Ουκρανικό Αυτοκέφαλο

α) Σεβ. Μητροπολίτη Γαλλίας κ. Εμμανουήλ

β) Σεβ. Μητροπολίτη Αρκαλοχωρίου κ. Ανδρέα

γ) Θεόφιλ. Επισκόπου Αβυδου κ. Κυρίλλου

 

 

α) Η Ορθόδοξη ενότητα δοκιμάζεται στο ουκρανικό ζήτημα,

του Σεβ. Μητροπολίτη Γαλλίας κ. Εμμανουήλ

Δημοσιεύθηκε στη εφημερίδα » Τα ΝΕΑ» 20-21 Οκτωβρίου 2018

 

Την ώρα που η ενότητα της Ορθόδοξης Εκκλησίας κινδυνεύει, πρέπει να κατανοήσουμε το εύρος ορισμένων προφητικών κινήσεων. Απαντώντας θετικά στις προσδοκίες του ουκρανικού λαού υπέρ μιας αυτοκέφαλης Εκκλησίας, ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος έχει ταυτόχρονα επίγνωση της ιστορικής του ευθύνης στην περιοχή, αλλά και του καθήκοντός του ως εγγυητού της ενότητας του Ορθοδόξου εκκλησιαστικού σώματος, καθώς και της πνευματικής της διακονίας, η οποία βρίσκεται υπεράνω όλων των πολιτικών ζητημάτων.
Επιπλέον, με λύπη είδαμε το Πατριαρχείο της Μόσχας να αντιτάσσεται σθεναρώς στη διαδικασία χορήγησης του αυτοκέφαλου στην Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία, αποδυναμώνοντας, στο πλαίσιο απειλών και προσβολών, οι οποίες θα κριθούν μια μέρα από την Ιστορία, τον δεσμό της κοινωνίας που ενώνει όλες τις Αυτοκέφαλες Ορθόδοξες Εκκλησίες μεταξύ τους.
Το Πατριαρχείο της Μόσχας, δυστυχώς, φαίνεται να είναι όμηρος των συμφερόντων του ρωσικού κράτους στην περιοχή, ακόμη και αν ισχυρίζεται το αντίθετο. Επιπλέον, το εκκλησιαστικό δίκαιο της Ορθόδοξης Εκκλησίας δικαιώνει το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεδομένης της ιστορικής και δικαιοδοτικής νομιμότητάς του στην επικράτεια της Μητρόπολης του Κιέβου. Επίσης, με την ανάκληση της Συνοδικής Πράξεως Εκδόσεως του 1686, η οποία επέτρεπε στον Πατριάρχη της Μόσχας να χειροτονεί τους εκλεγμένους από τον κλήρο και τους μητροπολίτες του Κιέβου, ανακτά πλήρως τα δικαιοδοτικά δικαιώματά του. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν σταμάτησε να αναζητά μια λύση, στο πλαίσιο του διαλόγου και της συνεργασίας, δίχως απειλές ή τιμωρίες. Μέχρι την τελευταία στιγμή, πιστέψαμε ότι ήταν δυνατή η έξοδος από την κρίση, ειδικά κατά τη συνάντηση των δύο Πατριαρχών στις 31 Αυγούστου 2018 στο Φανάρι.
Εφεξής, το Πατριαρχείο της Μόσχας αποφάσισε να τερματίσει την κοινωνία με το Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης. Μπορούμε όμως να κάνουμε λόγο για σχίσμα; Τολμώ να πιστεύω πως όχι, αν και με τέτοιες ενέργειες, η Ρωσική Εκκλησία αποκόπτεται από το σώμα της Ορθόδοξης Εκκλησίας αρνούμενη τους όρους του ίδιου του Τόμου της Αυτοκεφαλίας, όπου αναφέρεται ότι το Πατριαρχείο της Μόσχας πρέπει να έχει ως «κεφαλή» τον Οικουμενικό Πατριαρχείο. Πιστεύω ότι είναι τουλάχιστον ευθύνη του Πατριαρχείου της Μόσχας να θέσει τέρμα στη λεκτική και εκκλησιαστική κλιμάκωση που τείνει να θέσει σε κίνδυνο την ενότητα της Ορθοδοξίας, παρόλο που φαίνεται ότι η Ρωσική Εκκλησία χρησιμοποιεί την επιρροή της προκειμένου να ασκήσει πίεση στις άλλες αυτοκέφαλες Ορθόδοξες Εκκλησίες καλώντας σε μια πανορθόδοξη συνάντηση. Ας θυμηθούμε, όμως, ότι η Ρωσική Εκκλησία αρνήθηκε να συμμετάσχει στην Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Ορθοδόξου Εκκλησίας τον Ιούνιο του 2016 στην Κρήτη.
Επρόκειτο για ένα από τα σημαντικότερα πανορθόδοξα γεγονότα στη σύγχρονη Ιστορία. Λυπάμαι για τον οπορτουνισμό του Πατριαρχείου της Μόσχας, το οποίο επιθυμεί να εκμεταλλευτεί τις πανορθόδοξες συναντήσεις υπέρ της δικής του ατζέντας. Επιπλέον, πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η χορήγηση του αυτοκέφαλου δεν είναι κυριολεκτικά πανορθόδοξο ζήτημα, εναπόκειται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Οικουμενικού Πατριαρχείου, σαν Μητέρα Εκκλησία, να εκχωρήσει ανεξαρτησία στο εκκλησιαστικό ορθόδοξο σώμα της Ουκρανίας. Αυτό είναι το μάθημα της Ιστορίας. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο είναι η πηγή της αυτοκεφαλίας όλων των τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών, με εξαίρεση τα αρχαία Πατριαρχεία, που ιδρύθηκαν την πρώτη χιλιετία, και την Εκκλησία της Κύπρου.
Το αυτοκέφαλο της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας θα χορηγηθεί σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, ασφαλώς τις προσεχείς εβδομάδες. Η υπέρτατη πρόκληση που θα κληθούν να αντιμετωπίσουν όλοι οι ορθόδοξοι όσον αφορά αυτό το θέμα δεν είναι πολιτική, ούτε γεωπολιτική, είναι πάνω από όλα πνευματική. Η αυτοκεφαλία έχει ως στόχο να βάλει ένα τέρμα στη διαίρεση των Ορθοδόξων στην Ουκρανία και όχι να δημιουργήσει νέα σχίσματα. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος έχει πλήρη επίγνωση αυτού του θέματος και κάνει την κοινωνία θεολογική αρχή στην υπηρεσία όλων. Αυτή η κίνηση είναι προφητική, αφού πρόκειται για μια στιγμή αλήθειας που αφορά ολόκληρη την Ορθοδοξία. Στον πειρασμό του κλεισίματος πρέπει να απαντήσει του πειράματος και των απειλών του Ευαγγελίου.

β) ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΟΥΚΡΑΝΙΚΟ ΑΥΤΟΚΕΦΑΛΟ, 

 

του Σεβ. Μητροπολίτη Αρκαλοχωρίου, Καστελλίου και Βιάννου κ. Ανδρέα

Καθηγητή Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ.

Δημοσιεύθηκε στη εφημερίδα » Η Αυγή » 21 Οκτωβρίου 2018

 

Καλούμεθα, ἄν καί ἐλάχιστοι ὄντες, νά πορευθῶμεν ἐπί τά ἴχνη ἁγίων καί μεγάλων Πατέρων καί Διδασκάλων τῆς Ἐκκλησίας, ὀργάνων τοῦ Παρακλήτου γενομένων, δόντων μαρτυρίαν ὁμολογίας τῆς πίστεως ἡμῶν, καί μαρτυρίαν ἐν μαρτυρίῳ πολλάκις, καί συγκροτησάντων τόν θαυμαστόν τοῦτον θεσμόν τῆς κατ’ Ἀνατολάς Ἁγίας Ὀρθοδόξου ἡμῶν Ἐκκλησίας, τῆς ὁποίας ὀργανικά καί πιστά μέλη ἡμεῖς σήμερον ὑπάρχομεν, καί τά ἀπό τῆς ὁποίας πνευματικά καί σωματικά ἀγαθά ἀπολαμβάνομεν.

            Ἔπειτα, καλούμεθα νά ἐπιβεβαιώσωμεν ἐπί μᾶλλον καί μᾶλλον τήν ἁγίαν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, καί νά δώσωμεν ἅπαξ ἔτι τήν ὀφειλετικήν μαρτυρίαν, ὅτι, καίτι αὕτη συγκροτεῖται ἐκ τοπικῶν ἐπί μέρους Ἐκκλησιῶν, ὅμως εἶναι ἡ ἀδιαίρετος Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ὀρθόδοξος κατ’ Ἀνατολάς Ἐκκλησία.”

Ο Γέρων Χαλκηδόνος Μελίτων, γέροντας του Οικουμενικού μας Πατριάρχη Βαρθολομαίου, στην Α΄ προσυνοδική πανορθόδοξη διάσκεψη στο Σαμπεζύ το 1976, κάλεσε τις Ορθόδοξες Εκκλησίες με την παραπάνω αγιοπνευματική μαρτυρία του να επιβεβαιώσουν την ενότητά τους, την οποία ονομάζει «Αγίαν».

