75η Επέτειος του Ολοκαυτώματος της Βιάννου

Την Κυριακή 16 Σεπτεμβρίου 2018 πραγματοποιήθηκαν στον Αμιρά Βιάννου εκδηλώσεις μνήμης από την Περιφερειακή Ενότητα Ηρακλείου, το Δήμο Βιάννου, την Ένωση Θυμάτων Ολοκαυτώματος Δ. Βιάννου προς τιμή των θυμάτων του ολοκαυτώματος της Επαρχίας Βιάννου από τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής με την παρουσία του Προέδρου της Βουλής κ. Νικολάου Βούτση.
Την Κυριακή το πρωί, στον Ιερό Ναό Αγίων Πάντων δίπλα από το μνημείο των εκτελεσθέντων στη θέση «Σελί» Αμιρά Βιάννου, τελέσθηκε Αρχιερατική Θεία Λειτουργία προεξάρχοντος του Σεβ. Ποιμενάρχου μας κ. Ανδρέα και  ακολούθησε επίσημη Δοξολογία.
Εν συνεχεία στο χώρο του μνημείου τελέσθηκε επιμνημόσυνη δέηση από τον Σεβ. κ. Ανδρέα υπέρ αναπαύσεως των ψυχών όλων των θυμάτων της ναζιστικής θηριωδίας, τον Σεπτέμβριο του 1943 στα χωριά της Βιάννου και της δυτικής Ιεράπετρας.
Στο μνημόσυνο, για το ιστορικό της επετείου και της εκτέλεσης των 461 πατριωτών μίλησε η καθηγήτρια-ιστορικός Άννα Μανουκάκη-Μεταξάκη, τον ύμνο της Βιάννου απέδωσε η μικτή χορωδία της ΠΕ Ηρακλείου υπό την διεύθυνση της Λένας Χατζηγεωργίου.
Στην εκδήλωση παρέστησαν ο Πρόεδρος της Βουλής κ. Νικόλαος Βούτσης, την Κυβέρνηση εκπροσώπησε ο Υπουργός Εσωτερικών κ. Αλέξης Χαρίτσης, ενώ έδωσαν το παρόν οι Ευρωβουλευτές κ. Νότης Μαριάς και κα Μαρία Σακοράφα,  ο Περιφερειάρχης Κρήτης κ. Σταύρος Αρναουτάκης, οι Βουλευτές Ηρακλείου κ. Σωκράτης Βαρδάκης, κ. Νικόλαος Ηγουμενίδης, κ. Ιωάννης Μιχελογιαννάκης, κ. Βασίλης Κεγκέρογλου,κ.Εμμανουήλ Συντυχάκης και κ. Σπύρος Δανέλλης,  ο Βουλευτής Λασιθίου κ. Εμμανουήλ  Θραψανιώτης οι Δημάρχοι του Νομού Ηρακλείου,  εκπρόσωποι των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας, εκπρόσωποι τοπικών φορέων και συλλόγων και συγγενείς των θυμάτων.

 

Ακολουθεί η ομιλία της κας Άννας Μανουκάκη-Μεταξάκη όπως εκφωνήθηκε:

Στην 75η επέτειο της Μεγάλης Θυσίας των 461 αγωνιστών της επαρχίας Βιάννου και δυτικής Ιεράπετρας που αγωνίζονταν συνειδητά, γνωρίζοντας καλά τι τους περίμενε από τους ναζί κατακτητές, ευλαβικοί προσκυνητές, ήρθαμε να πάρομε και πάλι το απαυγάζον φως και το σφρίγος των αρχών και της στάσης τους, αντίδοτο στη διάλυση της άναρχης εποχής και του μηδενιστικού μας κοσμοπολιτισμού. Χρόνια ψάχνοντας τη γραπτή και προφορική ιστορία αυτού του τόπου, διαπιστώνοντας τη συλλογική δράση του, γέννημα της κοινωνίας και των συνθηκών του, συχνά αισθάνθηκα δέος. Σήμερα ιδιαίτερα νιώθω μεγάλη ευθύνη, που σε ελάχιστη ώρα θα προσπαθήσω να αποτιμήσω την ιστορική προσφορά αυτού του τόπου στην ομιλία μου, για την ανάθεση της οποίας ευχαριστώ την Περιφέρεια Κρήτης και το Δήμο Βιάννου.

