ΘΕΟΔΩΡΟΣ Β’:

Ο ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΤΗΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΤΙΚΗΣ ΑΓΑΠΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΔΙΑΚΟΝΙΑΣ

 

            Ἡ σημερινή ἐπετειακή ἐκδήλωση πού λαμβάνει χώρα στήν μεγαλόνησο Κρήτη, τήν ἁγιοτόκο καί ἡρωοτόκο ἀποτελεῖ γεγονός ἰδιαίτερης ἐκκλησιαστικῆς σημασίας. Κατά τόν παρελθόντα Ὀκτώβριο συμπληρώθηκαν δέκα ἔτη ἀπό τήν εὐλογημένη ἐκείνη ἡμέρα πού ἡ Θεία Χάρις, ἡ πάντοτε τά ἀσθενῆ θεραπεύουσα καί τά ἐλλείποντα ἀναπληροῦσα, ψήφων κανονικῶν γενομένων ἐν τῷ Πατριαρχικῷ Ναῷ τοῦ Ἁγίου Σάββα, ἀνέδειξε παμψηφεί, ὡς 116 Προκαθήμενο τοῦ Παλαιφάτου Πατριαρχείου Ἀλεξανδρείας, στόν θρόνο τοῦ Ἱδρυτοῦ αὐτοῦ Ἁγίου Μάρκου τόν ἀπό Ζιμπάμπουε Θεόδωρο Χορευτάκη τόν Κρῆτα. Ἡ εὐλογία εἶναι ξεχωριστή γιά τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν ἐν γένει, ἰδιαιτέρως δέ γιά τήν μεγαλόνησο Κρήτη, στά σπλάχνα τῆς ὁποίας ἐγαλουγήθη καί ἐσφυρηλατήθη ὁ σπάνιος χαρακτῆρας καί ἡ διακριτική προσωπικότητα τοῦ σήμερα τιμωμένου Πρωθιεράρχου τοῦ Δευτερόθρονου Πατριαρχείου τῆς ὑπ’ οὐρανόν Ὀρθοδοξίας.

            Μακαριώτατε Πάπα καί Πατριάρχα Ἀξεξανδρείας κ.κ. Θεόδωρε,

            Σεβ. Ἀρχιεπίσκοπε Κρήτης κ. Εἰρηναίε,

            Σεβασμιώτατοι ἅγιοι ἀδελφοί,

            Ἀγαπητοί Πατέρες,

Ἐντιμώτατοι Ἄρχοντες,

            Λαέ τοῦ Κυρίου περιούσιε καί εὐλογημένε.

            Στό ἄκουσμα τῆς ἐκλογῆς Σας, Μακαριώτατε, τόν Ὀκτώβριο τοῦ 2014 ἡ τοπική Ἐκκλησία τοῦ Ἀποστόλου Τίτου, μέ πρωτοφανῆ ἱκανοποίηση καί αἰσθήματα χαρᾶς, ἀλλά καί ἱερά συγκίνηση δέχθηκε τό εὐαγγέλιο. Τό χαρμόσυνο μήνυμα τῆς τοποθετήσεως «τοῦ λύχνου ἐπί τήν λυχνίαν, ἵνα λάμπῃ πᾶσι τοῖς ἐν τῇ οἰκίᾳ» (Ματθ. 5,14). Καί ἡ σημερινή ἐκδήλωση δέν ἔχει τόσο τήν ἔννοια τῆς ἐξάρσεως τῆς κατηξιωμένης Πρωθιεραρχικῆς Σου διακονίας. Τιμᾶμε σήμερα τό πρόσωπο καί τό γεγονός περισσότερο γιά τήν οἰκοδομή τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας. Γιά τήν ἐνίσχυση τῶν ποιμένων καί τῶν ποιμαινομένων, ἀπό τά θαυμάσια πού ἡ Θεία Πρόνοια πάντοτε ἐπιτελεῖ πρός δόξα τοῦ Τρισαγίου ὀνόματος τῆς Ὑπερουσίου καί Ἀδιαιρέτου Τριάδος.

            «Ὁ Θεός», σύμφωνα μέ τήν Ἁγιοπνευματική καί τήν ἀσκητική ἐμπειρία τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος, ὅπως αὐτή κατάγράφεται στήν Ἐπιστολή τοῦ Ἀποστόλου Ἰακώβου, «ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δέ δίδωσι χάριν» (Ἰακώβου, 4,6). Τό σημεῖο τοῦτο τῆς ταπεινώσεως ἀποτελεῖ τήν λυδία λίθο ἐπί τῆς ὁποίας ἑδράζεται ἡ κατά Θεόν οἰκοδόμηση τῆς αὐτοσυνειδησίας τοῦ σήμερα τιμωμένου Πρωθιεράρχου. Τό γεγονός ἐπιτρέπει τήν προσέγγιση τῶν πραγμάτων στήν ὁλότητά τους καί ὄχι ὡς ἀποσπασματικά τμήματα μίας πορείας χωρίς ἀφετηρία, χωρίς συνέχεια καί χωρίς τελικό προορισμό. 

            Ξεκινᾶμε ἀπό τήν συνέντευξη πού ὁ νεοεκλεγής τότε Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας ἔδωσε στήν ὁμογενειακή ἐφημερίδα «Νέον Φῶς» τῆς ἑλληνικῆς Κοινότητας Καΐρου: «Τήν στιγμήν τῆς ἐκλογῆς μου θυμήθηκα εὐθύς ἀμέσως τό μοναστήρι μου. Θυμήθηκα ὅτι δέν ἔπαψα ποτέ νά εἶμαι τό παιδί τῆς Παναγίας. Τό μοναστήρι μου εἶναι ἡ Ἀγκάραθος, ἕνα παμπάλαιο μοναστήρι ἔξω ἀπό τό Ἡράκλειο τῆς Κρήτης, πού εἶχε μία μεγάλη εὐλογία: τρεῖς ἡγούμενοι τοῦ Μοναστηριοῦ ἔγιναν Πατριάρχαι Ἀλεξανδρείας, πού ἐτίμησαν τό ἀποστολικό τοῦτο Πατριαρχεῖο»[1].   

            Τό κέλυφος, μέσῳ τοῦ ὁποίου διεμορφώθη ἐν Χριστῷ τό ἐκκλησιαστικό φρόνημα τοῦ Πατριάρχου Θεοδώρου, ἔχει ὡς ἀφετηρία του τήν ἄσκηση τοῦ τότε μοναχοῦ Διονυσίου στίς αὐλές τῆς Ἱ. Μονῆς τῆς μετανοίας του. Ἐκεῖ βίωσε ὅλες τίς διακυμάνσεις τῆς ἐσαεῖ ἐσταυρωμένης καί δυσανάβατης μοναχικῆς πολιτείας. Ἐκεῖ μαθήτευσε στήν ὑπακοή, τήν ταπείνωση καί τήν παράδοση τῆς ἁπλόχερης φιλοξενείας. Μοναδική παρηγορία, ὁ τότε νεαρός μοναχός, εἶχε τήν παρακλητική ἀναφορά του πρός τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο τήν Ὀρφανή τῆς Ἀγκαράθου.

