Ομιλία στους Γ’ Χαιρετισμούς στον Θραψανό.

«Χαίροις μετά Θεόν ἡ Θεός, τά δευτερεῖα τῆς Τριάδος ἡ ἔχουσα»
Σεβασμιώτατε, σεβαστοί Πατέρες, ἀγαπητοί φίλοι,
Φιλόται, ὑφηγηταί, μύσται καὶ θεωροί τῶν ἀλήπτων, μύσται τοῦ Λόγου, συνερασταὶ τῶν καλῶν, φιλόχριστον σύστημα – ὅπωςσυνήθιζε να προσφωνεῖ τό ποίμνιό Του, μέ την δυναμική καί τήν ἀμεσότητα τοῦ κοινωνοῦντος λόγου Του ὁ Μεγάλος Ἅγιος καί ἐκκλησιαστικός ρήτορας Ἀνδρέας ὁ Κρήτης.
Ἡ Κυρία Θεοτόκος μᾶς ἐπισυνάγει πάλι στήν περικαλῆ Μεγαλόνησο κάτω ἀπό τήν εἰκόνα Της, γιά νά τιμήσουμε τόν Ὑμνωδό Της, τόν πνευματικό ἀσματογράφο καί κειμενογράφο, τῶν Κρητῶν πολύρροον καί μελίρρυτον πηγήν, τόν Ἄγιο Ἀνδρέα Κρήτης καί μέσα ἀπό τό Ἔργο Του νά ἀνασυνθέσουμε πνευματικά το Πανάχραντο και Πανίερο Πρόσωπό Της.
Θά ἀνατρέξουμε σέ σκαιούς αἰρετικούς χρόνους καί θά θαυμάσουμε τό μεγαλεῖο τῶν Πατέρων πού κράτησαν μέ τήν Ποιμαντική Τους Βακτηρία ἀμετακίνητη καί βαθύριζο μιά περιδινουμένη Βασιλεύουσα. ‘Υπῆρξαν οἱ φρυκτωροί, δηλαδή οἱ ἱεροί φρουροί τῆς Ὀρθοδοξίας μας καί κυρίως τῆς Θεοτοκίας τῆς Παναγίας μας.
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Στόν ἀπόηχο τῶν μεγάλων αἰρέσεων πού ταλάνιζαν την Αὐτοκρατορία, τοῦ Μονοφυσιτισμοῦ, τοῦ Μονοθελητισμοῦ καίτοῦ ὄψιμου Μονοενεργητισμοῦ, πού ἀπομονώναν τίς ἀνατολικές, κυρίως, κτήσεις ἀπό τό σῶμα της καί στήν σκιά τοῦ ἐξόριστου ἀπό την ἀδιαλλαξία τῆς Αὐλῆς ἀγίου Μάξιμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, θά γεννηθεῖ ὁ Ὅσιος ἠμῶν Πατέρας Ἀνδρέας Κρήτης, μιά ἀπό τίς μεγαλύτερες και πολυσχιδέστερες προσωπικότητες τῆς πνευματικῆς ζωῆς τοῦ Βυζαντίου.
Ὁ Ἄγιος Ἀνδρέας θά βαδίσει στόν αἰώνα τῆς ἔκρηξης τῶν δύο φάσεων τῆς εἰκονομαχικῆς ἔριδος, στόν καιρό τῶν Ἰσαύρων – ἀπό τό 726/730 ἔως τό 787 καί ἀπό τό 814 ὥς τό 843 π.Χ., πού θα ἀναδείξει τίς κυρίαρχες μορφές τῶν Ὁμολογητῶν Ἁγίων ἀλλά καί σπουδαίων ποιητικῶν φωνῶν, ὑμνογράφων καί ρητόρων,κυρίως τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ καί τοῦ Ἁγίου Γερμανοῦ τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως.
Οἱ τρεῖς τους θά γίνουν ἡ τρίχορδη Θεομητορική λύρα, πού θα ἐπηχήσει λόγον καί μέλος ἀποκαθιστώντας τήν ὑπόσταση Της, καί θά ἀντιταχθοῦν σθεναρά στό κλίμα πολεμικῆς κατά τῶν ἱερῶν εἰκόνων πού στόχευε καί στό Πανίερο Πρόσωπο τῆς Κυρίας Θεοτόκου. Ὁ Ἄγιος Ἀνδρέας Κρήτηςθά συμβάλει καθοριστικά στήν Θεομητορική διδασκαλία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας.
Ποιός εἶναι ὅμως ὁ συνόμιλος τῶν Ἁγίων Ἀγγέλων, ὁ Ἄγιος Ἀνδρέας Κρήτης;
1. Συναξάρι
Ὁ Ἅγιος Ανδρέας ὁ Ἱεροσολυμίτης, Ἀρχιεπίσκοπος Κρήτης, ὁ συνθέτης τοῦ ποιητικοῦ άριστουργήματος τοῦ Μεγάλου Κανόνος γεννήθηκε στή Δαμασκό τῆς Συρίας τό 660 μ.Χ., τόπο παρουσίας τοῦ Ἑλληνισμοῦ τῆς Ἐγγὺς Ἀνατολῆς ἀπό τόν καιρό ἀκόμα τῶν ἐπιγόνων τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου, μορφούμενου στούς Βυζαντινούς χρόνους στά Ἑλληνορθοδόξα Πατριαρχεῖα. Ὁ Ἅγιος ὑπῆρξε γόνος τῆς βαθύτατα εὐσεβοῦς καί εὔπορης οἰκογένειας τοῦ Γεωργίου καί τῆς Γρηγορίας, πρᾶγμα πού τοῦ ἐπέτρεψε νά λάβει σημαντική μόρφωση.
Κατά τήν ἡλικία ὅμως τῶν ὀκτώ ἐτῶν ὅπως μᾶς σημειώνουν οἱ βιογράφοι Του περιῆλθε σέ κατάσταση άλαλίας.
Τότε θά λάβει χώρα καί ἡ πρώτη θαυματουργική παρέμβαση τῆς Θεοτόκου, ἀφοῦ στόν ἱερό Ναό Της θεραπεύτηκε μέ θαυματουργικό τρόπο κατά τήν διάρκεια τῆς λήψης τῶν ἀχράντων Μυστηρίων. Τότε ὁ Ἀνδρέας θα μιλήσει.