Ποιές είναι, όμως, οι τοπικές Εκκλησίες του Ορθοδόξου κόσμου; Κατ’ αρχήν, έχουμε το Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως ( 451 μ.Χ. Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος ), τα άλλα πρεσβυγενή Πατριαρχεία, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων, καθώς και την Αρχιεπισκοπή Κύπρου, Εκκλησίες που θεσπίστηκαν από τις Οικουμενικές Συνόδους.

Το 1589 ο Οικουμενικός Πατριάρχης Ιερεμίας Β΄, κατά το ταξίδι του στη Μόσχα, ίδρυσε το Πατριαρχείο Μόσχας, με πρώτο Πατριάρχη τον Ιώβ. Η ιδρυτική Πράξη του Ιερεμία Β΄ επικυρώθηκε από τις Συνόδους της Κωνσταντινουπόλεως ( 1590, 1593 ), με τη συμμετοχή και άλλων ορθοδόξων Πατριαρχών. Στην τετραρχία των πρεσβυγενών Πατριαρχείων προστίθεται το πρώτο νεότερο Πατριαρχείο, αυτό της Μόσχας.

Κατά τον 19ο και 20ο αιώνα, υπό την επίδραση του Διαφωτισμού, του ρεύματος του Ρομαντισμού και της επικράτησης της “αρχής των εθνοτήτων”, διαμορφώνονται τα σύγχρονα εθνικά κράτη. Στις Εκκλησίες των κρατών αυτών το Οικουμενικό Πατριαρχείο, έχοντας την ευθύνη και αρμοδιότητα προς τούτο από τους Ιερούς Κανόνες των Οικουμενικών Συνόδων, χορήγησε Αυτοκέφαλα, αρχής γενομένης με τον Πατριαρχικό και Συνοδικό Τομο χορήγησης Αυτοκεφαλίας στην Εκκλησία της Ελλάδος το 1850.

Αργότερα, το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως με τους Τόμους που εξέδωσε ίδρυσε τα Πατριαρχεία α.) Σερβίας (1920), β.) Ρουμανίας (1925), γ.) Βουλγαρίας (1961), δ.) Γεωργίας (1990) και τις Αρχιεπισκοπές α.) Πολωνίας (1924), β.) Αλβανίας (1937), γ.) Τσεχίας και Σλοβακίας (1998).

Η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης επέφερε και την ίδρυση το 1991 του ανεξάρτητου κράτους της Ουκρανίας, η κρατική οντότητα της οποίας αναγνωρίστηκε διεθνώς.

Μετά την ανύψωση της Μητροπόλεως Μόσχας σε Πατριαρχείο (1589), η Μητρόπολη Κιέβου παρέμεινε επαρχία του Οικουμενικού Θρόνου, καθώς, παρά τους δεσμούς της με τη Μόσχα, δεν περιελήφθη στα εκκλησιαστικά όρια του νεοπαγούς Πατριαρχείου. Μετά την προσάρτηση των περιοχών της Ουκρανίας στο Ρωσικό κράτος (1654), ο Οικουμενικός Πατριάρχης Διονύσιος Δ΄, με το «Πατριαρχικό Γράμμα Εκδόσεως» του 1686, παραχώρησε το δικαίωμα στον εκάστοτε Πατριάρχη Μόσχας να χειροτονεί τον από τους Ουκρανούς εκλεγόμενο Μητροπολίτη Κιέβου, ο οποίος θα μνημόνευε τον Οικουμενικό Πατριάρχη, αλλά αυτό δεν τηρήθηκε.

Στην Ουκρανία σήμερα έχουν διαμορφωθεί τρεις Ορθόδοξες Εκκλησίες: α.) Η Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία-Πατριαρχείο Μόσχας, β.) Η Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία-Πατριαρχείο Κιέβου ( με επικεφαλής τον Φιλάρετο, ο οποίος το 1995 αυτοανακηρύχθηκε Πατριάρχης Κιέβου και το ίδιο έτος καθαιρέθηκε από την σύνοδο του Πατριαρχείου Μόσχας ) και γ.) Η Ουκρανική Αυτοκέφαλη Ορθόδοξη Εκκλησία ( υπό τον Μακάριο, διάδοχο του αποσχισθέντος από τον Φιλάρετο το 1995 Μεθοδίου ). Το Οικουμενικό Πατριαρχείο με την Συνοδική απόφαση της 11ης Οκτωβρίου 2018 επαναφέρει στην κανονικότητα τους ιεράρχες Φιλάρετο και Μακάριο.