            Καί δέν εἶναι διόλου τυχαῖο τό γεγονός ὅτι στό διάβα τῆς ἐκκλησιαστικῆς του πορείας καί διακονίας, εἴτε ὡς Ἐπίσκοπος ἤ Μητροπολίτης, εἴτε ὡς Προκαθήμενος πρεσβυγενοῦς Πατριαρχείου, ὁ Μακαριώτατος οὐδέποτε ἐλησμόνησε τόν μοναστικό τόπο ὅπου ἐγεννήθη ἐκκλησιαστικῶς. Ὅπου ἔλαβε τήν νέα του ὑπόσταση ἐν Χριστῷ. Ἀδιαλλείπτως κατ’ ἔτος, κατά τήν διάρκειαν τῆς παρεπιδημίας του στήν γενέτειρά του Κρήτη, οὐδέποτε παραλείπει νά ἐπανέλθῃ στήν Ἱ. Μονή τῆς μετανοίας του στήν ὁποία καί διαθέτει μέρος ἐκ τῆς ἀναπαύσεώς του κατά τό θέρος. Τοῦτο πράττει γιά νά ἀνανεωθῇ πνευματικῶς καί νά ἀντλήσῃ κουράγιο, ὑπομονή καί δύναμη ἀπό τήν ἐπαφή του μέ τό λίκνο τῆς μοναχικῆς του πορείας καί τήν προσευχητική του ἀναφορά πρός τήν ἐφέστιο καί θαυματουργή εἰκόνα τῆς Παναγίας. Μπροστά στήν Παναγία τήν Ὀρφανή ἔβαλε τήν μετάνοιά του πρό τεσσαράκοντα καί δύο ἐτῶν περίπου, τήν 15ην Αὐγούστου 1973, σέ ἡλικία δεκαεννέα ἐτῶν, ἀπό τόν πρωτοσύγκελλο τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς, μετέπειτα Μητροπολίτη Κισάμου καί ἐν συνεχείᾳ Γορτύνης τόν καλοπροαίρετο Κύριλλο Κυπριωτάκη.

            Ἄλλος σημαντικός ἐν Κρήτῃ σταθμός στήν πορεία του τιμωμένου Πρωθιεράρχου, ἀλλά καί στήν σφυρηλάτηση τῆς ἐκκλησιαστικῆς του ταυτότητας, τυγχάνει ἀναμφίβολλα ἡ χάριτι Θεοῦ γνωριμία του καί τό πνεῦμα ὑπακοῆς καί ταπείνωσης πού ἐπέδειξε πρός τόν νοητό του Μωϋσή, τόν Γέροντά του μακαριστό Μητροπολίτη, ἀπό Λάμπης καί Σφακίων, Ρεθύμνης καί Αὐλοποτάμου Θεόδωρο Τζεδάκη, τόν λόγιο, φιλίστωρα καί ρέκτη διαπρεπῆ Ἱεράρχη τῆς Ἐκκλησίας Κρήτης καί τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου.       

            Ἡ καθοριστική αὐτή σχέση καί συμπόρευση τῶν δύο ἐκκλησιαστικῶν ἀνδρῶν ἄρχισε ἀπό τά μαθητικά ἔδρανα, τοῦ μαθητοῦ κατά κόσμον Νικολάου Χορευτάκη καί τοῦ ἀρχιμ. Θεοδώρου Τζεδάκη. Συνεχίζεται μέ τό γεγονός τῆς εἰς διάκονον χειροτονίας, πού ὁ Γέροντας Μητροπολίτης Θεόδωρος προσέφερε πρός τόν ὑποτακτικό του καί κατά πνεῦμα υἱόν του, τήν 22αν Φεβρουαρίου 1975 στήν Ἱ. Μονή Ἀγκαράθου καί τῆς εἰς πρεσβύτερον τήν 23ην Ἀπριλίου 1978 στόν Ἱ. Μητροπολιτικό Ναό τοῦ Ἀποστόλου Παύλου Σπηλίου, ὅταν καί ὁ Διονύσιος μετωνομάσθη εἰς Θεόδωρο πρός τιμή τοῦ Γέροντός του.

            Ἡ πολύπλευρη δεκαετῆς διακονία τοῦ νεαροῦ καί φερέλπιδος κληρικοῦ Θεοδώρου Χορευτάκη ἀπό διάφορες ἐπιτελεικές θέσεις, ὡς Ἀρχιδιάκονος, Ἱεροκήρυκας, Ἀρχιερατικός Ἐπίτροπος καί Πρωτοσύγκελλος τῆς Ἱ. Μητροπόλεως Λάμπης καί Σφακίων, ἔδωσε στόν τιμώμενο Πρωθιεράρχη τήν μεγίστη εὐλογία τῆς συναναστροφῆς καί τῆς συμπόρευσης μέ τόν ἁπλό ἀγροτοποιμενικό λαό τοῦ Θεοῦ. Μέ τούς καημούς καί τά βάσανα τοῦ ὁποίου ἔγινε οἰκεῖος καί σύμψυχος. Ἡ λατρευτική, ποιμαντική καί φιλανθρωπική διακονία σέ μία ἀγροτοποιμενική καί ὄχι ἀστική Ἱ. Μητρόπολη δέν θά πρέπει νά θεωρηθῇ τυχαῖο. Ὑπῆρξε ἔκφραση τῆς Θείας Προνοίας πρός τό πρόσωπο τοῦ τότε Ἀρχιμανδρίτη Θεοδώρου, ὁ ὁποῖος, μέ τήν ἐπισταμένη καί ἀνύστακτη περιδιάβασή του στά ἀπομεμακρυσμένα ὁρεινά χωριά καί τά λαγκάδια τῆς εὐρύτερης περιοχῆς τοῦ Ἁγίου Βασιλείου, τοῦ Ἀμαρίου καί τῶν Σφακίων ἐπεδείκνυε τά πρῶτα ἀπτά βήματα στόν ἱεραποστολικό στῖβο. Ἀφουγκραζόταν καί μετεῖχε ὀργανικά στήν καθημερινότητα ἑνός ἁπλοῦ καί ὀρεσιβίου, πλήν ὅμως εὐσεβοῦς καί φιλοπρόοδου λαοῦ. Δέν θά ἦταν ὑπερβολή νά ποῦμε ὅτι ἡ διακονία του αὐτή ἀποτελοῦσε προτύπωση καί προανάκρουσμα τῆς μελλοντικῆς ἱεραποστολικῆς καί ποιμαντικῆς δράσεως τοῦ τιμωμένου Πρωθιεράρχου στήν πολύπαθη καί δεινῶς ἐκμεταλευομένη Ἀφρικανική Ἥπειρο, δίπλα στούς δοκιμαζομένους μαύρους συνανθρώπους μας.