Τό 675 θά μεταβεῖ στά Ἱεροσόλυμα μετά ἀπό ἔντονη ἐπιθυμία νά ἀφιερωθεῖ συνοδείᾳ τῶν γονέων του. Θά γνωρίσει τή μεγάλη κοινοβιακή Μονή τοῦ Ἁγ. Σάββα, θα ἐγκαταβιώσει σέ αὐτήν, θά σπουδάσει στήν περίφημη σχολή της, ἐμβαθύνοντας τόσο στή θύραθεν παιδεία, ἀφοῦ συναναστράφηκε μὲ τοὺς ἀρίστους τῶν Ἑλλήνων, ὅσο καί στήν πατερική διδασκαλία.
Ἡ φιλοπονία Του, τό ἄριστο ἦθος Του καί ἡ πνευματική Του πρόοδος ἀνταμείβονται μέπορεία ἀνέλιξης στό Πατριαρχεῖο: πατριαρχικός πρῶτος Γραμματέας, Πατριαρχικός Νοτάριος, Βοηθός Οἰκονόμος. Ὁ λαμπρός νέος κατέστη ταχύτατα: μοναχῶν στήριγμα, πτωχῶν τροφοδότης, προστάτης τῶν χηρῶν καί συμπαραστάτης ορφανῶν, ὑπερασπιστής των καταπιεσμένων καίπαρηγορία τῶν θλιβομένων.
Τό 680/681 ἡ Βασιλεύουσα ταλανίζεται ἀπό καινοφανεῖς αἰρέσεις πού προέρχονταν ἀπό τίς ἀνατολικές ἐσχατιές τῆς Αὐτοκρατορίας, τόν μονοθελητισμό καί τόν μονοενεργητισμό. Συγκαλεῖται ἡ ΣΤ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος ἡ ὁποῖα καί θα καθορίσει ὅτι ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός ἔχει δύο θελήσεις καί δύο ἐνέργειες, θεϊκή και ανθρώπινη, ἡ Ἱερά Σύνοδος τοῦ Πατριαρχείου Ἱεροσολύμων ἔστειλε μιά τριμελή ἐπιτροπή στήν Βασιλεύουσα, στήν ὁποῖα ἡγοῦνταν ὁ πάντα ἄριστος Ἀνδρέας, ἐκτιμώντας τήν δυνάμη λόγου καί πνεύματος τοῦ Ἁγίου πούμετέφερε στήν Κωνσταντινούπολη τήν συμπόρευση τοῦ Πατριαρχείου μέ τίς ἀποφάσεις τῆς Οἰκουμενικῆς Συνόδου.
Ὁ Ἅγιος δέν θά γυρίσει πίσω. Θά παραμείνει στην Κωνσταντινούπολη σέ εὐρύτερον καί ἀνετώτερον στάδιον δράσεως στήν ἐλεύθερη βασιλεύουσα μέ την συνδρομή τοῦ ἀγαπημένου Του φίλου, τοῦ Ἁγίου καίὈμολογητοῦ Γερμανοῦ, μετέπειτα Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως.
Μέ τήν προτροπή τοῦ Αὐτοκράτορος χειροτονεῖται Διάκονος καί τοῦ δίδεται τό ὀφφίκιο τοῦ Διακόνου τῆς ἱερωσύνης, και κατόπιν ἰερέας. Σύμφωνα μέ τό Συναξάρι τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου στήν Ἁγία Σοφία τοῦ ἀνατέθηκε ἡ Διακονία τοῦ κηρύγματος.
Τά κηρύγματα καί οἱ ὁμιλίες Του, Τόν ἔκαναν να ξεχωρίσει ὡς ἐκκλησιαστικός ρήτορας, ὡς ἀστέρας παμφαέστατος, φωτίζων.
Ἀναπτύσσει τό ὁμιλητικό Του ἔργο,δημιουργώντας ἕνα ἰδιότυπο ὖφος μέεὐφράδεια καί λαγαρότητα, διάσπαρτο ρητορικῶν σχημάτων μέ δραματική ἔνταση καί μέ πνευματικό στόχο πάντα τήν μετάνοια.
Παράλληλα ἀσκεῖ πολυσχιδή μέριμνα στά ὀρφανά μέ ἄμεσο ἀποτέλεσμα «τόν ὀρφανισμόν ὀρφανίζει» καί μέ ἀδιαλείπτο ἐπισιτισμό τρέφει ὅλους τούς πτωχούς τῆς Κωνσταντινούπολης.
Ἀποτέλεσμα τῆς θαυμαστῆς δράσης Του εἶναι ὅτι τό 713 ἡ Ἐκλογή καί ἡ Χειροτονία Του στή Γόρτυνα Ἀρχιεπίσκοπος τῆς Ἁγιοτόκου Κρήτης.
Ἀπό τήν περίοδο αὐτή καί ὥς τό τέλος τῆς ζωῆς του ἀφοσιώθηκε στό ποιμαντικό του ἔργο, στην ἀγαπημένη Του Κρήτη. Ἡ Κρήτη τότε διαιροῦνταν σὲ δώδεκα ἐπισκοπές, ἡ ἕδρα τῶν πολιτικῶν καὶ ἐκκλησιαστικῶν ἀρχῶν βρισκόταν στὴ Γόρτυνα, κοντὰ στοὺς ἁγίους Δέκα.
Ἀναπτύσσει ἐξαιρετική ποιμαντική δράση, πολύπλευρο ἐκκλησιαστικό ἔργο, ἐπί τριάνταπερίπου ἔτη, μέ κέντρο τή Γόρτυνα.
Ἔχει μέγιστο ἐνδιαφέρον γιά τή λειτουργική τάξη καί τόν μοναχισμό τῆς Μεγαλονήσου, μέγιστο πατρικό και ἐμπράγματο ἐνδιαφέρον γιά τον ἄνθρωπο. Εἶναι ὁ παιδαγωγός, ὁσύμβουλος, ὁ φίλιος, ὁ συμπορευτής, καί ὁ παιδαγωγός.
Ἔκτισε και λειτούργησε Ξενώνα στή Γόρτυνα «παραμυθίας καί ἰατρείας», για αὐτούς πού καί σωματικά ἀλλά και ἀπό τη φτώχεια νοσοῦν, οἰκοδόμησε πτωχοκομεῖο, ἰατρεῖο, γηροκομεῖο, καί ξενοδοχεῖο.