Είναι αναμφισβήτητο γεγονός ότι η τραγική και ηρωική επαρχία δεν ολοκαυτώθηκε τυχαία. Ήταν προγραμμένη. Οι κατακτητές την είχαν βάλει στόχο, γιατί ήξεραν πως ήταν μήτρα και κοιτίδα της Αντίστασης και γι’ αυτούς μια σφηκοφωλιά του ΕΑΜ, το οποίο οι Ναζί από ιδεολογία πολεμούσαν λυσσαλέα.

Οι Γερμανοί, πράγματι, από την Άνοιξη του 1942 γνώριζαν από τους προδότες (κυρίως τις φερόμενες ως γυναίκα και κόρη του ίλαρχου Ι. Τσατσαρωνάκη, Σοφία και Λίτσα Καραφωτάκη) το ρόλο όλης της επαρχίας Βιάννου, δηλαδή τη συμμετοχή των κατοίκων της, την οργάνωση του Αλέξανδρου Ραπτόπουλου (ΚΕΕ), που ξεκίνησε τον Ιούνιο με τη συμμετοχή πατριωτών του Ανατολικού Μονοφατσίου και της Πεδιάδας και ύστερα έγινε παγκρήτια.

Όταν εξαρθρώθηκε και εκτελέστηκαν πολλά εκλεκτά μέλη και ο αρχηγός της, οι διασωθέντες της Επαρχίας, έτοιμοι, πέρασαν στο ΕΑΜ, στο οποίο και στην Κρήτη συμμετείχαν το Κομμουνιστικό, το Σοσιαλιστικό Κόμμα του Σβώλου, το Αγροτικό και πολλοί βενιζελικοί. Όμως σιγά σιγά αγκαλιάστηκε από όλο τον ελληνικό λαό.

Οι Βιαννίτες δημιούργησαν εαμικές οργανώσεις και πολλοί πρόσφεραν τα πάντα στον αγώνα. Με πρωτοπόρους τους πνευματικούς τους ανθρώπους, που ήταν πολλοί, γιατί η μόρφωση εδώ, κυρίως μετά την ίδρυση του Γυμνασίου, ήταν υψηλό ιδανικό. Το κοινωνικό έδαφος για το ΕΑΜ ήταν έτοιμο από το «Διαφωτισμό» που βίωσε η Βιάννος στο Μεσοπόλεμο, την αγωνιστική της παράδοση, την ισχυρή ομάδα κομμουνιστών της Επαρχίας και τη μεταλαμπάδευση των αρχών του φοιτητικού κινήματος, που μετέφεραν προ του πολέμου οι φοιτητές της, κάποιοι από τους οποίους μετακίνησαν πολιτικά τις οικογένειές τους.

Το φοβερό για την επαρχία Βιάννου 1942 (λόγω των διώξεων της Οργάνωσης Ραπτόπουλου) τελείωνε, όταν ο καπ. Μανώλης Μπαντουβάς, μετά τη σύγκρουσή του με τον Τ. Νταμπάμπιν στον Ψηλορείτη, ήρθε στη Δίκτη, αρχηγός του εαμικού αντάρτικου (από την παγκρήτια διάσκεψη στην Κορακόπετρα Ανωγείων, τον Απρίλη του 1942, ενοποιήθηκαν όλες οι αντιστασιακές οργανώσεις, υπό το ΕΑΜ, για το ενιαίο του αγώνα).