            Ὅταν ἦλθε τό πλήρωμα τοῦ χρόνου ὁ Ἀρχιμανδρίτης Θεόδωρος, ἐξοπλισμένος κατά τρόπο βιωματικό μέ τά χαρίσματα τῆς ταπεινώσεως, τῆς προσευχητικῆς ὑπακοῆς, τῆς ὑπομονῆς καί τοῦ ἱεραποστολικοῦ φρονήματος, ἀλλά καί μέ τά ἐπιστημονικά του ἐφόδια, ἀπό τήν φοίτησή του στήν Ριζάρειο Ἐκκλησιαστική Σχολή καί τήν Θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης, θά κληθῇ ὑπό τῆς Θείας Χάριτος νά διακονήσῃ στήν Ἀφρικανική Ἤπειρο τήν ἱεραποστολή, ὡς Ἀρχιερέας καί ὡς Πατριάρχης τοῦ παλαιφάτου Πατριαρχείου Ἀλεξανδρείας.

Ὡς Ἀρχιμανδρίτης ὁ Θεόδωρος Χορευτάκης θά ζημωθῇ ἔτι περαιτέρω στά τῆς ἐκκλησιαστικῆς διοικήσεως. Θά ἀποκτήσῃ πείρα γιά τά διορθόδοξα καί διαχριστιανικά ζητήματα, μέσῳ τῆς ἀνάθεσης εἰς αὐτόν σημαντικῶν πόστων ὑπό τῶν προκατόχων του ἀοιδίμων Πατριαρχῶν Νικολάου ΣΤ’, Παρθενίου Γ’ καί Πέτρου Ζ’.

Πρῶτα στήν Ρωσσία, ὡς Πατριαρχικός Ἔξαρχος τοῦ Ἀλεξανδρινοῦ Θρόνου στήν Ὀδησσό, ὁ Ἀρχιμ. Θεόδωρος γιά μία πενταετία θά γνωρίσῃ μέ πνεῦμα μαθητείας ἐκ τοῦ σύνεγγυς τήν ρωσσική ὀρθόδοξη πνευματικότητα. Ἡ ἐποχή ὑπῆρξε ἐξαιρετικά δύσκολη καί μεταβατική, ὅταν «ὁ κομμουνισμός ἐξαντλοῦσε τά ἱστορικά τοῦ ἀποθέματα καί ἡ ἀναδυομένη περεστρόικα προκαλοῦσε τίς ὡδύνες τοῦ ἐπικειμένου δραματικοῦ ἱστορικοῦ μετασχηματισμοῦ»[2]. Κατά τήν παραμονή του στή Ρωσσίᾳ, ὁ σήμερα τιμώμενος Πρωθιεράρχης, παράλληλα μέ τήν ἐνασχόλησή του γιά τήν ἐκμάθηση τῆς ρωσσικῆς γλῶσσας ἐντρύφησε σέ σπουδές γιά τήν Τέχνη, τήν Λογοτεχνία καί τήν Φιλοσοφία. Ἐπίσης, ἀνεκαίνισε τόν ἐκεῖ ἑλληνορθόδοξο Ἱ. Ναό τῆς Ἁγίας Τριάδος καί σύστησε παράρτημα τοῦ Ἱδρύματος Ἑλληνικοῦ Πολιτισμοῦ καί τοῦ Μουσείου Φιλικῆς Ἑταιρείας.

Δεύτερον, ἀμέσως μετά τήν εἰς Ἐπίσκοπον Κυρήνης παμψηφεί προαγωγή του καί χειροτονία του, ὑπό τοῦ ἀοιδίμου Πατριάρχου Παρθενίου Γ’ τόν Ἰούνιο τοῦ 1990, γιά μία ἑπταετία (1990-1997), ὁ Ἐπίσκοπος πλέον Θεόδωρος θά ἀναλάβῃ στήν Ἀθήνα τήν διεύθυνση τοῦ Γραφείου ἐκπροσωπήσεως τοῦ Ἀλεξανδρινοῦ Θρόνου. Ἀπό τήν θέση αὐτή θά μαθητεύσῃ καί πάλι μέ πνεῦμα ταπεινώσεως δίπλα στόν Πατριάρχη Παρθένιο, τόν κατ’ ἐξοχήν Ἀλεξανδρινό Προκαθήμενο τῶν διαλόγων. Συνόδευσε τόν Γέροντά του Πατριάρχη Παρθένιο σέ ἱεραποστολικές ἱεραποδημίες στήν Ἀφρικανική Ἥπειρο, ἀλλά καί σέ διεθνῆ διαχριστιανικά καί διαθρησκειακά συνέδρια. Πρόκειται ἀναμφίβολα γιά μία νέα περίοδο μαθητείας πού ἐπέτρεψε ἡ πανσθενουργός Θεία Χάρις, καθώς «ἡ διακονία τοῦ Ἐπισκόπου Κυρήνης Θεοδώρου στό πλευρό τοῦ δεινοῦ αὐτοῦ οἰακοστρόφου τῆς ἀλεξανδρινῆς σωτηριώδους ἐκκλησιαστικῆς ὀλκάδος ὑπῆρξε καθοριστική γιά τήν ἐξέλιξη τῶν ποιναντικῶν καί διοικητικῶν του χαρισμάτων»[3]. Πρώτιστη καί διαρκῆς μέριμνά του ἡ ἀνάπτυξη τοῦ ἱεραποστολικοῦ ἔργου τῆς Ἀλεξανδρινῆς Ἐκκλησίας σέ ποιμαντικό, κοινωνικό, φιλανθρωπικό καί ἐκπαιδευτικό ἐπίπεδο, μέ τήν παράλληλη ἀγωνία νά μείνῃ ἄσβεστη ἡ λυχνία τοῦ Ἀποστολικοῦ Θρόνου τοῦ Ἁγίου Μάρκου.

Τρῖτον, ἡ ἀνάθεση ποιμαντορικῆς ἐκκλησιαστικῆς διακονίας, κατά πρῶτον, στήν ἱστορική ἕδρα τοῦ Πατριαρχείου Ἀλεξανδρείας, ὑπό τήν ἰδιότητα τοῦ Πατριαρχικοῦ Ἐπιτρόπου Ἀλεξανδρείας, στίς πρώτες ἡμέρες τοῦ ἀμέσως προκατόχου του Πατριάρχου Πέτρου τό 1997, καί στη συνέχεια ἡ  παμψηφεί ἀνάληψη, μέ συνοδική ἀπόφαση, τῆς εὐθύνης διαποιμάνσεως ἱεραποστολικῶν Μητροπόλεων τῆς Κεντροδυτικῆς καί τῆς Νοτιοανατολικῆς Ἀφρικῆς εἰς Καμεροῦν (1997-2002) καί Ζιμπάμπουε (2002-2004) ἀλληλοδιαδόχως.

