Παναγιά μου…

Στην πιο γλυκιά Μητέρα της θρησκείας μας, την πιο σπλαχνική, την πιο λατρεμένη, που γιορτάζει σήμερα.

Της Μαρίας Λιονάκη

Δεν το είχε σαν παιδί η Ελένη, η Ελενίτσα τότε,  ανεπτυγμένο το θρησκευτικό συναίσθημα. Πρώτον γιατί ήταν υπναρού και τις Κυριακές δεν το ’ξερε να αφήσει το μαλακό της κρεβάτι και  το γλυκό πρωινό ύπνο  για να τρέχει άρον άρον να εκκλησιαστεί, δεύτερο γιατί όσες φορές πήγε στην εκκλησία  μετά από πολλά πες πες της μάνας της  δεν κατάλαβε  γρι από τα αλαμπουρνέζικα που  έλεγε ο  παπάς και τρίτο διότι κάθε φορά που τύχαινε να πάει, μιας στις τόσες,  έπρεπε πρώτα να ντυθεί και να σημαιοστολιστεί σα τη μπάντα του δήμου  σε εθνική εορτή. Εξάλλου δεν έβρισκε με το παιδικό της μυαλό  σε τι ωφέλησε ποτέ κανένα ετούτη η σπουδή.  Αυτή τότε  κάποιο κέρδος , αντάλλαγμα ήθελε για να κάνει το καθετί, θέλημα γειτόνισσας , ψώνια στο φούρνο ή στο μπακάλη , διάβασμα, μπάνιο κλπ.

Έχει ο καιρός γυρίσματα όμως  γενικά  κι έτσι είχε και στην ιστορία μας αυτή. Γιατί η Ελένη μεγάλωσε, παντρεύτηκε και γέννησε  ένα ψηλό αγόρι τον Πέτρο, τον πρωτότοκο και τρία  χρόνια μετά έκανε  την Αγνή. Ολόχαρη ήταν που απέκτησε, έστω και στα ύστερα  την κόρη, καθώς ο γιος , της είχε βγει αγριοκάτσικο, που πολύ την ταλαιπωρούσε, άσε που   δεν προοιωνιζόταν και στο μέλλον με δαύτον καμία προκοπή. Άλλο πράγμα οι κόρες, φουστανάκια, εμπριμεδάκια,  φρου φρου,  τσιμπιδάκια, κούκλες, κουζινικά  και σα μεγάλωνε η Αγνή στήριγμα και  αποκούμπι. 

Ώσπου η Μοίρα ζήλεψε και την ευτυχία αυτή. Καθώς η Αγνή λίγο πριν τα τέσσερα διαγνώστηκε με λευχαιμία, μια αρρώστια στο αίμα που δεν την είχε  ξανακούσει η Ελένη,   μα που όπως κατάλαβε από το συνοφρυωμένο βλέμμα του γιατρού και τη βιασύνη του ,  ήταν για τη ζωή του παιδιού της ιδιαιτέρως  απειλητική. Ισα ισα πρόλαβε και  ειδοποίησε τον άντρα της, άφησε σε μια γειτόνισσα τον  παραπονεμένο Πέτρο της, μάζεψε δυο ρουχαλάκια σε ένα σακίδιο και πήρε την Αγνούλα που γκρίνιαζε  από το χεράκι, για  να τρέξει στο Νοσοκομείο. Τότε ήταν που η Ελένη έκανε πρώτη φορά στη ζωή της το σταυρό της με απόλυτη κατάνυξη, με όλη της την ψυχή. Αργά, σεβάσμια,  τελετουργικά, με κρατημένη την αναπνοή και σφιγμένα χείλη,  με  δάκρυα στα μάτια κι ένα λυγμό που έβγαινε από τα έγκατα της ύπαρξής της. Τότε ήταν που ξεκρέμασε την εικόνα της Παναγίας, τυπική παρουσία ως τότε  στο σπίτι της   και την έβαλε πάνω πάνω στο σακίδιο σαν Αυτή κι όχι οι γιατροί να επρόκειτο να γιατρέψουν το παιδί της. Τότε ήταν που κατάλαβε τη χρεία της θρησκείας, του εκκλησιασμού, της πίστης. Τότε δικαιολόγησε τη μάνα της, τότε  τα κατάλαβε όλα και ντράπηκε, ντράπηκε πολύ. Τότε ήταν που είπε : «Παναγιά μου, σε σένα που είσαι μάνα, εμπιστεύομαι το παιδί μου, κάνε ο,τι κρίνεις…» 

