νέα Χριστιανική Κρήτη», μετά την εκλογή του στη Μητρόπολη Ρεθύμνης, που αποτελεί τη συνέχεια της «Χριστιανικής Κρήτης» του αειμνήστου Μητροπολίτου Κρήτης κυρού Ευμενίου, εκφράζει τη μέριμνα και τη φροντίδα του μακαριστού ιεράρχη για την προβολή της ιστορίας, κυρίως της εκκλησιαστικής, την οποία με πάθος αγάπησε, προέβαλλε και διακόνησε. Εκτός από μελέτες εκκλησιαστικής ιστορίας στη «Νέα Χριστιανική Κρήτη» δημοσιεύονται επιστημονικές εργασίες και διατριβές άλλων κλάδων, όπως ζητήματα θεολογικά ή βυζαντινά. Εξακολουθούν δε να δημοσιεύονται και από τον νυν ευκλεώς αρχιερατεύοντα, λίαν αγαπητό αδελφό κ. Ευγένιο, ο οποίος μεταξύ των τόσων άλλων, συνεχίζει και μεριμνά για την έκδοση της «Νέας Χριστιανικής Κρήτης».

   Ως Μητροπολίτης Λάμπης και Σφακίων (1975-1987)  εγκαινιάζει περισσότερους από πενήντα ναούς, συγκαλεί ιερατικές συνάξεις, ιδρύει αγροτικό παιδικό σταθμό στο Σπήλι και ταμείο κληρικών για την ενίσχυση εμπερίστατων προσώπων. Η χάρις του Κυρίου μας τον αξίωσε ώστε μεταξύ των κληρικών που ως Λάμπης χειροτόνησε, σπούδασε και ανέδειξε, να συγκαταλέγονται ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Κύριος Θεόδωρος και ο Μητροπολίτης Ηλιουπόλεως κ. Θεόδωρος. Αμφότεροι πνευματικά αναστήματά του που διετέλεσαν Πρωτοσύγκελλοί του στο Σπήλι.

Ως Μητροπολίτης Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου (1987-1996), ίδρυσε τράπεζα αίματος, οργανισμό καταπολέμησης ναρκωτικών, υπηρεσία για μέριμνα καρδιοπαθών παιδιών, σχολή βυζαντινής μουσικής, γραφείο εσωτερικής ιεραποστολής. Εξέδωσε το περιοδικό «Λόγος πίστεως και Μαρτυρίας» όπου δημοσιεύθηκαν σε πανηγυρικό τεύχος – αφιέρωμα, οι μνημειώδεις και μοναδικοί λόγοι που εκφώνησε στις εκδηλώσεις υποδοχής του Παναγιωτάτου Οικουμενικού Πατριάρχου μας Κυρίου Κυρίου Βαρθολομαίου, στο Ρέθυμνο το 1992.

Έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ανακήρυξη του Ρεθύμνου σε ευρωπαϊκή πρωτεύουσα μουσικής.

Ίδρυσε το πανευρωπαϊκό ίδρυμα «Αρκάδι» με σκοπό την ανάδειξη του ιστορικού μοναστηριού σε μνημείο Ορθοδοξίας, Ελευθερίας και Πολιτισμού. Πρόκειται για μεγαλειώδη σύλληψη, όπου ο μοναστηριακός χαρακτήρας της Μονής προστατεύεται, αλλά και παγκόσμιο σύμβολο αναδεικνύεται.

Ενδιαφέρθηκε για την αναστήλωση των μονών της Μητροπόλεως. Κορυφαίο επίτευγμα στον τομέα αυτό υπήρξε η αναστήλωση της ερειπωμένης Μονής Αγίας Ειρήνης του 14ου αιώνα. Μέσα από τα χαλάσματα της Μονής σε ελάχιστο χρόνο, με σεβασμό στην αρχιτεκτονική της, αναστηλώθηκε και ανοικοδομήθηκε το μοναστήρι της Αγίας Ειρήνης, όπου εγκαταβιώνει και προκόβει πνευματικά η γυναικεία αδελφότητα, με τη γερόντισσα Θέκλα. Στον περίβολό της, όπως ο ίδιος ο ιεράρχης το είχε ζητήσει, αναπαύεται το σκήνωμά του.