Ἡ ἀνεπιτήδευτη καί ἀνιδιοτελῆς ἀγαπητική διάθεση τοῦ Μητροπολίτου Θεοδώρου πρός τούς ἐνδεείς καί ἐξαθλιωμένους συνανθρώπους μας τῆς Μαύρης Ἡπείρου θά ἐνυλωθῇ σέ ἔργα ἀγάπης καί προσφορᾶς. Ἐμφορούμενος ἀπό τό καινοδιαθηκικό «ἐν γὰρ Χριστῷ Ἰησοῦ οὔτε περιτομή τι ἰσχύει οὔτε ἀκροβυστία ἀλλὰ πίστις δι’ ἀγάπης ἐνεργουμένη» (Γαλάτας, 5,6), ὁ σήμερα τιμώμενος προέβη στήν ἀνέγερση Ἱ. Ναῶν, ἀλλά καί πολλῶν κέντρων γιά τήν θεραπεία τῶν ἰατρικῶν, μορφωτικῶν, ἐκπαιδευτικῶν καί ἐπαγγελματικῶν ἀναγκῶν τοῦ ποιμνίου του. Σκοπός του ἡ ψυχοσωματική καλλιέργεια τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ, καθώς ἀκράδαντη πεποίθησή του τυγχάνει τό ἑξῆς: «Ἱεραποστολή, ὡς διακονία ἀγάπης, σημαίνει νά ὑπηρετήσεις τόν ἄνθρωπο νά πιστέψει στίς δικές του δυνάμεις, στά δικαιώματά του καί τήν εὐθύνη του γι’ αὐτό πού εἶναι»[4].

Ὁ Παντεπόπτης Κύριος τοῦ κόσμου καί τῆς ἱστορίας, «ὁ ἑτάζων καρδίας καί νεφρούς» (Ψαλμός 7, 10) ἐπέβλεψεν ἐπί τήν ταπείνωση τοῦ δούλου του καί εὐλόγησε πλουσιοπαρόχως τόν Μητροπολίτη Θεόδωρο. Τό 2004, μετά ἀπό δεκατέσσαρα ἔτη καλλικάρπου καί πολυμόχθου ἀρχιερατικῆς διακονίας, μέ ταπείνωση, ὑπομονή καί προσευχητική διάθεση, τόν ἀνέδειξε στήν Πατριαρχική καθέδρα τοῦ Ἀποστόλου Μάρκου, καί μάλιστα παμψηφεί. Ἀποτελεῖ τόν ἕβδομο κρητικῆς καταγωγῆς Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας μετά τούς Σίλβεστρο, Μελέτιο Πηγᾶ, Κύριλλο Λούκαρη, Γεράσιμο Παλλαδᾶ, Γεράσιμο Σπαρταλιώτη καί Μελέτιο Μεταξάκη. 

Προσεγγίζοντας τήν πρώτη δεκαετία τῆς τετιμημένης πρωθιεραρχικῆς διακονίας τοῦ Μακ. Πατριάρχου Θεοδώρου, παρατηροῦμε «τήν ἀξεδιάλυτον συμπόρευσιν καί τό ἐπιτυχές», ὅπως πολύ σωστά ἤδη ἐπεσημάνθη ὑπό στενῶν συνεργατῶν τῆς Αὐτοῦ Μακαριότητος, «πάντρεμα πίστεως καί ἔργων ἀγάπης»[5].

Πρίν ἀναφερθοῦμε στά βασικά σημεῖα τῆς Πατριαρχικῆς διακονίας τοῦ Κρῆτα Πατριάρχου, ἄς ἀνακαλέσωμε στήν μνήμη μας τήν δήλωσή Του, μέ τήν συμπλήρωση δεκαετοῦς πρωθιεραρχικῆς διακονίας: «Μέ τή Χάρη καί τό Ἔλεος τοῦ Κυρίου τῆς Δόξης καί μέ τόν Φωτισμό καί τήν Προστασία τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου καί Εὐαγγελιστοῦ Μάρκου, τοῦ Ἐφόρου καί Ἱδρυτοῦ τῆς Ἐκκλησίας μας, κλείνουμε δέκα ἔτη πατριαρχικῆς διακονίας μέ γνώμονα διπλό. Ἀφενός μέν νά διατηρήσουμε καί νά ἀναδείξουμε τήν ἀνεκτίμητη παρακαταθήκη πίστεως και καρτερίας τοῦ πληρώματος τῆς Δευτεροθρόνου Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἀνατολῆς. Ἀφετέρου δέ νά προάγουμε τήν πραγμάτωση τῆς σωτηριώδους νομοτελείας τῆς χριστιανικῆς διακονίας καί ἀγάπης γιά τόν εὐαγγελισμό τῶν ἐθνῶν τῆς πνευματικῶς διψώσης ἀφρικανικῆς ἠπείρου. Μέ ἀλάνθαστο δείκτη πορείας τόν λόγο του Κυρίου μας "ἀρκεῖ σοι ἡ χάρις μου· ἡ γὰρ δύναμίς μου ἐν ἀσθενείᾳ τελειοῦται" (Β΄ Κορ. 12,9), συνεχίζουμε νά καταθέτουμε στό ταμιευτήριο τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ τήν προσπάθειά μας νά λάβουν σάρκα καί ὀστά ἡ ἀνιδιοτελής ἀνθρωπιά, ἡ φιλάνθρωπη θυσία, ἡ ἀταλάντευτη ταύτιση μέ τόν ἀφρικανό ἀδελφό, ὡς κατ’ εἰκόνα Θεοῦ ὕπαρξη»[6].