Ἀνακαίνισε ἱερούς ναούς, ἔκτισε τόν ἱερό ναό τῆς «Παναγίας τῶν Βλαχερνῶν». Φρόντισε πρωτίστως για την πνευματική καλλιέργεια τῶν Κρητῶν. Ἀνέπτυξε σπουδαία κηρυκτική δραστηριότητα, πού ἀποτυπώθηκε στό πολύτομο ἔργο Του (ὁμιλητικό και ποητικό).
Ἐκεῖ ὅμως πού ἐμεγαλούργησε ἦταν στό ζήτημα τῆς καταπολεμήσεως τῶν αἱρέσεων και ἰδιαίτερα στή στάση του ἔναντι τῆς Εἰκονομαχίας, στήν ὁποία ἀντιτάχθηκε μέ ἰδιαίτερη σφοδρότητα ὑπερασπιζόμενος τήν ὀρθοπραξία τῆς ὀρθοδόξου πίστεως.
Ἀπεφάσισε ἄν και ὑπέργηρος καί καταπονημένος ἀπό τήν πολυετή και πολυσχιδή Διακονία νά μεταβεῖ τό 738 ἤ 739 στήν Κωνσταντινούπολη, για νά ὑπερασπιστεῖ τήν τιμή τῶν ἱερῶν Εἰκόνων. Ἔτσι καταγγέλλει τήν αἴρεση ἀποδεικνύοντας το ψεῦδος της και τη ματαιότητα τοῦ δόγματος τους, καί ἐπιστρέφει νικητής στην Μεγαλόνησο.
Οἱ ταλαιπωρίες πού ὑπέστη καί ὁ πόνος γιά αὐτή τη σκοτεινή περίοδο τόν κατέβαλαν ραγδαῖα. Κατά τή διάρκεια τοῦ ταξιδιοῦ τῆς ἐπιστροφῆς ἀσθένησε, ἀποβιβάστηκε στήν Ἐρεσό τῆς Λέσβου, ὅπου ἐκοιμήθηκε ὁσιακά. Τό Ἅγιο Λειψανό Του ἐνταφιάστηκε στίς 4 Ἰουλίου τοῦ 740 στην Ἐρεσό μακρυά ἀπό την πολυαγαπημένη Του Κρήτη.
Ὅμως οἱ Κρῆτες δέν Τόν ξέχασαν. Ἔτσι ἕνας Ἀγωνιστής Ἀρχιεπίσκοπος πού ἐγχάραξε και Αὐτός τήν πνευματική του γραμμή σπορᾶς στήν Μεγαλόνησο μετέβη κατά τήν ἑορτή τοῦ Ἁγ. Ἀνδρέου Κρήτης, μέ προσκυνητές, περί τό 1971. Ἦταν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Κρήτης Τιμόθεος, πού ὡς Γορτύνης καί Ἀρκαδίας φρόντισε νά περιέλθει ἀπό ἐκεῖ τεμάχιο τοῦ Ἱεροῦ λειψάνου τοῦ Ἁγίου, τό ὁποῖο φυλάσσεται στόν Ἱ. Καθεδρικό Ν. Ἁγ. Νεκταρίου Μοιρῶν.
2. Συγγραφικό Ἔργο
Ὁ Ἅγιος ἔχει να παρουσιάσει ἔνα λαμπρό συγγραφικό Ἔργο. Εἶναι ἀπό τούς πιο σημαντικούς συγγραφεῖς σέ ρητορικό και ὑμνογραφικό ἐπίπεδο. Οἱ λόγοι Του, τά ἐγκώμια και οἱ ὁμιλίες του εἶναι ὑποδείγματα ἔντεχνου λόγου.
Ὁ Ὁμότιμος καθηγήτης βυζαντινῆς φιλολογίας Θεοχάρης Δετοράκης ἀναφέρει πῶς ὅλα τά συναξάρια ὁμοφωνοῦν ὅτι ὁ Ἄγιος ἦταν ρήτορας καί ποιητής ἔνδοξος, ὁ ὁποῖος κατακόσμησε την Ἐκκλησία διά λόγων ἀλλά καί ἔργων.
Τό Ἔργο Του, εἰδολογικά χωρίζεται, σέ Ὁμιλητικό (ἔργα πρόζας) καί ὑμνογραφικό (ἔργο ποιητικῆς και μέλους).
Α) Οἱ Ὁμιλίες τοῦ Ἁγίου
Ἡ ρητορική φτάνει στό ἀποκορύφωμά της μέ την καλλιέργεια τῶν ἐγκωμίων στήν γραφίδα τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέα. Τά ἐγκώμια του κανοναρχοῦνται ἀπό τήν θύραθεν ρητορική και θεματική του εἶναι ποικίλη (δεσποτικές καί θεομητορικές ἑορτές, μνῆμες Ἁγίων, γεγονότων. Χρησιμοποιεῖ τὸ α΄ πληθυντικὸ πρόσωπο, ἀπευθύνεται μέ ἰδιαίτερη στοργή και ἀγάπη στο ἀκροατήριό του προτρέποντας σὲ συνεγκωμιασμὸ τοῦ τιμωμένου προσώπου.
Ἠ Θεοτόκος εἶναι το Πρόσωπο πού πρωταγωνιστεῖ στα ἐγκώμια. Τό Γενέσιον τῆς ‘Υπεραγίας Θεοτόκου, ὁ Εὐαγγελισμός καί ἡ Κοίμηση εἶναι ἑορτές ἀπό τίς ὀποῖες ἀφορμοῦνται και καταλήγουν οἱ λόγοι. Στην λοιπή θεματική Του περιλαμβάνονται οἱ Δεσποτικές ἑορτές τῆς Γεννήσεως, τῆς Περιτομῆς, τῆς Ὑπαπαντῆς καί τῆς Μεταμόρφωσεως, ἐγκώμια στούς Ἁγίους Ἰωακείμ καί Ἄννα, στόν Τίμιο Πρόδρομο, στούς Ἀποστόλους, Ἰωάννη, Λουκᾶ, Τίτο,Ἰάκωβο. Εἰδική μνεία πρέπει να κάνουμε στο ἐγκώμιο Του για τούς Ἁγίους Δέκα Μάρτυρες τῆς Κρήτης.