Παναγία

Ατέλειωτα ήταν τα δάκρυα της Ελένης που πότισαν την εικόνα αυτή, όλο το διάστημα των θεραπειών όταν έβλεπε, ανήμπορη να σταματήσει, τα μαρτύρια που περνούσε το παιδί της, όταν περίμενε αποτέλεσμα κρίσιμης εξέτασης να βγει. Ούτε ο πιο καλός σεναριογράφος δραματικών ταινιών δε θα μπορούσε να αποτυπώσει τον πόνο, το φόβο, τον κίνδυνο, τους ορούς,  τα φάρμακα,  τις παρενέργειες, τις επώδυνες εξετάσεις, τις ατελείωτες μέρες και  νύχτες στο νοσοκομείο , που έζησαν κόρη και μάνα. 

Κι όμως όλο αυτό το διάστημα η Ελένη πίστευε, πίστευε στο όνειρο που είχε δει, μια από τις πρώτες νύχτες ,όταν την πήρε ελάχιστα ο ύπνος στο προσκεφάλι του παιδιού της. Είχε δει την εικόνα της Παναγίας στον ύπνο της με το χέρι να ευλογεί κι ύστερα μια σκάλα να την κατεβαίνει, όλο να την κατεβαίνει, με την Αγνή της ανέμελη να την κρατάει από το χεράκι, να μιλάνε  και να γελάνε. Ώσπου άνοιξε ξαφνικά μια καταπακτή  κάτω από τα πόδια του παιδιού της και αυτό άρχισε να πέφτει, να βυθίζεται, να χάνεται, ώσπου δε φαινόταν πια,  είχε από τη ματιά της χαθεί. «Παναγιά μου» φώναζε η μάνα σε απόγνωση κι άρχισε τρομαγμένη να ψάχνει, να τρέχει, να κατεβαίνει,  όλο και πιο γρήγορα τις σκάλες. Ώσπου βλέπει παρακάτω να έχει εμφανιστεί από το πουθενά ένα σωτήριο δάπεδο και να πατάει πάλι η Αγνή. Σώα και αλώβητη. Τότε την πήρε από το χεράκι πάλι, την κράτησε σφιχτά και συνέχισαν το δρόμο τους σαν και πριν. 

Αυτό το όνειρο, η πίστη στο συμβολισμό του  την κράτησε όρθια την Ελένη όλο το διάστημα που πάλεψε ηρωικά το παιδί της. Που είναι τώρα πια μια πανέμορφη, μια ολόγερη γυναίκα. Μια καλή κοπέλα με αξίες, όνειρα κι απίστευτη τρυφερότητα για κάθε άρρωστο, ηλικιωμένο, αδύνατο. Ναι η Παναγία που της είχε εμπιστευτεί το παιδί της τη βοήθησε.  Κι έτσι κάθε φορά πια που αντικρίζει στην εικόνα, στην Εκκλησία τη Θεία Μορφή τα χείλη της σε μια μυστική συνομιλία ψιθυρίζουν το πιο ειλικρινές, μεγάλο, εκ βαθέων «ευχαριστώ.» Στην πιο γλυκιά Μητέρα της θρησκείας μας, την πιο σπλαχνική, την πιο λατρεμένη, που γιορτάζει σήμερα.

πηγή: cretalive.gr