Η εκκλησιαστική κατάσταση που επικρατεί σήμερα στην Ορθόδοξη  Ουκρανία περιγράφεται σαφέστατα από τον Αγιώτατο Πατριάρχη Μόσχας Κύριλλο στο συγχαρητήριο μήνυμα που απέστειλε στον Μητροπολίτη Κιέβου Ονούφριο το 2014, όταν αυτός διαδέχθηκε τον εκδημήσαντα Κιέβου Βλαδίμηρο: «θα πρέπει να κατευνάσετε τις ψυχές των ανθρώπων και να θεραπεύσετε τις πνευματικές πληγές του ουκρανικού έθνους… ενός έθνους μοιρασμένου στα δύο, το οποίο βυθίζεται σε μια αιματηρή βεντέτα και αδελφός σκοτώνει αδελφό, χωρίς κανείς να είναι πλέον σε θέση να αφουγκραστεί τα λόγια της ειρήνης».

Ο Μητροπολίτης Ονούφριος, για την πνευματικότητα του οποίου πολλοί μιλούν, συμμετέχει, όπως και ο προκάτοχός του, ως μέλος της Συνόδου του Πατριαρχείου Μόσχας.

Εδραζόμενοι στους Ιερούς Κανόνες, στην ιστορική πραγματικότητα και στα παραπάνω εκτεθέντα, οδηγούμαστε στο εξής αδιαμφισβήτητο συμπέρασμα: Το Αυτοκέφαλο Εκκλησιαστικό καθεστώς χορηγείται από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως και την περί Αυτόν Αγία και Ιερά Σύνοδο. Το Αυτοκέφαλο έρχεται να συμβάλλει στην εν Χριστώ πνευματική προκοπή και στην πολιτιστική πρόοδο του διαμορφωθέντος εθνικού κράτους, θεραπεύοντας τις ανάγκες της συγκεκριμένης κατάστασης.

Το ανεξάρτητο Ουκρανικό έθνος-κράτος έχει 27 χρόνια ζωής και πορείας (1991-2018), η δε Ορθόδοξη Εκκλησία του παραμένει διχασμένη και βαθιά τραυματισμένη, με τις συνακόλουθες δυσάρεστες για τον ουκρανικό λαό συνέπειες. Τα γεγονότα αποδεικνύουν ότι το Πατριαρχείο Μόσχας, στις σχεδόν τρείς παρελθούσες δεκαετίες, δεν κατόρθωσε να επιλύσει το πρόβλημα της Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Η ευθύνη, πλέον, του Μητροπολίτη Ονουφρίου είναι ιδιαίτερη και καθοριστική για την « αγίαν ενότητα της Εκκλησίας », προς πνευματική αγαλλίαση και ευφροσύνη των ουρανίων και των νοητών, που τελεσιουργούνται επιγείως και αισθητώς και στην Λαύρα του Κιέβου της Ουκρανίας.

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο επιδεικνύοντας τη δέουσα εκκλησιαστική ευθύνη και χωρίς να προβεί σε βεβιασμένες κινήσεις, παρά τις συνεχείς και επανειλημμένες εκκλήσεις που δεχόταν από τους εκπροσώπους του ουκρανικού λαού επί τρεις περίπου δεκαετίες, ανέμενε την, ουδέποτε τελικά επιτευχθείσα, διευθέτηση του ζητήματος από την Εκκλησία της Μόσχας. Η Μητέρα Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως, έχουσα εκκλησιαστική συνείδηση της αποστολής της στον Ορθόδοξο κόσμο, ως συντονιστικού κέντρου των Ορθοδόξων Εκκλησιών, έλαβε την πρωτοβουλία για την οριστική επίλυσή του. Ανάλογες πρωτοβουλίες, κατά την εκκλησιαστική τάξη, ελήφησαν και για την αντιμετώπιση προβλημάτων που ανέκυψαν και επελύθησαν επί Πατριάρχη Βαρθολομαίου, συγκεκριμένα για τα Πατριαρχεία Βουλγαρίας (1998), Ιεροσολύμων (2005) και τις Αρχιεπισκοπές Αλβανίας (1991) και Κύπρου (2006).

Το ιστορικό δεδικασμένο, στον ευρωπαϊκό τουλάχιστον χώρο, προϋποθέτει Αυτοκέφαλη Εκκλησία στο ανεξάρτητο κράτος. Το πού θα κλίνει μεθαύριο η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας θα το δείξουν οι μελλοντικές εξελίξεις. Πέραν τούτου, ένα είναι σίγουρο: η χορήγηση Αυτοκεφαλίας στην Εκκλησία της Ουκρανίας είναι κατοχυρωμένο δικαίωμα του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Ακόμα και αν το Πατριαρχείο Μόσχας, κατά τα 30 τελευταία χρόνια, θεράπευε το σχίσμα και επέφερε την πολυπόθητη ειρήνη στην Εκκλησία της Ουκρανίας, για την απόδοση του Αυτοκεφάλου θα απευθυνόταν τελικά στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, ως το πρωτόθρονο και πρωτεύθυνο.