Η πρόωρη, κατά τα ανθρώπινα δεδομένα και μέτρα, εκδημία του μακαριστού Μητροπολίτη Θεοδώρου Τζεδάκη σε ηλικία εξηντατριών ετών (1933-1996) ασφαλώς και κατ’ άνθρωπον αποτέλεσε αφορμή λύπης και στεναχωρίας. Κατά τα μέτρα όμως της υπερβατικής αγάπης, αποτελεί την έκφραση της Θείας Πρόνοιας για την είσοδο του αποιχομένου δαπρεπούς Ιεράρχου, στην πορεία της αιωνιότητος, διά του καθαρτικού χαρακτήρα του πόνου και της οδύνης της ανθρώπινης ασθένειας. Δεν θα ήτο υπερβολή να επικαλεσθούμε εν προκειμένω τα πολυσήμαντα διδάγματα της Σοφίας Σολωμόντος που διασώζει την κατά Θεόν θεώρηση της επί γης ανθρώπινης πορείας:  

          «Δίκαιος δε εάν φθάση τελευτήσαι, εν αναπαύσει έσται. Γήρας δε τίμιον ου το πολυχρόνιον, ουδε αριθμώ ετών μεμέτρηται. Πολιά δε εστι φρόνησις ανθρώποις, και ηλικία γήρως βίος ακηλίδωτος. ευάρεστος τω Θεω γενόμενος ηγαπήθη και ζων μεταξύ αμαρτωλών μετετέθη· ηρπάγη, μη κακία αλλάξη σύνεσιν αυτού ή δόλος απατήση ψυχήν αυτού… Τελειωθείς εν ολίγω επλήρωσε χρόνους μακρούς.

Ο πολύκλαυστος Ιεράρχης, που παιδιόθεν διέτριψε στα εκκλησιαστικά γράμματα και μυήθηκε στην ορθόδοξη σταυροαναστάσιμη παράδοση, είχε πλήρη συναίσθηση για το πεπερασμένον του ανθρώπινου βίου. Η αγαπημένη του φράση περί «του αιώνος τούτου, του απατεώνος»[18], αποτελεί το απόσταγμα της πνευματικής του πορείας και σύνολης της εκκλησιαστικής του συγκρότησης.

Μέσα στο πλαίσιο της κατά Θεόν προοπτικής, της ατελεύτητης και αδιάδοχης «ογδόης ημέρας», ήταν ενταγμένος σύνολος ο επίγειος βίος του μακαριστού Θεοδώρου. Τα πνευματικά βιώματα της παιδικής του ηλικίας, οι λαμπρές σπουδές του, το σπάνιο χάρισμα του λόγου του, γραπτού και προφορικού, το επιστημονικό του έργο, η καρποφόρα εκκλησιαστική του διακονία, το ανυπόκριτο και αυθόρμητο του χαρακτήρα του,  η πολυεπίπεδη επισκοπική του μαρτυρία, το φιλακόλουθον της εκκλησιαστικής του διακονίας,  οι αγαθοεργίες του, η αγωνία του για τη στελέχωση της Εκκλησίας με αυριανά επιτελικά στελέχη, η αφοσίωσή του στην εκκλησιαστική ευταξία, η προσήλωσή του στην παράδοση του Γένους μας, η ιώβεια υπομονή στην ασθένεια της σαρκός και το μακάριο τέλος του, όλα αυτά συνθέτουν τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας του μακαριστού Θεοδώρου, η οποία νοηματοδοτείται από την ακράδαντη πίστη στο έλεος του Πανοικτίρμονος Θεού και φωτίζεται  από το ανέσπερο φως της ουράνιας Βασιλείας.