Β) Υμνογραφία
Ὁ Ἅγιος Ἀνδρέας, εἶναι ἐπίσης ὁ ἐπιφανής ὑμνογράφος τοῦ 8ου αἰώνα ἀπό τούς πιο σημαντικούς τῆς ὅλης ὑμνογραφικῆς παραγωγῆς τῶν κανόνων.
Συγκαταλέγεται στήν χορεία τῶν ὑμνογράφων, ποὺ προέρχονταν ἀπὸ τὴ Συρία καὶ μάλιστα ἀπὸ τὴν πόλη τῆς Δαμασκοῦ,ὅπως ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός (676-749). Ὁ Ἅγιος ἐγκαινιάζει και μορφοποιεῖ πρότυπα εἴδη, ὅπως το ποιητικό εἶδος του κανόνα, καί τόν παγιώνει λειτουργικά στήν θέση τοῦ κοντακίου. Τοῦ ἀποδίδονται 122 κανόνες, με πιο γνωστό τόν Μέγα Κανόνα.Συγκροτείται ἀπό 250 τροπάρια και 11 εἰρμούς και ψάλλεται ολόκληρος την Ε΄ ἐβδομάδα τῶν νηστειῶν τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς.
Γ) Οἱ Θεομητορικοί Λόγοι τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέα Κρήτης
Ὁ Ἅγιος συλλαμβάνει την πνευματική πορεία τῆς Θεοτόκου, ἐντός τοῦ ἄχρονου χρόνου τῆς θείας Οἰκονομίας, ἐκλεγμένης, προαναγγελμένης καί προτυπουμένης στίς Γραφές.
Ἠ Θεοτόκος εἶναι ἡ ἐκ τῆς Δαυϊδικῆς γενεᾶς, Διάκονος τῆς θείας ἐνανθρωπήσεως πού ἐπανακινεῖ τόν ἱστορικό χρόνο σέ χρόνο Σωτηρίας, φανερωμένη μέσῳ ὑπερφυῶν σημείων, εἰκόνων, γεγονότων, προφητειῶν. Ἡ νέα Εὔα, τήν Ὁποία οἱ γεννήτορες Ἰωακείμ και Ἄννα συνέλαβαν θαυματουργικά. Σέ ὁρισμένο ἀπό τήν Θεία Οἰκονομία χρόνο μνηστεύθηκε τόν ἐπίσης ἐκ δαυϊδικῆς καταγωγῆς δίκαιο Ἰωσήφ. Ἡ παρουσία καί ἡ Διακονία τοῦ Ἰωσήφ ὡς μνήστωρ, στηρίζει το Μέγα Μυστήριον τῆςἐνανθρωπήσεως.
Ἡ ἐκούσια ἀποδοχή τῆς Διακονίας, κατά τόν ἱερό Πατέρα, πραγματοποιεῖται με τήν ἐπίσκεψη τοῦ Ἀρχαγγέλου Γαβριήλ στή Ναζαρέτ καί με τη ῥήση «ἰδού ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά τό ρῆμά σου».
Οἱ λόγοι Του καταλήγουν στήν κοίμηση Της ὅπου ἡ Θεοτόκος, ἡ ζωηφόρος Παρθένος καθορᾶται νεκροφόρος καί ἡ θεόμιλος, ἄφωνος.
Οἱ Λόγοι ὀνομαστικά εἶναι:
α) Ἐγκώμιον εἰς τὸ Γενέθλιον τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου.
β) Εἰς τὸ Γενέσιον τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου. Μετὰ ἀποδείξεως ὅτι κατάγεται τοῦ Δαβίδ.
γ) Εἰς τὴν Γενέθλιον ἡμέραν τῆς παναμώμου Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας, καὶ ἀπόδειξις ἐκ Παλαιᾶς ἱστορίας, καὶ διαφόρων μαρτυριῶν, ὅτι κατάγεται τοῦ Δαβίδ.
δ) Εἰς τὴν ἁγίαν Γέννησιν τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου, καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας.
ε) Εἰς τὸν εὐαγγελισμὸν τῆς ‘Υπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου.
στ) Εἰς τὴν κοίμησιν τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου – τρεῖς λόγοι.
Θά ἀναφερθοῦμε σχηματικά σέ κάποιες ἀπό αὐτές τίς ὁμιλίες πού καταδεικνύουν τόν πλοῦτο και το βάθος τοῦ Θεομητορικοῦ Του χρωστήρα:
Ι. Ἡ Πρώτη ὁμιλία τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέα ἀφορᾶ εἰς τό Γενέσιον τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου. Ὁ Ἅγιος ὁρίζει τήν ἑόρτιο ἡμέρα τῆς Θεοτόκου ὡς:• Ἀρχὴ τῶν πάντων,• Ἑορτή τῶν ἑορτῶν και πρώτη τῶν ἑορτῶν,• Ὁδό πού ὁδηγεῖ ἀπὸ τὸ δυσβάστακτο, δουλικὸ καὶ ὑποχείριο φορτίο τοῦ Νόμου καί τοῦ νομικοῦ γράμματος πρὸς τὸν ἐλαφρύ καὶ ἐλεύθερο δρόμο τῆς Χάριτος,• Μεθόριο,• Ἀντιπαραβολή τῆς ἀλήθειας με τά τυπικά σύμβολα,• Ἀνταλλαγή τοῦ παλαιοῦ μέ τό νέο,• Τέλος τοῦ Νόμου,• Ἀρχή χάριτος Χριστοῦ,• Κεφάλαιο εὐεργετημάτων Χριστοῦ,• Φύση ποὺ ἐκένωσε ἑαυτήν,• Γεγονὸς χαρᾶς,• Μέγιστο δῶρο Σωτηρίας,• Τό ἀκατάληπτο καὶ τό ἀκατανόητο Θαῦμα,• Τό φανερό ὅσο κρύβεται, καὶ τό ἄδηλο ὅσο φανερώνεται,• Ἡ Πανήγυρη,• Τοῦ γένους ἡ ἀνάπλαση,• Θεοχαρίτωτη ἡμέρα,• Ὁ Στέφανος ἀπὸ τὰ ὁλοκάθαρα ἄνθη ὅλων τῶν πνευματικῶν λειβαδειῶν τῆς Ἁγίας γραφῆς, • Τὸ ἀρχαῖο κάλλος.