Ήρθε στηριζόμενος στον πατριωτισμό των κατοίκων, γιατί διανύοντας μόλις μιας ώρας απόσταση από το λημέρι συναντούσες χωριά, ενώ η τροφοδοσία και η περίθαλψη ήταν εξασφαλισμένα από τις άριστα δομημένες οργανώσεις της Επαρχίας Βιάννου, Ιεράπετρας και Μεραμβέλου, κυρίως, αλλά και από τις γειτονικές.

Οι γεωργοί και οι κτηνοτρόφοι των περιοχών που σε λίγους μήνες θα καταστραφούν, δίνουν τα πάντα, ως τροφοδότες, οδηγοί, μαντατοφόροι, πληροφοριοδότες, ενώ οι βοσκοί ενημερώνουν συνθηματικά για την εμφάνιση του εχθρού και συχνά διώκονται και λεηλατούνται τα μιτάτα τους. Οι Βιαννίτες συντηρούν και προστατεύουν επίσης όλους τους καταδιωκόμενους που κρύβονταν στα φαράγγια, στις σπηλιές και στις στάνες την Κατοχή, συχνά διακινδυνεύοντας. Ο κόσμος που ολοκαυτώθηκε το Σεπτέμβρη του ’43, έχοντας μπροστάρηδες τους πνευματικούς του ανθρώπους και την Αντίσταση στα τρίσβαθα της ψυχής του, αγωνιζόταν στην πλειονότητά του συνειδητά και εν γνώσει των συνεπειών για την εθνική του ελευθερία και για την εξασφάλιση μιας πιο δίκαιης και ανθρώπινης μεταπολεμικής κοινωνίας.

Στα μέσα του ’43 που συμβαίνουν τα παραπάνω στη Βιάννο και στο ενωμένο αντάρτικο της Δίκτης – το μεγαλύτερο της Κρήτης – τα πράγματα άλλαξαν δραματικά στα πολεμικά μέτωπα και επηρέασαν τις εξελίξεις παντού. Το αφρικανικό μέτωπο έκλεισε με την ήττα του Άξονα και την νίκη των αμερικανογαλλικών και των βρετανικών δυνάμεων. Μετά την αποτυχία στη Μόσχα, τα γερμανικά στρατεύματα ηττήθηκαν και στο Στάλινγκραντ. Η ισχύς της πολεμικής ναζιστικής μηχανής έφτασε στα όριά της. Η καμπή ήταν οριστική και η συμμαχική νίκη βέβαιη. Οι Γερμανοί σκληραίνουν τη στάση τους και οι Σύμμαχοι, αφού ο πόλεμος κρίθηκε, σχεδιάζουν πλέον τις μεταπολεμικές εξελίξεις, το μοίρασμα του κόσμου. Στην Ευρώπη τον πρώτο λόγο φαίνεται να τον έχουν οι Σοβιετικοί και στον υπόλοιπο κόσμο οι Ηνωμένες Πολιτείες.

Οι δυνατότητες της Βρετανίας περιορίζονται στην Ελλάδα. Ίσως και μόνο στην Κρήτη, την κυπροποίηση της οποίας από την αρχή του πολέμου ετοιμάζουν και γι’ αυτήν αναλαμβάνουν το Σεπτέμβριο του 1939 την άμυνά της, αν και ξέρουν πως δεν μπορούν να ανταποκριθούν. Υπόγραψαν όμως μεταπολεμικά γραμμάτια.