Σε όλους δε ημάς τους περιλειπομένους, η παρακαταθήκη που κληροδότησε ο αοίδιμος Μητροπολίτης Θεόδωρος τυγχάνει σημείο αναφοράς περί του γνήσιου εκκλησιαστικού ήθους. Με κέντρο την λειτουργική ζωή και με σημαίνοντα άξονα την εσχατολογική προοπτική, πλήρωνε οντολογικώς και θεοκεντρικώς την επισκοπική καρδία του ο αειμνήστος Ιεράρχης.

Είθε η μνήμη του να είναι αιωνία. Να έχομε την ευχή του Γέροντος Θεοδώρου, ως πολύτιμο οδηγό στην προσωπική και στη συλλογική μας πορεία, αλλά και στη σύνολη εκκλησιαστική μας διακονία, την τόσο αναγκαία στην πολυειδώς κλυδωνιζόμενη και πανταχόθεν δοκιμαζόμενη κοινωνία μας.             


 

[1] Αγ. Ιουστίνου Πόποβιτς, «Προς Εφεσίους Επιστολή Απ. Παύλου», εκδ. Βασ. Ρηγόπουλου, Θεσ/νίκη, σ.64-66.

[2] Ιερατικόν Β’, Η Θεία Λειτουργία Βασιλείου του Μεγάλου, εκδ. Ιεράς Μονής Σίμωνος Πέτρας, Ὰγιον Ὸρος 2004, σ. 88. 

[3] Ο.π., σ. 110.

[4] Ν. Ματσούκα, Δογματική και Συμβολική Θεολογία Β’ (έκθεση της ορθόδοξης πίστης σε αντιπαράθεση με τη δυτική χριστιανοσύνη), εκδ. Πουρνάρα, Θεσσαλονίκη 2003, σ.  524.

[5] Αποκ. 22:3.

[6] Αποκ. 1:8.

[7] Ιερατικόν Β’, Η Θεία Λειτουργία Βασιλείου του Μεγάλου, σ. 122.

[8] Εκκλησιαστική Βιββλιοθήκη, Ιερά Σύνοψις, εκδ. «Φως», Αθήνα, σ. 117.

[9] Α Πέτρου, 2:9.

[10] Ν. Ματσούκα, Δογματική και Συμβολική Θεολογία Β’ (έκθεση της ορθόδοξης πίστης σε αντιπαράθεση με τη δυτική χριστιανοσύνη), σ. 532.

[11] «Αναστάσιμον Απολυτίκιον, Ὴχος Γ’»,

http://www.imkorinthou.org/keimena/texts/Och/Tone3Sun.uni.htm.

[12] N. Ματσούκα, Ο Σατανάς, εκδ. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1999, σ. 204.

[13] Ν. Ματσούκα, Δογματική και Συμβολική Θεολογία Β’ (έκθεση της ορθόδοξης πίστης σε αντιπαράθεση με τη δυτική χριστιανοσύνη), σ. 498.

[14] Ιερατικόν, Αι Θείαι Λειτουργίαι Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Βασιλείου του Μεγάλου και των Προηγιασμένων μετά της τυπικής αυτών Διατάξεως και τινων απαραιτήτων Ιερών Ακολουθιών, τάξεων και ευχών, εκδ. Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήνα 2000, σ. 269. 

[15] «Πάσχα»,http://www.imkorinthou.org/keimena/texts/Pen/Pascha.uni.htm.

[16] «Λόγος Κατηχητικός τη Αγία και Μεγάλη Κυριακή του Πάσχα του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου», Αρχιερατικόν, εκδ. Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήνα, σ. 34.

[17] Ανδρέα Νανάκη, «Εκκλησιαστικά Κρήτης 19ος- 20ος αιώνας» εκδ. Αδελφών Κυριακίδη α.ε., Θεσ/νίκη 1997, σ.311-314.

[18] «Ακολουθία Ακαθίστου», http://www.imkorinthou.org/keimena/texts/Oro/Akathist5.uni.htm.