Γιά τόν Ἅγιο, μέ τή Θεοτόκο ἡ παρθενία σεμνύνεται καί ἡ γέννηση προσκυνεῖται. Ἡ θεοδώρητη γέννησή της εἶναι συμβολή στό Ἔργο τῆς θείας Οἰκονομίας. Ὡς Θεομήτωρ ἐκπληροῖ τήν ὑπόσχεση τοῦ Θεοῦ στόν προφήτη καί Βασιλιᾶ Δαυΐδ.
Το Γεννέσιον τῆς Παναγίας εἶναι κοινή γιορτή ὄλης τῆς Κτίσης. Ἀγαλλιάζονται τὰ σύμπαντα σήμερα, καὶ ἡ φύση σκιρτᾶ. Εὐφραίνεται ὁ οὐρανὸς ἄνω, καὶ οἱ νεφέλες ραίνουν τήν γῆ δικαιοσύνη. Σταλάζουν τὰ ὄρη γλυκασμὸ, καὶ τά βουνά ἀγαλλίαση, διότι ὑψώθηκε τό κέρας τῆς σωτηρίας μας σέ ἕνα τέκνο τοῦ οἴκου τοῦ Δαβίδ.
Συμμετέχει κάθε εὐγνώμων ψυχή στὸν ἀνακαινισμὸ καὶ στὴν ἀνάπλαση τῆς Κτίσεως, ἀλλά και ὅλες οἱ γυναῖκες:
Οἱ στεῖρες, διότι ἡ ἄτεκνη καὶ στεῖρα Ἄννα ἐπαιδοποίησε τὴν θεόπαιδα Παρθένο.
Οἱ παρθένες γυναῖκες διότι ἡ ἄκαρπη γῆ γέννησε τὴν ἄσπορη γῆ.
Οἱ μητέρες διότι ἄγονη μητέρα τὴν ἄφθορη Μητέρα καὶ Παρθένο ἐγέννησε.
Ὅλες οἱ γυναῖκες, διότι ἡ γυναίκα εἶναι ἡ ἀπαρχὴ τῆς σωτηρίας μας.
Καί καταλήγει μέ τήν ποιητικότατη προσφώνηση: Μήτηρ τοῦ Πλάστη ἄνανδρος, ἀνόρθωσις τοῦ γένους.
Στήν συνέχεια παραθέτει τό μικρό συναξάρι τῆς Θεοτόκου και τῶν Γεννητόρων Της.Ἀναφέρεται εἰς τὸν Ἰωακεὶμ ὡς ἄνδρα πρᾶο καὶ ἐπιεικῆ, ἀνατραφέντα μέ τούς θείους νόμους, ὁ ὁποῖος διῆγε βίο σώφρονα, ἐλπίζοντας καὶ προσδοκῶντας τὸν Θεό, καὶ ἐγήρασκε ἄτεκνος, στερούμενος τοῦ ἀντιδώρου τῆς γενεᾶς.
Περὶ δὲ τῆς Ἁγίας Ἄννης λέγει ὅτι ἦταν φιλόθεος καὶ σώφρων, καταβεβλημένη ὅμως ὑπὸ λύπης, ἐπειδὴ ἦταν στεῖρα καὶ ἄτεκνη. Ἡ κοινὴ προσευχὴ καὶ τῶν δύο ἦτο νὰ τοὺς χαρισθῇ ἕνα τέκνο. Διά τῆς προσευχῆς ἐβλάστησεν ἡ πανάμωμος Παρθένος ὡς ἔνδοξος καρπὸς ἀπό δένδρο ἄκαρπο, ξηρό πού ποτίζονταν ὄμως ὑπὸ ζωοποιό ὕδωρ τῆς προσευχῆς. Ἐλύθησαν τὰ δεσμὰ τῆς στειρώσεως μέ τήν γόνιμο καὶ θερμή προσευχή.
Οἱ γονεῖς της, τὴν ἀφιέρωσαν εἰς τὸν Ναὸ στό πρῶτο ἄνθος τῆς ἡλικίας της· καὶ παρεδόθη ὡς μέγιστος θησαυρὸς σωτηρίας εἰς τὰ ἄδυτα, στα Ἅγια τῶν Ἁγίων. Ἐτρέφετο ἐκ τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, ἕως ὅτου ἔφθασε ὁ καιρὸς τῆς μνηστείας, ὁ ὁποῖος πρὸ πάντων τῶν αἰώνων εἶχεν ὁρισθῆ δι’ Αὐτὴν.
ΙΙ. Ἔτερος Λόγος Του πού θα παρουσιάσουμε ἀφορᾶ εἰς τὸν εὐαγγελισμὸν τῆς ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου.
Ὁ Ἱερός Πατέρας ὁρίζει την Ἡμέρα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ ὡς τήν ἄρρητο τῆς οἰκονομίας φανέρωση, τό πλήρωμα τοῦ χρόνου τῆς ἀποκατάστασης καί καθαρμοῦ τῆς ἀνθρώπινης φύσης.
Στον Εὐαγγελισμό τό ἔλεος και ἡ ἀλήθεια συναντήθηκαν μέ καρπούς τήν δικαιοσύνη καί τήν εἰρήνη. Δικαιοσύνη ὡς απόφαση κατά τοῦ διαβόλου καί εἰρήνη, ἡ ἐπὶ γῆς.
Ἡ ἄφιξη τοῦ Ἀρχαγγέλου Γαβριήλ γίνεται ἀφανῶς, «ἡσυχῆ καὶ ἠρέμα», σέ σιγή γιά νά διαφεύγει τήν προσοχή τοῦ ὄφεως, τοῦ ἀρχαίου. Ἀλλά καί ἡ Ναζαρέτ «ἀφανῶς» θά δεχτεῖ τον Βασιλέα Χριστό.
Ὁ Ἀρχάγγελος ἀπηύθυνε τό χαρμόσυνο ἀσπασμό καί τό μήνυμα τῆς Σωτηρίας.
Ἡ Παναγία ταράσσεται ἀπό το μήνυμα τοῦ Ἀρχαγγέλου, ὄχι ἀπό ἀπιστία, ἀλλά διότι ἦταν προσηλωμένη μόνο στήν οὐράνια θεωρία. Ἡ ταραχή δέν τήν κυριεύει ὁλοκληρωτικά. Ἐπιθυμεῖ να ἐξετάσει τά λόγια τοῦ Ἀρχαγγέλου. Ὁ Ἄρχων Γαβριήλ την καθησυχάζει τονίζοντας τό ὑπέρ φύσιν τῆς γεννέσεως τοῦ Κυρίου. Φωτισμένη ἀπό τήν Χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἡ Θεοτόκος συγκαταβαίνει «Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατὰ τῷ ῥῆμά σου», ὁ Ἀρχάγγελος Γαβριήλ ἀποχωρεῖ καί ὁ ἅγιος ἀποδίδει δοξολογία στόν Τριαδικό Θεό.