Η Βρετανία χρησιμοποιώντας την αποικιοκρατική εμπειρία αιώνων σχεδίαζε να συνεχίσει, σαν να μην είχε μεσολαβήσει ο πόλεμος, δια του Γεωργίου Β΄, να ελέγχει την Ελλάδα, διασφαλίζοντας τα συμφέροντά της. Σ’ αυτό έβλεπαν (και πράγματι ήταν) απέναντί τους το ΕΑΜ, που ζητούσε δημοψήφισμα και κοινωνικές αλλαγές μετά τον πόλεμο. Μέγιστη ανάγκη και λύση μοναδική για τους Βρετανούς ήταν να διασπάσουν το αντάρτικο και να διαλύσουν το ΕΑΜ δημιουργώντας απέναντί του νέα οργάνωση ευθυγραμμισμένη απόλυτα με τις επιδιώξεις τους και με λεπτομέρειες να προετοιμάσουν το φοβερό εμφύλιο, αν χρειαστεί.

Οι αντιστασιακές οργανώσεις που συνεργάζονταν με τους Βρετανούς ήταν σύμφωνες με όλ’ αυτά. Έπρεπε όμως να πεισθεί και ο Μανώλης Μπαντουβάς που από την Άνοιξη του 1942 ως τον Αύγουστο του ’43 δεν είχε εξαρτήσεις από το συμμαχικό στρατηγείο.

Σύμφωνα με την αλληλογραφία του (γράμμα προς το Στεφανογιάννη) στις αρχές του ’43 ο Μπαντουβάς θεωρεί τη διάσπαση προδοτική. Άραγε πώς κατάφερε ο Λη Φέρμορ και τον έπεισε, όταν ήρθε από το λημέρι της Δίκτης στ’ Ανώγεια με τη μεσολάβηση του προέδρου της ΕΟΚ Μενέλαου Λιγνού; Πάντως ο Μπαντουβάς μέσα σ’ ένα μήνα οργάνωσε κατά τα βρετανικά σχέδια τη σύσκεψη του Βαθυπέτρου για τη διάσπαση, ενώ η συμπεριφορά του προς την ηγεσία του συνεργαζόμενου ΕΑΜ άλλαξε τελείως. Όμως δεν προχώρησε όλο το καλοκαίρι του ’43 στο χωρισμό του αντάρτικου. Το χρειαζόταν ενωμένο.

Ο Μπαντουβάς που έχει στενή επαφή με το Λη Φέρμορ έχει πεισθεί, όπως όλη η Κρήτη, από τις διαδόσεις που καλλιεργούν υπογείως οι Βρετανοί, αλλά φανερά τις διαψεύδουν, ότι δηλαδή θα γίνουν αποβάσεις και μάλιστα στην περιοχή ανάμεσα στην Ιεράπετρα και στη Βιάννο.

Οι διαδιδόμενες υπογείως αυτές αποβάσεις είναι αφ’ ενός απειλή που αναγκάζει τους Γερμανούς κατά τη συμμαχική απόβαση στη Σικελία να κρατούν τις δυνάμεις τους στην Κρήτη σε πλήρη ετοιμότητα και αφ’ ετέρου ελπίδα των Κρητών για απελευθέρωση του νησιού.

Για τον Μπαντουβά που τις πιστεύει και ίσως υποπτεύεται ότι οι Βρετανοί θα τον αιφνιδιάσουν, είναι πρόκληση να αναδειχθεί αρχηγός όλου του κρητικού αντάρτικου και ηγέτης της μελλοντικής απελευθέρωσης της Κρήτης. Εξ άλλου το αντάρτικο της Δίκτης είναι το ισχυρότερο του νησιού.

Τέλη Αυγούστου του ’43 το αντάρτικο αυξάνει τη δύναμή του με νέους αντάρτες της επιλογής του Μπαντουβά, που επιστρατεύονται και εξοπλίζονται με τα όπλα που ρίχτηκαν στον Ομαλό τον Αύγουστο του 1943. Με σημειώματα στα χωριά και σε φίλους αγωνιστές κρατεί τους πάντες εν αναμονή των αποβάσεων σε επαγρύπνηση. Όταν γίνεται η απόβαση στη Σικελία το ποτήρι ξεχείλισε. Ο Μπαντουβάς στέλνει τέσσερις αντάρτες του να «εξουδετερώσουν» τους τρεις άνδρες του φυλακίου της Σύμης. Ένας από αυτούς, ο Ζαχαρίας Μπαντουβάς, γράφει πως είχαν εντολή να τους αιχμαλωτίσουν, αλλά αναγκάστηκαν να τους σκοτώσουν για να μη σκοτωθούν οι ίδιοι. Ήταν απρόβλεπτη αυτή η έκβαση; Όχι, ήταν ένα τραγικό ενδεχόμενο.