Βασικός ἄξονας τοῦ Μακαριωτάτου ὑπῆρξε ἡ ἀνύστακτη προσπάθεια γιά τήν διατήρηση τῆς πολύτιμης ἐκκλησιαστικῆς καί θεολογικῆς κληρονομιᾶς εἴκοσι αἰώνων τοῦ Ἀλεξανδρινοῦ Θρόνου. Μέ τήν ἐξεύρεση τῶν καταλλήλων οἰκονομικῶν πόρων, ὁλοκληρώθηκε κατά τήν τελευταία δεκαετία μία σειρά σημαντικῶν ἀνακαινιστικῶν ἔργων, συμπεριλαμβανομένων τοῦ Πατριαρχικοῦ Οἴκου, τοῦ Ἱ. Ναοῦ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου Ἀλεξανδρείας, τῆς Ἱ. Πατριαρχικῆς Μονῆς τοῦ Ὀσίου Σάββα τοῦ Ἡγιασμένου, τοῦ Ἱ. Ναοῦ τοῦ Ἁγίου Νικολάου καί τῆς Πατριαρχικῆς Ἐπιτροπείας Καΐρου, ἐνῷ ἐκσυγχρονίσθη ἡ Πατριαρχική Βιβλιοθήκη καί σέ συνεργασία μέ τό Κέντρο Χειρογράφων Ἀξελανδρείας ἄρχισε τό ἔργο συντήρησης καί ψηφιοποίησης τῶν χειρόγραφων κωδίκων της. Δημιουργήθηκε, παράλληλα, τό Πατριαρχικό Ἀρχαιολογικό Μουσεῖο καί Σκευοφυλάκειο, ἐνῷ ὁλοκλήρωσε τήν σολομώντεια ἀποκατάσταση τοῦ συγκροτήματος τῆς ἀρχαίας Βασιλικῆς καί τῆς Πατριαρχικῆς Μονῆς τοῦ Ἁγίου Γεωργίου στό Παλαιό Κάϊρο, τά θυρανοίξια τοῦ ὁποίου καί ἐτελέσθησαν μέ τήν δέουσα ἐκκλησιαστική τάξη καί ἱεροπρέπεια, περί τά τέλη Ἀπριλίου ἐ.ἔ.   

Ὁ Μακαριώτατος συνεχίζει τίς Πατριαρχικές ἐκδόσεις τοῦ «Πάνταινου» καί τοῦ «Ἐκκλησιαστικοῦ Φάρου» καί τήν λειτουργία τῆς Πατριαρχικῆς Σχολῆς Ἀλεξανδρείας «Ἅγιος Ἀθανάσιος». Ἰδιαίτερη εἶναι ἡ μέριμνά του γιά τόν συνοδικό τρόπο λειτουργίας τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τοῦ Ἀλεξανδρινοῦ Θρόνου καί γιά τήν στελέχωση τῶν ἀνά τήν ἀφρικανική Ἥπειρο Ἱ. Μητροπόλεων μέ κατάλληλους Ἱεράρχες. Συστήνει ἐπίσης καί νέες Ἐπαρχίες. Μεριμνᾶ καί φροντίζει γιά τήν ποιμαντική τοῦ ποιμνίου τοῦ Ἀλεξανδρινοῦ Θρόνου, εἴτε πρόκειται γιά Ἕλληνες, εἴτε γιά ἀραβόφωνους καί ἀφρικανούς ἀδελφούς μας. Ἀναβαθμίζει ἐπίσης καί τόν ρόλο τῶν Ἀρχόντων Ὀφφικιαλίων γιά νά προαγάγει καί μ’ αὐτούς τό πολύπλευρο ἔργο τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἀλεξανδρέων.

Ὁ Πατριάρχης Θεόδωρος ἐπιτυγχάνει ὅλα τά παραπάνω ὑπακούοντας ἀπαρασάλευτα στό λειτουργικό κέλευσμα «Ἄνω σχῶμεν τάς καρδίας - Ἔχομεν πρός τόν Κύριον - Εὐχαριστήσωμεν τῷ Κυρίῳ». Γι’ αὐτό καί τό ἤδη ἐπετελεσθέν ὑπό τοῦ Πατριάρχου Θεοδώρου ἀνακαινιστικό καί ὀργανωτικό ἔργο τυγχάνει κατ’ ἐξοχήν καρπός τῆς Θείας εὐλογίας καί ἐπινεύσεως τῆς Θείας Χάριτος στήν ζωή τῆς ὑπ’ αὐτόν Ἐκκλησίας.          

Σταθερός ἄξονας τῆς Πρωθιεραρχικῆς Διακονίας τοῦ Πατριάρχη Θεοδώρου εἶναι ἡ προώθηση τῆς ἱεραποστολικῆς κλήσης τῶν Ἀφρικανικῶν λαῶν. Μέ ἐφόδιο τίς πολλαπλές ἐμπειρίες του ἀπό τούς χρόνους τῆς ἀρχιερατικῆς του διακονίας, ἀνάμεσα στόν πονεμένο καί ἐξαθλιωμένο λαό τῆς Μαύρης Ἡπείρου, ὁ Πατριάρχης Θεόδωρος, ὅπως γράφει καί ὁ Μακ. Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλβανίας κ. Ἀναστάσιος, «μέ ἔνθεον ζῆλον, ἐργάσθηκε στούς πολυσύνθετους τομεῖς τῆς Ἱεραποστολῆς στόν ἀφρικανικό χῶρο... ἐνστερνίσθηκε τόν παλμό καί τό ὅραμα τῆς Ὀρθοδόξου μαρτυρίας σέ νέα σύνορα...παρακολουθοῦσε πάντοτε μέ ἰδιαίτερη προσοχή τήν θεολογική ἀναζήτηση καί δραστηριότητα σέ ἀφρικανικές περιοχές.... μέ τήν ἁπλότητα, τήν ἀμεσότητα, τό μειλίχιο ὕφος, τόν αὐθορμητισμό πού τόν διακρίνει, πλησίασε τίς ψυχές τῶν ἁπλῶν ἀνθρώπων μέ καλωσύνη, στήριξε χιλιάδες νεοφωτίστους Ἀφρικανούς»[7].

Ὁ ἴδιος ὁ Προκαθήμενος τῆς Ἀλεξανδρινῆς Ἐκκλησίας, ἀναφερόμενος σχετικῶς πρός τόν τρόπον πού προσλαμβάνει τήν ἱεραποστολική δράση τῆς Ἐκκλησίας στίς 55 χώρες τῆς δικαιοδοσίας του, ἐτόνισε τά ἑξῆς: «Δέν ἔχω νά παρουσιάσω περγαμηνές καί κοσμικά διπλώματα, ἀλλά τήν προσφορά, τήν διάθεσή μου γιά νά βοηθήσω ὅπως μπορῶ, μέ ὅλες τίς δυνάμεις τῆς ψυχῆς μου, τήν ἀγάπη μου στούς ἐμπερίστατους Ἀφρικανούς ἀδελφούς πού πεινᾶνε, πού διψᾶνε, πού περιμένουν νά τούς δώσουμε ἕνα ροῦχο νά φορέσουν, ἕνα πιάτο φαγητό, ἕνα τετράδιο νά μάθουν λίγα γράμματα, νά τούς μιλήσουμε γιά τόν Χριστό καί τήν Ἐκκλησία. Αὐτό πού ἔχει πραγματική ἀνάγκη σήμερα ὁ κόσμος, ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος, εἶναι ἡ ἀγάπη καί ἡ διάθεση γιά προσφορά»[8].