 

 

 

 

γ) Το αποκλειστικό προνόμιο του Οικουμενικού Θρόνου για τις επίδικες διαφορές,

 

του Θεοφιλ. Επισκόπου Αβύδου κ. Κυρίλλου,
Καθηγητή της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθήνων

 

Ἡ Ἔκκλητος πρός τήν πρωτόθρονο Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀφορᾶ τό προνόμιο τοῦ Θρόνου τῆς Κωνσταντινουπόλεως νά ἀσχολεῖται, νά κρίνει καί νά ἐπιλύει, αὐτός καί μόνον αὐτός, ἐπίδικες διαφορές σέ θέματα πού ἀναφύονται ἔξω ἀπό τά ὅρια τῆς δικῆς του ἐδαφικῆς δικαιοδοσίας. Τό προνόμιο αὐτό θεμελιώνεται στούς Ἱερούς Κανόνες, ἀλλά καί στή δισχιλιετή κανονική μας παράδοση, ἡ ὁποία ἀδιαμφισβήτητα ἐπιβεβαιώνει καί ἑρμηνεύει αὐθεντικά τό γράμμα καί τό πνεῦμα τῶν Ἱερῶν Κανόνων. Μαρτυρεῖται ἐπιπλέον καί ἀπό κείμενα τῆς πολιτικῆς νομοθεσίας καί ἀπό περιωνύμους ἑρμηνευτές καί σχολιαστές τῶν Ἱερῶν κανόνων. Ἐκτός ὅμως ὅλων τούτων καταδεικνύεται ἀδιαμφισβήτητα καί διαχρονικά ἀπό τήν κανονική πράξη, ὅπως αὐτή παραδίδεται στίς πηγές. Ἡ διαχρονική μαρτυρία τῆς κανονικῆς πράξεως καθιστᾶ τό προνόμιο τῆς Ἐκκλήτου ἀδιαμφισβήτητο.

Εἶναι γνωστό, ὅτι ἡ Α’ Οἰκουμενική Σύνοδος1 στόν 6ο καί στόν 7ο κανόνα της ξεχώρισε ἀπό ὅλους τούς ἐκκλησιαστικούς θρόνους, τούς θρόνους τῆς Ἀλεξάνδρειας, τῆς Ἀντιόχειας, τῆς Ρώμης καί τῶν Ἱεροσολύμων καί τούς ἀπέδωσε τά πρεσβεῖα, ἀναγνωρίζοντας τήν πνευματική τους ἀκτινοβολία καί θεωρώντας αὐτούς αὐθεντικούς φορεῖς τῆς ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως. Τό ἴδιο ἔπραξε στή συνέχεια καί ἡ Β’ Οἰκουμενική Σύνοδος2 μέ τόν 3ο κανόνα της γιά τό Θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Τά πρεσβεῖα αὐτά δέν ἦταν ἁπλᾶ μιά ἀπόδοση τιμῆς, ἀλλά ἦταν συνδεδεμένα μέ τήν ἄσκηση ἐξουσίας – δικαιοδοσίας σέ συγκεκριμένες γεωγραφικές περιοχές πού καθορίστηκαν μέ ἀκρίβεια στή διάρκεια τῆς Δ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Ἡ Δ’ Οἰκουμενική Σύνοδος ἔπραξε ὅμως καί κάτι ἄλλο πολύ σημαντικό:

Ἀπέδωσε στό θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἴσα πρεσβεῖα3 μέ αὐτά τοῦ θρόνου τῆς Ρώμης. Ὁ θρόνος τῆς Ρώμης ὑπερεῖχε τῶν ἄλλων θρόνων, γιατί μέ βάση τούς κανόνες 3, 4, 5 τῆς Συνόδου στή Σαρδική4 εἶχε τό δικαίωμα νά δέχεται Ἐκκλήτους γιά διαφορές πού ἀνέκυπταν ἔξω ἀπό τή δική του γεωγραφική δικαιοδοσία. Μέ τόν 28ο κανόνα τῆς Δ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ὁ θρόνος τῆς Κωνσταντινουπόλεως αὐτονόητα ἀπέκτησε ἕνα ἀνάλογο προνόμιο. Ἐκτός ὅμως τούτου τό προνόμιο αὐτό εἶχε μέ σαφήνεια ἀποδοθεῖ στό Θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως μέ τούς κανόνες 9 καί 17 τῆς Συνόδου στή Χαλκηδόνα5 .

Ἡ εὐχέρεια ἀσκήσης Ἐκκλήτου εἴτε στή Ρώμη εἴτε στήν Κωνσταντινούπολη ἴσχυσε μέχρι τόν 9ο αἰῶνα, εἰδικώτερα μέχρι τή Σύνοδο τοῦ 879/80 ἐπί Ἰ. Φωτίου6 μέ τό ὁποῖο ὁ θρόνος τῆς Ρώμης κατέστη ἁρμόδιος μόνο γιά ὑποθέσεις πού ἀναφύονταν στήν Δύση, ἐνῶ ὁ Θρόνος τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἦταν ἁρμόδιος γιά διαφορές ἀναφυόμενες στήν Ἀνατολή.