Ακολούθησε η μάχη της Σύμης και ύστερα το ολοκαύτωμα, η μοίρα της επαρχίας Βιάννου και της Δυτικής Ιεράπετρας, που έκοβε το ψωμί από το στόμα των παιδιών της για την ελευθερία της πατρίδας, για τους αντάρτες.

Στα απομνημονεύματα του Νίκου Κατσαράκη (υπό έκδοσιν), μια νέα ιστορική πηγή για την περιοχή, διαβάζομε ότι ο Νίκος Κατσαράκης καταδιωκόμενος στην Κατοχή και αντάρτης του ΕΑΜ, προσπαθούσε να εμποδίσει μια αποστολή ανταρτών, η οποία, αν πραγματωνόταν, θα έθετε σε μεγάλο κίνδυνο τη Βιάννο (αντίποινα των Γερμανών). Ο Μανώλης Μπαντουβάς, γράφει ο Νίκος Κατσαράκης, του απάντησε: «Γάμος χωρίς κρέας δε γίνεται».

Είναι μια άλλη άποψη, ότι δηλαδή αυτά έχει ο πόλεμος και η αντίσταση.

«Θα την κάψω τη Βιάννο…», είχε απειλήσει ο Χάρτμαν στα Πεζά, όπου μετά το β΄ σαμποτάζ στο αεροδρόμιο Καστελλίου είχαν συγκεντρώσει πλήθος συλληφθέντων, αρκετούς και από τη Βιάννο. Τα ίδια γράφει και ο Μπρόγερ στα διατάγματά του από τα μέσα του ’43, που οι Γερμανοί σκληραίνουν τη στάση τους, λόγω της ήττας και του φόβου μήπως πεταχτούν στη θάλασσα.

Και η επαρχία κάηκε και μεταβλήθηκε σε κρανίου τόπο μετά από την ανελέητη σφαγή 401 αθώων ανθρώπων από τις 14 έως τις 16 Σεπτεμβρίου. Ξεθεμέλιωσαν περίπου 1000 σπίτια, έκαψαν χωριά, ξεκλήρισαν οικογένειες, όπως τις οικογένειες Βερυκοκάκη, Συγκελάκη, Ραπτάκη, Ηλιάκη. Και χωρίς την παρέμβαση του Ερυθρού Σταυρού, του Επισκόπου Πέτρας Διονυσίου και του λαμπρού και γενναίου Ιεράρχη Ευγένιου Ψαλιδάκη θα σκότωναν και τους 300 ομήρους που κρατούσαν κλεισμένους στο Γυμνάσιο της Βιάννου.

Οι Γερμανοί θεώρησαν ευκολότερο και ίσως πιο χρήσιμο να σκοτώσουν τους τροφοδότες και συντηρητές των ανταρτών, παρά τους αντάρτες, καθιστώντας άχρηστη και μια εαμική περιοχή με τον πληθυσμό της, για το συμφέρον των Βρετανών, κατά τις μελλοντικές εξελίξεις, τις οποίες οι Γερμανοί γνώριζαν και τους αφορούσαν. Το δε αντάρτικο πώς θα διεξήγαγε μάχες ενάντια στην πάνοπλη και εμπειροπόλεμη, αποδεκατισμένη στην Κριμαία, 22η Μεραρχία του Μίλερ, τόσο λίγοι αντάρτες με τέτοιο πλήθος γερμανών στρατιωτών;