Ἐμφορούμενος ἀπό τό φρόνημα τοῦτο, ὁ Πατριάρχης Θεόδωρος ὥργωσε καί ὁργώνει κυριολεκτικῶς τά μήκη καί τά πλάτη τῆς πολύπαθης Ἀφρικανικῆς γῆς. Ἱερουργεῖ, ἐγκαινιάζει ναούς καί παρεκκλήσια, ἐπευλογεῖ ἐκ τοῦ σύνεγγυς τό ἀνά τήν Ἀφρικανική Ἤπειρο ποίμνιό του. Ἀφουγκράζεται τίς ἀγωνίες καί τούς μόχθους τοῦ εὐλογημένου τούτου λαοῦ τοῦ Θεοῦ, τοῦ τόσο ξεχασμένου καί τυγχάνοντος θύμα ἐκμετάλευσης, ὑπό τῶν ἱσχυρῶν καί τῶν κατ’ ἐφημισμό προηγμένων καί ἀνεπτυγμένων λαῶν τῆς γῆς. Τελευταῖο δέ ἐπίτευγμα ἡ ἵδρυση Ὀρθοδόξου Πανεπιστημίου στή Μαγαδασκάρη, τά ἐγκαίνια τοῦ ὁποίου ἐτέλεσε ὁ Μακαριώτατος πρό τινων ἑβδομάδων. Μεταγγίζοντας καί μέ τά ἐκπαιδευτικά ἱδρύματα τήν ὀρθόδοξη πίστη καί τά πανανθρώπινα ἰδεώδη τοῦ Ἑλληνισμοῦ συμβάλλει ἀποφασιστικά, μέ τήν σύσταση ἱεραποστολικῶν πυρήνων, στήν ἀντιμετώπιση τῶν αὐξημένων κοινωνικῶν προβλημάτων τοῦ λεγομένου τρίτου κόσμου. Καί πάντα ταῦτα ἑδράζονται στίς θεμελιώδεις ἀρχές τῆς Ὀρθόδοξης ἀνθρωπολογίας. Κάθε ἄνθρωπος εἶναι ἡ πλήρης καί τέλεια εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, πέρα ἀπό φυλετικές, ἐθνικές, θρησκευτικές, πολιτισμικές διακρίσεις φύλου καί χρώματος.

Ἕνας ἄλλος ἰσχυρός ἄξονας τῆς Πρωθιεραρχικῆς διακονίας τοῦ Πατριάρχου Θεοδώρου εἶναι ἡ ἔμφαση τήν ὁποία δίδει στήν ἐνίσχυση τῆς Πανορθοδόξου ἑνότητος, στήν προαγωγή τῆς διαχριστιανικῆς καί διαθρησκειακῆς καταλλαγῆς, στά διεθνῆ φόρα μέ παρεμβάσεις ἐπί φλεγόντων παγκοσμίου ἐνδιαφέροντος ζητημάτων πού ἀπασχολοῦν τήν ἀνθρωπότητα.

Πρός ἐπίτευξη τούτων, ἐπί τῶν ἡμερῶν τοῦ Κρῆτα Πατριάρχου ἀνεβαθμίσθη ὁ ρόλος τῆς Ἐξαρχίας τοῦ Ἀλεξανδρινοῦ Θρόνου στήν Ἀθήνα καί τήν Μόσχα, ἐνῷ ἵδρυσε Ἐξαρχία καί στήν Λευκωσία.

Περαιτέρω, ἀξίζει νά ἐπισημανθῇ ὁ ἐπικοδομητικός καί συνετός λόγος τοῦ Ἀλεξανδρινοῦ Προκαθημένου στίς τρεῖς τελευταίες ἐν Φαναρίῳ συγκληθείσες Συνάξεις τῶν Προκαθημένων τῶν κατά τόπους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ὅπου ἀφουγκραζόμενος τήν ἀγωνία καί τήν ἀνύστακτη μέριμνα τοῦ Οἰκουμενικοῦ μας Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου, ὁ τιμώμενος προκαθήμενος Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας ἐργάζεται γιά τήν ἐπικείμενη σύγκληση τῆς Πανορθοδόξου Συνόδου. Καθοριστικός, ἐπίσης, ὑπῆρξε ὁ συντονιστικός του ρόλος κατά τίς ὑπό τήν προεδρία του ἐργασίες τοῦ Συμβουλίου τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν Μέσης Ἀνατολῆς, ὡς ἔκφραση ἀγωνίας στήν προστασία τῶν δεινῶς δοκιμαζομένων χριστιανῶν αὐτῆς τῆς εὐαίσθητης περιοχῆς, ὅπου οἱ χριστιανοί ἀπειλοῦνται μέ ξεριζωμό ἀπό τίς πατρογονικές πρωτοχριστιανικές τους ἑστίες.

Κατά τήν ὁμιλία πού ἀπηύθηνε ὁ Μακαριώτατος, στίς ἀρχές Μαΐου ἐ.ἔ., στήν Διάσκεψη γιά τήν Θρησκευτική Ἐλευθερία καί Ἀσφάλεια τῶν Χριστιανικῶν Κοινοτήτων στήν Μέση Ἀνατολή καί τήν Νότια Μεσόγειο, εἶπε μεταξύ ἄλλων καί τά ἑξῆς χαρακτηριστικά: «Ὁ θρησκευτικός αὐτοπροσδιορισμός, ἀντί νά ἀποβαίνει παράγων εἰρηνοποιΐας, ἐνίοτε καθίσταται παράγων διχασμοῦ καί μισαλλοδοξίας, φανατισμοῦ καί βίας. Αὐτό συμβαίνει ὅταν ἡ θρησκευτική συνείδηση χειραγωγεῖται καί ὁ θρησκευτικός ζηλωτισμός ἀρνεῖται τήν ἐλευθερία τοῦ ἄλλου στό ὄνομα τοῦ Θεοῦ. Μπροστά σέ αὐτή τήν πραγματικότητα εἶναι ἀπαραίτητο νά γίνει κατανοητό ὅτι ἡ διέξοδος ἀπό τίς ὑφιστάμενες πολιτικές, οἰκονομικές καί κοινωνικές ἀγκυλώσεις δέν βρίσκεται στήν ριζοσπαστικοποίηση τῶν κοινωνιῶν μέσῳ τῆς θρησκευτικῆς πολιτικοποιήσεως, οὔτε στόν σφιχτό ἐναγκαλισμό πολιτικῶν καί θρησκευτικῶν ἰδεολογιῶν. Γι’ αὐτό εἶναι ἀπαραίτητο νά κατοχυρωθεῖ θεσμικά ἀλλά καί νά ἐφαρμοστεῖ στήν πράξη ὄχι μόνο ἡ ἀνεκτικότητα ἔναντι τοῦ διαφορετικοῦ, ἀλλά καί ὀ ἔμπρακτος σεβασμός τῆς διαφορετικότητος τοῦ ἄλλου»[9].