Ἐνῶ ὁ Ζωναρᾶς7 μιλώντας γιά τά πρεσβεῖα κάνει λόγο γιά τά «πρωτεῖα ἤ τό ἐξαίρετον», ὁ Βαλσαμών8 ἑρμηνεύοντας τόν 5ο κανόνα τῆς Σαρδικῆς τονίζει, ὅτι δικαίωμα ἀποδοχῆς Ἐκκλήτου δέν εἶχε μόνον ὁ Ρώμης, ἀλλά καί ὁ Κωνσταντινουπόλεως. Ὁ Ἀριστηνός9 κάνει λόγο γιά ἕνα ἀποκλειστικό προνόμιο τοῦ Κωνσταντινουπόλεως πού δέν ἐδόθη σέ κανένα ἄλλο Πατριάρχη, ὥστε νά ἐκδικάζει ὑποθέσεις – διαφορές ἀναφυόμενες σέ ἄλλα Πατριαρχεῖα. Ὁ Ζωναρᾶς10 στό σχόλιο του στό 17ο κανόνα τῆς Χαλκηδόνας ἐπισημαίνει, ὅτι Μητροπολίτης ἄλλης δικαιοδοσίας δέ θά μποροῦσε νά ὑπαχθεῖ χωρίς τή θέλησή του στή δικαστική δικαιοδοσία τοῦ Κωνσταντινουπόλεως. Αὐτό αὐτονόητα σημαίνει ἀσφαλῶς, ὅτι θά μποροῦσε νά ὑπαχθεῖ στήν κρίση τοῦ Κωνσταντινουπόλεως, ἐάν τό ἐπιθυμοῦσε. Αὐτό ἄλλωστε καταδεικνύει καί ἡ κανονική πρακτική.

Ἐκτός ἀπό τά κείμενα τῶν βυζαντινῶν κανονολόγων ἀξίζει νά μνημονευθοῦν καί τά ἑξῆς κείμενα:

Ἡ ἐπαναγωγή τοῦ Νόμου11 (9ος αἰ.) ρητῶς ἀναγνωρίζει τό δικαίωμα τοῦ Θρόνου τῆς Κωνσταντινουπόλεως νά ἀποδέχεται Ἐκκλήτους.

Τό ἴδιο πράττει καί ὁ Ματθαῖος Βλάσταρης12 (14ος αἰ.) στό περισπούδαστο ἔργο του «Σύνταγμα κατά Στοιχεῖον».

Ἡ Συνοδική Ἐπιστολή13 τῶν Πατριαρχῶν τῆς Ἀνατολῆς τοῦ ἔτους 1848. Οἱ Πατριάρχες τῆς Ἀνατολῆς δέν θεμελιώνουν μόνο τό προνόμιο ἀποδοχῆς ἐκκλήτου στό γεγονός, ὅτι ἡ Κωνσταντινούπολη ὑπῆρξε ἕδρα αὐτοκρατορική, ἀλλά καί στό συνοδικό της «Πρεσβεῖον», δηλ. στό Πρωτεῖο της.

Πέρα ἀπό τήν ἀνωτέρω συνοπτική καταγραφή τοῦ προνομίου τοῦ θρόνου τῆς Κωνσταντινουπόλεως νά ἀποδέχεται Ἐκκλήτους ἀπό ἐπίσημα κείμενα καί ἑρμηνευτές τῶν Κανόνων, ἡ διαχρονική κανονική πρακτική μαρτυρεῖ καί ἐπιβεβαιώνει ἀδιάψευστα τό ἴδιο, ἀκόμα καί ὡς ἐθιμική πρακτική πρίν ἀπό τή Χαλκηδόνα (451).

Ἐνδεικτικά παραδείγματα:

Τό 394 κρίνεται στήν Κωνσταντινούπολη ἡ καθαίρεση τοῦ Ἐπισκόπου Βόστρων Βαγαδίου ὑπαγομένου στή δικαιοδοσία τοῦ Πατριαρχείου Ἀντιοχείας παρόντων καί τῶν Πατριαρχῶν Ἀντιοχείας καί Ἱεροσολύμων14 .

Ὁ Πρόκλος Κωνσταντινουπόλεως (434-446) κρίνει ὡς κανονική τήν ἐκλογή τοῦ Ἀλεξάνδρου ὡς ἐπισκόπου Ἀνταράδου 15 . Ἡ ὑπόθεση εἶχε προσαχθεῖ στό Θρόνο Κωνσταντινουπόλεως ἀπό τόν ἴδιο τόν Ἀλέξανδρο.