Τα αρχεία της τότε ναζιστικής Γερμανίας γράφουν για την εξολόθρευση του «εσωτερικού εχθρού», την αντιμετώπιση των Ελλήνων όχι σαν ανθρώπων αλλά σαν υπανθρώπων, για 440 νεκρούς και 200 συλληφθέντες και για την κήρυξη μεγάλου μέρους της επαρχίας ως απαγορευμένης ζώνης. «Ακόμη και τα πηγάδια αχρηστεύτηκαν», γράφουν στο τέλος θριαμβευτικά. Ο γερμανικός τακτικός στρατός των Ναζί, που πραγματοποίησε το ολοκαύτωμα (υπάρχουν στοιχεία ότι μόνο τις εκτελέσεις στο Μύρτος τις πραγματοποίησε ένας λόχος των Ες – Ες) διψούσε για αίμα, θεωρώντας πως όλα τα θύματα δεν άξιζαν όσο μια σταγόνα γερμανικού αίματος. Κάποιες εξαιρέσεις αφορούσαν μάλλον Αυστριακούς.

Να αναφέρομε παραδειγματικά την εξαπάτηση των κατοίκων, ότι δεν κινδυνεύουν ώστε να μη φύγουν και να εκτελεστούν όλοι. Την εκτέλεση γυναικών και παιδιών, γερόντων και αναπήρων. Τους φόνους με ξίφη, τη διάλυση κρανίων, τους φριχτούς βασανισμούς των τριών παιδιών Βερβελάκη, το ξεκοίλιασμα εγκύων, την κοροϊδία των γυναικών που θρηνούσαν, τη βεβήλωση των νεκρών, το στήσιμο γλεντιού και χορού πάνω και δίπλα στα άταφα πτώματα, κάποια από τα οποία έτρωγαν τα σκυλιά και την εκτέλεση του γερμανού πολυβολητή, όταν πυροβόλησε στον αέρα.

Τα γερμανικά αρχεία αναφέρουν ότι στις 14 του Σεπτέμβρη πυροβόλησαν 280 Έλληνες ενώ προσπαθούσαν να αποδράσουν. Όμως η αλήθεια είναι ότι τα θύματα δεν δέχτηκαν τη μοίρα τους χωρίς αντίδραση. Οι ναζί δήμιοι είδαν έκπληκτοι μπροστά τους ανθρώπους γενναίους, αποφασισμένους και συνειδητούς αγωνιστές που δε φοβούνταν το θάνατο και όχι περίτρομους υπανθρώπους, όπως είχαν διδαχτεί. Άλλοι πάλεψαν εναντίον τους, άλλοι τους έβριζαν, άλλοι έδιναν θάρρος ο ένας στον άλλον. Η Φωτεινή Λεβεντάκη πάλεψε με το Γερμανό που της πήρε το 18χρονο αγόρι της για να το εκτελέσει και τελικά το γλύτωσε. Η 17χρονη μαθήτρια Μαρία Παπαδημητροπούλου ενθαρρύνει τον πονεμένο για τον επικείμενο θάνατό της πατέρα της. Πολλοί ζητωκραυγάζουν και ψάλλουν τον εθνικό ύμνο, σφαλίζοντας τα χείλη τους με το όνομα της Πατρίδας.

Οι γυναίκες θάφτουν όπως μπορούν τους νεκρούς τους και ξεκινούν τον τίμιο αγώνα στην προσφυγιά και ύστερα στα ερείπια των σπιτιών τους καλλιεργώντας την άγονη γη, αγωνιζόμενες να μεγαλώσουν τα παιδιά τους και να τα μορφώσουν ακόμη και με τη ζητιανιά, την έσχατη θυσία για το αύριο, για τη ζωή.