Μέ ἀφορμή, μάλιστα, τό προσφάτως ἀποτρόπαιο γεγονός τῆς σφαγῆς 147 χριστιανῶν φοιτητῶν εἰς Κένυα, ὁ Ἀλεξανδρινός Προκαθήμενος έξέφρασε εὐθαρσῶς τήν πλήρη ἀντίθεσή του πρός κάθε ἀπάνθρωπη ἐνέργεια τρομοκρατίας, πού ἰσοδυναμεῖ μέ πλήρη ἀπαξίωση τῆς ἀξίας τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου καί στρατεύεται ἐναντίον τοῦ δικαιώματος κάθε ἀνθρώπου νά θρησκεύει ἐλεύθερα[10].

  Ὅσον ἀφορᾷ τήν διαχριστιανική καταλλαγή θά ἀναφέρωμεν τό γεγονός τῆς ἱστορικῆς συναντήσεως τοῦ Μακαριωτάτου μετά τοῦ Πάπα Φραγκίσκου, μετά ἀπό τήν πάροδο 23 ἐτῶν, κατά τήν 30ήν Σεπτεμβρίου 2013 στό Βατικανό, ὅταν καί διατρανώθη ὑπό τοῦ Προκαθημένου τοῦ Ἀλεξανδρινοῦ Θρόνου ἡ πεποίθησή του στήν συνέχιση τῆς πορείας στόν δρόμο πρός ἀποκατάσταση τῆς ἑνότητας τῶν διῃρημένων Χριστιανῶν.

Ὁ Πατριάρχης Θεόδωρος, μέ τά βιώματα αὐτῶν τῶν πεποιθήσεων, καλλιεργεῖ συστηματικῶς ἄριστες σχέσεις μετά τοῦ ὁμολόγου κάι ὁμωνύμου του Πατριάρχου τῆς Κοπτικῆς Ἐκκλησίας. Τό γεγονός συμβάλλει τά μᾶλλα στήν ἑδραίωση τῆς χριστιανικῆς παρουσίας στήν κυρίαρχη μουσουλμανική χώρα τῆς Αἰγύπτου καί στήν προβολή τῆς ἐκεῖ χριστιανικῆς παρουσίας, ὡς εἰρηνοποιοῦ καί φιλοπροόδου παράγοντα, πού ἐγγυᾶται τήν κοινωνική σταθερότητα καί τήν εὐημερία τῆς περιοχῆς.

Εἶναι ἐπίσης γνωστή ἡ διακονία τοῦ Ἀλεξανδρινοῦ Προκαθημένου γιά τήν προώθηση τοῦ διαθρησκειακοῦ διαλόγου, τήν ἄμβλυνση τοῦ θρησκευτικοῦ φανατισμοῦ καί τοῦ ἐν ἐξάρσει εὑρισκομένου φονταμενταλισμοῦ. Ἡ προσέγγιση τοῦ Μακαριωτάτου ἐπί τῶν περιπτώσεων τούτων τῆς θρησκευτικῆς παθογένειας θά πρέπει νά βρεῖ εὐήκοον οὕς εἰς τά ὧτα τῶν αξιωματούχων τῆς Διεθνοῦς Κοινότητας. Ἐτόνισε σχετικῶς πρό ἑνός ἔτους περίπου ὅτι: «Ὁ φονταμενταλισμός εὐδοκιμεῖ στό ἔδαφος τῆς πολιτικῆς ἀνελευθερίας, τῆς οἰκονομικῆς ἀνέχειας καί τῆς κοινωνικῆς ἐξαθλίωσης. Καί ἡ Μέση Ἀνατολή ἔγινε ἡ ἰδεώδης φωλιά ἐπώασης τοῦ αὐγοῦ τοῦ φιδιοῦ, πού φέρει τό ὄνομα τζιχαντισμός, διότι στή Μέση Ἀνατολή, στή διαχρονική αὐτή σκακιέρα ὑψίστης γεωπολιτικῆς καί ἐνεργειακῆς ἀξίας, ἐκείνοι πού μετακινοῦν τά πιόνια δέν ἐνδιαφέρθηκαν ποτέ εἰλικρινά γιά τή βελτίωση τῶν συνθηκῶν ζωῆς τῶν ἁπλῶν ἀνθρώπων. Ἐνδιαφέρθηκαν μόνο γιά τά δικά τους συμφέροντα, θυσιάζοντας τήν κοινωνική ἁρμονία στό βωμό τοῦ σεκταριανισμοῦ κατ’ ἐφαρμογή τῆς γνωστῆς μεθόδου τοῦ διαίρει και βασίλευε»[11].

Πασίγνωστη καί μαρτυρημένη τυγχάνει ἡ ἀνυπόκριτος καί ὑπαρξιακή ἁγάπη τοῦ Πατριάρχου Θεοδώρου πρός τούς ἀναξιοπαθούντας, τούς περιθωριοποιημένους, τούς ἀδικημένους καί τούς στερημένους τῶν βασικῶν καί εὐνοήτων γιά τόν πεπολιτισμένο κόσμο τῆς Δύσεως ἀγαθῶν, ἀφρικανούς συνανθρώπους μας. Ὁ Πατριάρχης Θεόδωρος, μέ τήν πολυσήμαντη Πρωθιεραρχική του διακονία καί στόν τομέα τοῦτο, καθίσταται ἡ φωνή, τό βῆμα καί ἡ ἔκφραση ὅλων ὅσων ἀδυνατοῦν νά ὁμιλήσουν καί νά διεκδικήσουν τά αὐτονόητα γιά μία στοιχειώδη ἀξιοπρεπῆ διαβίωση στόν κοινό μας οἶκο, τήν οἰκουμένη[12].  Εἶναι γνωστή ἡ πρωτοβουλία γιά τήν δημιουργία Παναφρικανικοῦ Δικτύου Τηλεδερματολογίας, μέ ἕδρα τό Πατριαρχεῖο Ἀλεξανδρείας καί κέντρο ἐφαρμογῆς τήν Δερματολογική Κλινική τοῦ Νοσοκομείου «Ἀνδρέας Συγγρός».     