Ὁ Νομοκάνων τοῦ Ἱ. Φωτίου 9ος αἰ. ἀναγνωρίζει τήν Κωνσταντινούπολη ὡς κεφαλή ὅλων τῶν Ἐκκλησιῶν τῆς Ἀνατολῆς 16 .

Ὁ Πατριάρχης Λουκᾶς Χρυσοβεργῆς (1157—1170) ἀκυρώνει τήν καθαίρεση στήν Κύπρο τοῦ Ἐπισκόπου Ἀμαθοῦντος πού κατέφυγε στήν Κωνσταντινούπολη 17.

Ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Κάλλιστος Α’ (1355) ἐπισημαίνει στόν Ἀρχιεπίσκοπο Τυρνόβου τό δικαίωμα τοῦ Κωνσταντινουπόλεως νά κρίνει ὑποθέσεις ἄλλων Πατριαρχείων 18.

Τό ἴδιο πράττει καί ὁ Πατριάρχης Κάλλιστος (1356) σέ ἐπιστολή του πρός τόν Ἀντιοχείας ἐπικαλούμενος τούς ἱερούς Κανόνες 19.

Ὁ Πατριάρχης Νεῖλος (1382) σέ ἐπιστολή του 20 πρός τόν Θεσσαλονίκης ἐπικαλεῖται τόν 9ο καί 7ο κανόνα τῆς Χαλκηδόνας.

Στή Σύνοδο τοῦ 1663 ἐπί Πατριάρχου Διονυσίου τοῦ Γ’ οἱ Πατριάρχες Ἀλεξανδρείας, Ἀντιοχείας καί Ἱεροσολύμων συνομολογοῦν τό δικαίωμα τοῦ Κωνσταντινουπόλεως νά δέχεται Ἐκκλήτους 21 .

Ὁ Κωνσταντινουπόλεως Διονύσιος (1672) καθαιρεῖ τόν Ἀντιοχείας Κύριλλο μετά ἀπό αἴτημα Μητροπολιτῶν τοῦ Πατριαρχείου Ἀντιοχείας 22.

Ὁ ἴδιος Πατριάρχης ἀθωώνει τόν ὑπόδικο Ἀρχιεπίσκοπο Κύπρου Νικηφόρο μετά τήν ἀπολογία του ἐνώπιον τοῦ «Οἰκουμενικοῦ κριτηρίου», δηλ. τοῦ Θρόνου τῆς Κωνσταντινουπόλεως 23.

Ὁ Πατριάρχης Παΐσιος Β’ ἐπικυρώνει τήν καθαίρεση 24 τοῦ Μητροπολίτου Χαλεπίου Γερασίμου κατόπιν αἰτήματος καί παρόντος τοῦ Ἀντιοχείας Σιλβέστρου (1746).

Σειρά Πατριαρχῶν τῆς Κωνσταντινουπόλεως τοῦ 18ου αἰώνα καταδικάζουν μετά ἀπό προσφυγή Πατριαρχῶν τῶν Ἱεροσολύμων τήν προσπάθεια ἀρχιεπισκόπων τῆς Ἱ. Μονῆς Σινᾶ νά ἀπαλλαγοῦν ἀπό τήν κανονική καί πνευματική ἐποπτεία τοῦ θρόνου τῶν Ἱεροσολύμων 25 .

Ὁ Κωνσταντινουπόλεως Ἄνθιμος (1872) κατόπιν αἰτήματος τῆς ἁγιοταφικῆς ἀδελφότητος ἐπικυρώνει τήν ἔκπτωση 26 τοῦ Πατριάρχου Ἱεροσολύμων Κυρίλλου ἀπό τό θρόνο.

Ὅταν τό Πατριαρχεῖο Μόσχας παρεχώρησε αὐτοκεφαλία στήν Ἐκκλησία τῆς Πολωνίας (1949), ἐνῶ τό Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως εἶχε ἤδη παραχωρήσει σ’ αὐτήν τήν αὐτοκεφαλία (1924), ὁ Πατριάρχης Ἀθηναγόρας ἐπισημαίνει μέ ἐπιστολή 27 του στόν Πατριάρχη Μόσχας, ὅτι ἀποτελεῖ ἀποκλειστικό προνόμιο τοῦ Θρόνου τῆς Κωνσταντινουπόλεως νά ἐπιλαμβάνεται θεμάτων ἔξω ἀπό τή δική του δικαιοδοσία. Ἔκφραση αὐτοῦ τοῦ προνομίου εἶναι ἡ ἀπόδοση τῆς αὐτοκεφαλίας στήν Ἐκκλησία τῆς Πολωνίας (καί ἀργότερα, τό 1990, στήν Ἐκκλησία τῆς Γεωργίας).