Όλος αυτός ο κόσμος που συνέχισε να ζει στα αποκαΐδια,  ιδιαίτερα τα παιδιά, πλήρωσε σε όλη τη σκληρή του ζωή την απάνθρωπη ιδεολογία του ναζισμού και τα παιχνίδια της μεταπολεμικής τακτοποίησης των συμφερόντων των μεγάλων μας Συμμάχων, που με τη σοφή τους διπλωματία κανόνισαν να φαίνονται ότι καμιά ευθύνη δεν είχαν για τις διαδόσεις περί αποβάσεων και για τις ενέργειες που έδωσαν στους Γερμανούς την αφορμή της φοβερής καταστροφής. Ούτε βέβαια για τη διάσπαση και τον εμφύλιο που ακολούθησε για λογαριασμό της Δύσης, για να αντιμετωπισθεί ο κίνδυνος της Σοβιετικής Ένωσης, όταν η Γερμανία, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα, με τα δάνεια της συμμάχου Αμερικής άρχισε να ανοικοδομείται για να στήσει πάλι την οικονομική της αυτοκρατορία, για τον ίδιο λόγο. Τον εμφύλιο, που ετοίμασαν άριστα και που οδήγησε στην καταστροφή το λαό μας και στην τιμωρητική εγκατάλειψη τη Βιάννο.

Σήμερα, εποχή που η πολιτική, η κοινωνική και η ηθική είναι υποταγμένες στην οικονομία των Αγορών και το νόμο της ζούγκλας, η κραταιά Γερμανία, μέλος της Ενωμένης Ευρώπης, αρνείται τις υποχρεώσεις της με την αλαζονεία του δυνατού που δεν διδάσκεται από την ιστορία του.

Κι εμείς δυστυχώς δε φαίνεται να συνειδητοποιούμε όσο πρέπει, πολιτεία, πνευματικοί άνθρωποι και λαός, ότι ως μικρή χώρα, εξαρτώμενη από τις μεγάλες, για να μη χαθούμε, πρέπει να αντλούμε από το παρελθόν διδάγματα, να τιμούμε την ιστορία μας, να είμαστε ενωμένοι και με άγρυπνα πάντα τα μάτια του μυαλού και της ψυχής να πορευόμαστε με βαθιά περίσκεψη και αγάπη για τον Τόπο και το Αύριο του λαού μας.

Τιμή στους νεκρούς των αγώνων για την ελευθερία όλου του κόσμου. Τιμή στους νεκρούς του ολοκαυτώματος της επαρχίας Βιάννου και της δυτικής Ιεράπετρας και όσους εκτός της Επαρχίας έπεσαν για τα ίδια ιδανικά. Τιμή στους λίγους εναπομείναντες που συνέχισαν να αγωνίζονται. Που επάνδρωσαν σε πέντε μήνες το νέο αντάρτικο, το οποίο επί οκτώ μήνες συντηρούσαν, παρά τη δυστυχία και την πείνα τους. Τιμή στις γυναίκες που ανάστησαν τον Τόπο. Στις άγιες ζητιάνες από τα καμένα χωριά. Στους πνευματικούς ανθρώπους, που διέσωσαν γράφοντας και στιχουργώντας την ιστορία που ξέχασε το κράτος. Τιμή σε όσους αγωνίστηκαν και αγωνίζονται μέσα από Συλλόγους και Σωματεία για την Ιστορία και τον Πολιτισμό. Για ό,τι είναι και συμβολίζει η Βιάννος και κάθε Βιάννος. Σε όσους αγωνίστηκαν και αγωνίζονται για τούτον τον ιερό χώρο, όπου έχουμε την τιμή να κοινωνούμε τα διδάγματα της θυσίας των απλών ανθρώπων του λαού μας, που έδωσαν ό,τι είχαν, ακόμη και τη ζωή τους, για τα πανανθρώπινα αθάνατα ιδανικά του ανθρωπισμού, χωρίς τα οποία ο κόσμος είναι καταδικασμένος να καταστραφεί.