Κατά τήν ὁμιλία του, ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῆς ἀναγορεύσεώς του σέ ἐπίτιμο Διδάκτορα τῆς Νομικῆς Σχολῆς Ἀθηνῶν, τόν Ἰούλιο τοῦ 2012, ὁ Πατριάρχης τῆς Ἱεραποστολῆς καί τῆς προσευχητικῆς ἀγάπης θά ἐκφράσῃ μέ λιτό τρόπο τά διακατέχοντα ἀυτόν αἰσθήματα ἀλληλεγγύης καί ἀνθρωπιᾶς. Εἶπε χαρακτηριστικά ὅτι: «οἱ σαφέστατες θέσεις τοῦ Ἀλεξανδρινοῦ Θρόνου ὑπέρ τῆς διαφυλάξεως καί τῆς προστασίας τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος, ὑπέρ τῆς κατοχυρώσεως τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων ἀνυπεράσπιστων προσώπων καί εὐπαθῶν καινωνικῶν ὁμάδων, κυρίως μεταναστῶν, γυναικῶν καί παιδιῶν, ὑπέρ τῶν θυμάτων τῆς ἐξευτελιστικῆς γιά τόν 21ο αἰῶνα διακινήσεως καί ἐμπορίας ἀνθρώπων καί ὑπέρ τῶν πασχόντων ἀπό τήν ἀσθένεια τοῦ HIV/AIDS κατατίθενται εὐθαρσῶς, εἐπί τῆς Εὐαγγελικῆς πάντοτε βάσεως, στίς σχετικές διεθνεῖς συναντήσεις τοῦ Ὀργανισμοῦ Ἡνωμένων Ἐθνῶν, τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἑνώσεως, τῆς Ἑνώσεως Ἀφρικανικῶν Κρατῶν, τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν καί ὅπου ἀλλοῦ τοῦτο κρίνεται ἐπιβεβλημένον»[13].

Μακαριώτατε,

Κατακλείοντες τήν παροῦσα ὁμιλία, χωρίς ὑπερβολή θά μπορούσαμε νά Σᾶς ἀποκαλέσωμε τόν Πατριάρχη τῆς Ἱεραποστολικῆς διακονίας καί τῆς προσευχητικῆς ἀγάπης, «ὅτι ἐποίησέ Σοι μεγαλεία ὁ Δυνατός καί ἅγιον τό ὄνομα αὐτοῦ καί τό ἔλεος Αὐτοῦ εἰς γενεάν καί γενεάν τοῖς φοβουμένοις Αὐτόν». Καί δέν ὑπάρχει μεγαλύτερη ἀπόδειξη πρός τοῦτο ἀπό τήν δυναμική τῆς ἐνθέου ἀγάπης, τῆς ἐνεργουμένης εἰς ἔργα φιλανθρώπου διακονίας καί ἱεραποστολικῆς προσφορᾶς. Διορθώνοντας, μάλιστα, ἔργῳ καί λόγῳ τό καρτεσιανόν ἀξίωμα, πού τόσα δεινά ἐπέφερε στόν πολιτισμό μας, «σκέφομαι, ἄρα ὑπάρχω», Ἐσεῖς, Μακαριώτατε, ἀπαντᾶτε «ἀγαπῶ», καί μάλιστα προσευχητικῶς, «ἄρα ὑπάρχω»[14]. Δείχνετε, Μακαριώτατε, σιωπηλῶς τήν ὁδόν τῆς ἐκκλησιαστικῆς εὐθύνης καί τῆς προσευχητικῆς ποιμαντικῆς διακονίας προς ὅλους ἐμᾶς «μηδέν ἀπό τοῦ χρέους κινοῦντες», ὅπως πολύ περιεκτικά τονίζει ὁ Ἀλεξανδρινός ποιητής.   

Εἴθε ὁ Πανάγαθος Θεός, διά τῶν πρεσβειῶν τῆς Παναγίας τῆς Ὀρφανῆς τῆς Ἀγκαράθου τῆς καί κοινῆς μας Μητέρας καί τοῦ Προστάτου Σας Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Θεοδώρου τοῦ Τήρωνος, νά ἀξιώσῃ τήν Μακαριότητά Σας νά συνεχίσῃ ἐπί πολλά ἔτη μέ ὑγεία τήν ὑψηλή ὑπεύθυνη Πρωθιεραρχική Σας διακονία, γιά νά πραγματώνετε πάντα ὅσα ἀγαθά στοχάζεσθε καί προσευχητικῶς ἐπιδιώκετε, προγραμματίζετε καί προωθεῖτε γιά τήν παλαίφατη δευτερόθρονη Ἐκκλησία τῶν Ἀλεξανδρέων καί τήν Ὀρθοδοξία μας.


 

[1] Περιοδικό «Πάνταινος», ἔτος 96, Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2004, τεῦχος 6 (60), σ. 432.

[2] Θεόδωρος Β’, Πάπας καί Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας καί πάσης Ἀφρικῆς (δεκαετία Πατριαρχικῆς διακονίας καί προσφορᾶς, 2004-2014), Ἑλληνικές  Ἐκδόσεις Α.Ε., Ἀθήνα 2014, σ. 24.

[3] Ὅ.π., σ. 29. 

[4] Ὅ.π., σ. 40.

[5]Ἀρχιμ.Ἀποστόλου Τριφύλλη, «Δεκαετία ἀγάπης καί προσφορᾶς», «http://ekalexandria.com/?p=2516», 02/06/2015,

[6] «Δέκα χρόνια διακονίας γιά τόν Πατριάρχη τῆς ἀγάπης», «http://romfea.gr/archive/index.php?option=com_content&view=article&id=27221:2014-10-09-21-47-44&catid=175&Itemid=639», 06/05/2015.

[7] Θεόδωρος Β’, Πάπας καί Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας καί πάσης Ἀφρικῆς, σ. 10.

[8] Ἀρχιμ. Ἀποστόλου Τριφύλλη, «Δεκαετία ἀγάπης καί προσφορᾶς».

[9] «Ἡ Α.Θ.Μ. γιά τούς Χριστιανούς σέ Μ. Ἀνατολή καί Β. Ἀφρική», http://ekalexandria.com/?p=2142, 06/06/2015.

[10] «Ἀνακοίωσις διά τήν σφαγήν τῶν 147 Χριστιανῶν φοιτητῶν στήν Κένυα», http://thriskeftika.blogspot.com.tr/2015/04/147.html, 04/04/2015.

[11] «Μήνυμα Πατριάρχου Θεοδώρου Β’ πρός τήν Διεθνῆ Κοινότητα», http://ekalexandria.com/?p=2424, 06/06/2015.

[12] «Ἡ ΑΘΜ χαιρετίζει Ἰατρικόν Συνέδριον γιά τά παιδιά», http://www.briefingnews.gr/orthodoxy/item/51063-i-athm-chaireti, 02/06/2015.

[13] «Ἐπίτιμος Διδάκτορας τῆς Νομικῆς Σχολῆς Άθηνῶν ὁ Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας», http://www.amen.gr/article/epitimos-didaktoras-tis-nomikis-sxolis-athinwn-o-patriarxis-aleksandreias, 02/06/2015.

[14] «Τήν ἕνατη ἐπέτειο ἀπό τήν ἀνάρρησή του στόν Θρόνο τοῦ Ἁγίου Μάρκου ἑόρτασε ὁ Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας»,http://www.amen.gr/article/tin-enati-epeteio-apo-tin-anarrisi-tou-ston-throno-tou-agiou-markou-eortase-o-patriarxis-aleksandreias-fwto, 06/06/2015.