ΙΙΙ. Ἐπόμενος λόγος τοῦ Ἁγίου εἶναι ὁ Λόγος ΙΒ΄, εἰς τὴν κοίμησιν τῆς ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου (15 Αυγούστου).
Στόν πρῶτο αὐτό λόγο γιά τήν Κοίμηση τῆς Θεοτόκου ἐπισημαίνεται ὅτι ὁ Κύριος κατέστησε τόν θάνατο «κοίμηση» καί «ἀνάπαυση» μέχρι τη δευτέρα παρουσία,μετάσταση «ἐκ τῶν φθαρτῶν πρός τά ἄφθαρτα».
Ἡ Ἁγία Κοίμηση τῆς Θεοτόκου ὅμως προσιδεάζει πρός τόν ὕπνο τοῦ πρώτου ἀνθρώπου, βίωση θανάτου πνευματικῶς καί ὑπερφυῶς.
Παρουσιάζεται ἀναδρομικά ἡ Παναγία ζωή Της, ἡ Θέωσή Της, τα μυστήρια πού Τήν αξίωσε ὁ Θεός νά βιώσει, ἡ λαμπρότητα, ὁ μακαρισμός τῶν ἀνθρώπων, καί ἡ μεγίστη εὐλογία νά εἶναι ἡ Μητέρα τοῦ Θεοῦ.
Πορεύεται μὲ τὴν δύναμη τοῦ λόγου του στὴν Γεθσημανὴ καὶ καλεῖ τοὺς ἀκροατές νὰ «αἰσθανθοῦν» τὸν τόπον. Γύρω ἀπὸ τὸ Ἄχραντον σῶμα τῆς Θεοτόκου εἶναι συναγμένοι οἱ Πατέρες, οἱ ὁποῖοι θαυμαστῶς μετεφέρθησαν διὰ νεφέλης, τὸ πλῆθος τῶν θεολήπτων Πατέρων, οἱ δώδεκα Ἀπόστολοι, ἱεράρχες ὁπως ὁ Ἅγιος Διονύσιος καὶ οἱ ἑβδομήκοντα μαθητές.
Ὅλοι οἱ Πατέρες, ὁμοθυμαδόν δοξάζουν μέ ὕμνους προεξάρχοντος τοῦ Ἁγίου Ἱεροθέου. Ἔμμένει στο Πανάγιο σκήνωμα τονίζοντας ὄτι τό διακατέχει μία ολόφωτη θεολαμπία Εἶναι σώμα «ζωαρχικό» ἀσύμβατο με το θάνατο. Μέ δέος ἀντικρίζουμε νεκρό τό σῶμα τῆς Ζωῆς.
ΙV. Στον δεύτερο λόγο Του, τόν ΙΓ΄ εἰς τὴν Κοίμησιν τῆς ‘Υπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου, θαυμάζει τό μέγα μυστήριο τῆς μετάστασης καί τήν θέση τῆς Παναγίας στό σχέδιο τῆς θείας Οἰκονομίας.
Συνδέοντας την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη μᾶς μιλᾶ για το θεοβάδιστο ὄρος τῆς Σιών. Εἶναι τό ὄρος φανέρωσης τοῦ μυστηρίου τῆς Θεοτόκου, ὁ τόπος τῶν προσευχῶν και τῶν γονυκλισιῶν Της, ὁ τόπος ὅπου διέμεινε μέχρι το τέλος της ἐπίγειας ζωῆς Της. Ὅλη ἡ Ἐκκλησία συνοδεύει τήν Θεοτόκο στόν τάφο Της μέ κάθε τιμή. Μεθίσταται μέ Σῶμα ἐνωμένο μέ τήν ψυχή, ἄφθαρτο, ἀνέπαφο. Ὡς ἐπιτομή τοῦ λόγου του, ὁ Ἱεροσολυμίτης ἱεράρχης ὁμολογεῖ τὴν ἀναξιότητά του νὰ πραγματευθῇ ὑψηλὰ θεολογικὰ νοήματα. Ἐξηγεῖ ὅμως τὴν τόλμη Του ὡς προσπάθεια νὰ διαλύσῃ τὴν σιωπὴ περὶ τοῦ μυστηρίου τῆς Θεομητορικῆς Κοιμήσεως καὶ ἀναπέμπει τὸν λόγον του εἰς δόξαν τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ.
V. Εἰς τὸν τρίτον καὶ τελευταῖον λόγον περὶ τῆς Κοιμήσεως, Λόγος ΙΔ΄, ὁ ἅγιος Ἀνδρέας ἀναφέρεται στοὺς ὕμνους ποὺ ἐψάλησαν πρὸς τιμὴν τῆς Θεοτόκου. Διηγεῖται τὴν θαυμαστὴ σύναξη τῶν Πατέρων ἀπό ὅλα τά μέρη τῆς γης, καί τῶν ψυχῶν τῶν Ἀγίων. Ἐν μέσῳ αὐτῶν τὸ σῶμα τῆς Παναγίας ὑπερυψωμένο, ἀκτινοβολεῖ φῶς. Οἱ Πατέρες, θεοφώτιστοι, ἀνέπεμψαν ἐνθεαστικοὺς ὕμνους, ὁμοίους τῶν ἀγγέλων, ἀνεκφράστους, πού τούς εἶχαν διδαχθεῖ ἀπό το Ἅγιο Πνεῦμα. Ὁ Ἅγιος ἀποδίδει θαυμάσια προσωνύμια στήν Θεοτόκο.
Ἡ Παναγία εἶναι:• ἡ ὁλοκλήρωση τῆς Διαθήκης τοῦ Θεοῦ μέ τόν ἄνθρωπο, • ἡ Κορωνίδα τῶν θείων χρησμῶν,• Ἀνεξάντλητη πηγή τῆς θείας ἀκτινοβολίας,• Ἡ καθαρή Παρθένος,• Ἡ ἐκπλήρωση τῶν θαυμασίων,• Ἡ ἐκπλήρωση τῆς θείας Οικονομίας,• Νεφέλη ὁλόφωτος,• Γῆ παρθενική, καθαρωτέρα όλων.