Ὁ Πατριάρχης Μάξιμος τῆς Βουλγαρίας ἀπευθύνθηκε 28 στόν Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαῖο ἐξ αἰτίας σχίσματος πού εἶχε δημιουργηθεῖ τότε στή Βουλγαρία. Συνεκλήθη ὑπό τήν προεδρεία τοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου Μείζων Σύνοδος στη Σόφια γιά τήν ἀντιμετώπιση τοῦ προβλήματος.

Ὅταν ἡ Σύνοδος τοῦ Πατριαρχείου Ἱεροσολύμων ἐκήρυξε ἔκπτωτο τόν Πατριάρχη Εἰρηναῖο (2005), ἡ ἁγιοταφική ἀδελφότητα ζήτησε ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη τήν ἐπικύρωση τῆς ἀπόφασης ἀπό τό θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ὁ ὁποῖος συνεκάλεσε Σύνοδο τῶν Προακαθημένων, ἡ ὁποία ἐπικύρωσε τήν ἀπόφαση 29 .

Ὅλα τά ἀνωτέρω καταδεικνύουν ἀδιαμφισβήτητα, ὅτι ὁ Θρόνος τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀποτελεῖ στό χῶρο τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν τό ὕψιστο, «τό Οἰκουμενικόν Κριτήριον», γιά τήν ἐπίλυση διαφορῶν πού κατά καιρούς ἐνσκύπτουν καί ταλανίζουν τίς κατά τόπους Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες. Ὁ Θρόνος τῆς Κωνσταντινουπόλεως δέν ἀντελήφθη ποτέ τό προνόμιό του νά δέχεται Ἐκκλήτους ὡς δυνατότητα κυριαρχικοῦ Πρωτείου, ἀλλά ὡς χρέος συναντίληψης σοβαρῶν θεμάτων μέ ἀποκλειστικό σκοπό τή θεραπεία τραυμάτων στό χῶρο τῆς Ἐκκλησίας γιά τήν ἀποκατάσταση τῆς εἰρήνης καί τῆς κανονικῆς τάξεως. Ὑπό αὐτή τήν ἔννοια ἡ Ἔκκλητος δέν εἶναι παρά μιά ἀσφαλιστική δεικλίδα πού σοφά κατά θεία Πρόνοια ἐτέθη ἀπό τούς Πατέρες τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων γιά τή διασφάλιση τῆς εἰρήνης καί τῆς ἑνότητας μεταξύ τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν.

1Ρ.Π. Β’, 128,132.
2 Ρ.Π. Β’, 173
3 Ρ.Π. Β’, 280-281.
4 Ρ.Π. Γ’, 233-234, 238, 239-240.
5 Ρ.Π. Β’, 237, 258-259.
6 Mansi, ACO 17A, 497.
7 Ρ.Π. B’, 173.
8 Ρ.Π. Γ’, 242.
9 Ρ.Π. B’, 240.
10 Ρ.Π. B’, 260
11I. Zepos – P. Zepos, Jus Graecoromanum II, 242-243.
12Ρ.Π. ΣΤ’, 429.
13 Ι. Καρμίρης, Τά Δογματικά καί Συμβολικά Μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, Β’, Ἀθῆναι 1953, 916.
14V. Grumel, Les Regestes des Actes du Patriarchat de Constantinople, Vol. I, Fasc. I. Paris 1972, N. 10.
15V. Grumel, Les Regestes, N. 88.
16Ρ.Π. A’, 42.
17V. Grumel, Les Regestes, N. 1097.
18F. Miklosich – I. Müller, Acta et diplomata Graeca medii aevi sacra et profana, Tom. I, Vienne 1860, 438.
19F. Miklosich – I. Müller, Acta, I, 380.
20F. Miklosich – I. Müller, Acta, I, vol. 2, 40.
21Κ. Δελικάνης, Πατριαρχικά Ἔγγραφα, Γ’, 102-103.
22Κ. Δελικάνης, Πατριαρχικά Ἔγγραφα, Β’, 59-164.
23Κ. Δελικάνης, Πατριαρχικά Ἔγγραφα, Β’, 557-559.
24Κ. Δελικάνης, Πατριαρχικά Ἔγγραφα, Β’, 190.
25Κ. Δελικάνης, Πατριαρχικά Ἔγγραφα, Β’, 377-381,387, 410-422, 455.
26Χρυσ. Παπαδόπουλος, Ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων, Θεσσαλονίκη 2010, 837 ἑξ.
27Βλ. Ὀρθοδοξία 25 (1950) 129-130.
28 Βλ. Ὀρθοδοξία 5 (1998) 620-621.
29Βλ. Ἐκκλησία 82 (2005) 556-557.