Ἀπορεῖ ὁ Ἅγιος, πως είναι δυνατό νά ἐνταφιαστεῖ ἀπό χέρια ἀνθρώπινα, αλλά και νά δεχτεῖ τό ἄσπιλο σῶμα της χῶμα. Ποιά μῦρα νά ἀλείψουν τό δοχεῖο τῆς θείας χάριτος; Ποιές προσευχές καί ποιά λόγια θά ὑμνήσουν τήν «ὡραία ὡς Ἱερουσαλήμ» πού ἡ ὀσμή τῶν Ἰματίων της εἶναι «ὀσμὴ λιβάνου»;
Τήν ἐξυμνεῖ. Εἶναι ἡ Μακάρια στίς γυναῖκες και ἡ εὐλογημένη στους οὐρανούς. Κατοικεῖστήν ἄπλετο χαρά καί ἀγαλλίαση, ἐκεῖ ὅπου ὑμνεῖται ἡ Ἁγία Τριάδα. Τέλος, τὴν παρακαλεῖ νὰ δεχθῇ τὸν ὕμνον ὅλου τοῦ ἐκκλησιάσματος καὶ νὰ χαρίσῃ εἰς κάθε πιστὸ τὴν μεσιτείαν της πρὸς τὸν Υἱόν της.
Δ)Τό ὑμνογραφικό ἔργο για την Θεοτόκο
Ἀπὸ τὸ σύνολον τοῦ ἔργου τοῦ ἁγίου Ἀνδρέου, σημαντικὸ μέρος εἶναι ἀφιερωμένο στὴ Θεοτόκο:
i) Κανόνες Μηναίων:
1. Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου (8 Σεπτεμβρίου)
2. Συλλήψεως τῆς Ἁγίας Ἄννης (9 Δεκεμβρίου)
3. Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου
ii) καί Κανόνες Θεοτοκαρίου – 9 ὕμνοι
Ὅπως ἀκριβῶς και στις Ὀμιλίες Του, ἔτσι και στο ὐμνογραφικό Του ἔργο στηριζόμενος στὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ τοὺς Πατέρες, διατυπώνει τὴν ὀρθόδοξη διδασκαλία στὴν ἀποτύπωση τοῦ προσώπου τῆς Θεοτόκου, ποὺ δεχόταν ἐπιθέσεις ἀπὸ ἀνεικονικὲς ἀντιλήψεις.
Προβάλλονται βασικὲς θεολογικὲς ἀλήθειες γιὰ τὴ Θεοτόκο:• ἡ καταγωγὴ της ἀπὸ τὸ γένος τοῦ προφήτου Δαυΐδ,• οἱ προτυπώσεις της στὴν Παλαιὰ Διαθήκη,• ἡ μεσιτεία της πρὸς τὸν Υἱὸ της,• ὁ θαυμαστὸς τρόπος τῆς Κοιμήσεως καὶ τῆς Μεταστάσεώς της.
Ὁ Ἅγιος ἀντλεῖ καὶ παραθέτει χωρία ἀπὸ τὴν Παλαιὰ καὶ τὴν Καινὴ Διαθήκη, μέ ποικίλες προτυπώσεις τῆς Θεοτόκου, ὅπως: «σκηνὴ καὶ πύλη καὶ ὄρος νοητόν, βάτος καὶ ῥάβδος Ἀαρών, φυεῖσα ἐκ ῥίζης Δαυΐδ».
Στὸ ποιητικὸ ἔργο τοῦ ἁγίου συμμετέχει ὅλη ἡ κτίσις, ὡς χορὸς ποὺ δοξάζει τὴ Θεοτόκο:«Χορευέτω πᾶσα κτίσις, εὐφραινέσθω καὶΔαβίδ…» καὶ «Ὑμνῶμεν τὴν ἁγίαν σου γέννησιν, σκιρτῶσι δὲ σὺν ἡμῖν ἀγγέλων τάξεις καὶ τῶν ἁγίων ψυχαί».
Τά σημεῖα πού δηλώνουν τήν παρουσία τῆς Παρθένου στην Παλαιά Διαθήκη χαρακτηρίζονται ἀπό τόν ἱερό Πατέρα «προτυπώσεις», «ἐπισημασίαι», «προθεωρίαι», «προρρήσεις», παρουσία τῆς διακόνου της Παρθένου στό προαιώνιο μυστήριο τῆς θείας Οἰκονομίας.
Ἡ Παναγία, μὲ τὴν ὑπερφυῆ διακονία της, γίνεται «ἡ ἀκροστιχίς τῆς θεοπνεύστου τῶν Γραφῶν ἀληθείας».
Ἰδού το Ἀλφάβητο τῆς Θεοτόκου στην Παλαιά και την Καινή Διαθήκη:• Ἅγια Ἁγίων,• Ἄμπελος,• Ἀνατολή,• Ἄρουρα,• Βασίλισσα,• Βάτος,• Βιβλίον,• Γῆ Ἁγία,• Γῆ ἀνατέλλουσα ἀλήθειαν,• Γῆ ἐπιθυμητή,• Δευτέρα σκηνή,• Διάδημα κάλλους,• Ἐλαία,• Ἤλεκτρος,• Ἥλιος,• Ἡμέρα,• Θρόνος,• Θρυαλλίς,• Θυμιατήριον χρυσοῦν,• Θυσιαστήριον,• Ἱλαστήριον,• Καταπέτασμα,• Κέρας ἐν ᾧ τό μύρον τῆς χρίσεως,• Κεφαλίς,• Κιβωτός,• Κλῖμαξ,• Κλίνη,• Λαβίς,• Λαμπάδιον,• Λυχνία,• Οἶκος Θεοῦ,• Ὄρος,• Οὐρανός,• Παράδεισος,• Παρθένος,• Πόκος,• Πόλις,• Πύλη,• Ράβδος,• Ρίζα,• Σιών,• Σκηνή,• Σκῆπτρον,• Σταγών,• Στάμνος,• Τόμος,• Τράπεζα ἁγία,• Φορεῖον,• Χερουβίμ δόξης καί• Χώρα.
Ἡ μέσα ἀπό τά σύμβολα μυστική ἐποπτεία τῆς Θεομήτορος εἶναι σέ ἄμεση συνάρτηση με τη Θεία ἐνανθρώπηση. Ὅλα τά σημεῖα ἀποκαλύπτουν τη Δόξατῆς Θεοτόκου καταδεικνύουν την ἑνότητα τῆς Ἁγ.Γραφῆς,τοῦ χρόνου ὡς χρόνος ἀνακαίνισης τῆς δημιουργίας και τοῦ τόπου πού εἶναι ἡ μεγάλη τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία.
Τέκνα και ἐμεῖς τῆς Ἀγάπης Της, θά ἀναμέλψουμε τά λόγια τοῦ Ἁγίου Τέκνου Της Ἁγίου Ἀνδρέου Κρήτης σέ διαρκή προσευχή ἀπό το α και το ω τοῦ Μεγγάλου Κανόνος:
Θεοτόκε Μῆτερ, Θεόνυμφε Μῆτερ, Τὴν Πόλιν σου φύλαττε, Θεογεννῆτορ ἄχραντε·ἐν Σοὶ γὰρ αὕτη πιστῶς βασιλεύουσα, ἐν Σοὶ καὶ κρατύνεται, διὰ Σοῦ καί νικῶσα.
Παναγία μας Μητέρα του Θεού και Νύμφη του Θεού, φύλαγε την πόλη σου· διότι αυτή, βασιλεύοντας με πίστη σέ Ἐσένα, μέ Ἐσένακραταιώνεται, καί μέ τή βοήθειά Σου νικᾶ.
Ομιλία την Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως στον Ι. Μητροπολιτικό Ναό.

Μάρκ. η΄ 34 – θ΄ 1
Εἶπεν ὁ Κύριος: «Ὅποιος θέλει νά μέ ἀκολουθήσει, ἄς ἀπαρνηθεῖ τόν ἑαυτό του, ἄς σηκώσει τό σταυρό του κι ἅς μέ ἀκολουθεῖ. Γιατί ὅποιος θέλει νά σώσει τή ζωή του θά τή χάσει· ὅποιος ὅμως χάσει τή ζωή του ἐξαιτίας μου καί ἐξαιτίας τοῦ εὐαγγελίου, αὐτός θά τή σώσει. Τί θά ὠφεληθεῖ ὁ ἄνθρωπος, ἄν κερδίσει ὁλόκληρο τόν κόσμο ἀλλά χάσει τή ζωή του; Τί μπορεῖ νά δώσει ὁ ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα γιά τή ζωή του; Ὅποιος, ζώντας μέσα σ΄ αὐτή τή γενιά τήν ἄπιστη κι ἁμαρτωλή, ντραπεῖ γιά μένα καί γιά τή διδασκαλία μου, θά ντραπεῖ γι΄ αὐτόν καί ὁ Υἱός τοῦ Ἀνθρώπου, ὅταν ἔρθει μέ ὅλη τη λαμπρότητα τοῦ Πατέρα του, μαζί μέ τούς ἁγίους ἀγγέλους». Τούς ἔλεγε ἀκόμη ὁ Ἰησοῦς: «Σᾶς βεβαιώνω πώς ὑπάρχουν μερικοί ἀνάμεσα σ΄ αὐτούς πού βρίσκονται ἐδῶ, οἱ ὁποῖοι δέ θά γευτοῦν τό θάνατο, πρίν δοῦν νά ἔρχεται δυναμικά ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ».
Η ΕΛΕΥΘΕΡΗ ἘΠΙΛΟΓΗ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ
Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί,
Στὸ μέσον σχεδὸν τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς ἡ Ἐκκλησία ὑψώνει σήμερα τὸν Τίμιο Σταυρό. Δὲν τὸν ὑψώνει γιὰ νὰ μᾶς φοβίσει, οὔτε γιὰ νὰ μᾶς θυμίσει ἁπλῶς ὅτι ἡ ζωή εἶναι πόνος. Τὸν ὑψώνει ὡς παρηγοριά, ὡς σημεῖο ἐλπίδος, ὡς πρόσκληση ἐλευθερίας. Καὶ τὸ Εὐαγγέλιο ποὺ ἀκούσαμε εἶναι ἡ πιὸ καθαρὴ διατύπωση αὐτῆς τῆς πρόσκλησης, ἐπειδὴ ὁ Κύριος δὲν λέει «πρέπει», λέει «ὅποιος θέλει». Ἡ ὁδὸς τοῦ Σταυροῦ δὲν ἐπιβάλλεται, προτείνεται. Δὲν ἀναγκάζει, ἐλευθερώνει. Ὅποιος θέλει νὰ ἀκολουθήσει, ἀκολουθεῖ. Ὅποιος θέλει νὰ μείνει μακριά, μένει. Ἐδῶ ἀκριβῶς κρύβεται καὶ τὸ μεγαλείο τῆς χριστιανικῆς ζωῆς. Ὁ Θεὸς ζητᾷ ἀγάπη, καὶ ἀγάπη χωρὶς ἐλευθερία δὲν ὑπάρχει.
Τὸ πρώτο, λοιπόν, ποὺ χρειάζεται νὰ κρατήσουμε σήμερα, εἶναι ὅτι ὁ Σταυρὸς δὲν εἶναι μοιραῖος καταναγκασμός. Ὑπάρχουν θλίψεις ποὺ μᾶς βρίσκουν χωρὶς νὰ τὶς διαλέξουμε. Ἀρρώστιες, ἀπώλειες, ἀδικίες, δυσκολίες ποὺ πέφτουν πάνω μας ὡς γεγονότα. Ὅμως ἡ σημερινὴ κλήση τοῦ Χριστοῦ δὲν ἀρχίζει ἀπὸ τὸ «τί σου ἔτυχε», ἀλλὰ ἀπὸ τὸ «τί διαλέγεις». Ἀπὸ τὸ πῶς θὰ σταθεῖς ἀπέναντι στὴν πραγματικότητα. Ἀπὸ τὸ ἂν θὰ ζήσεις κλεισμένος στὸν ἑαυτό σου ἢ ἂν θὰ ἀνοίξεις τὴν καρδιὰ σου στὸν Θεό. Ἡ ἐλεύθερη ἐπιλογὴ τοῦ Σταυροῦ εἶναι ἡ ἐπιλογὴ νὰ κάνεις τὴν ἀνάγκη δρόμο, τὸ βάρος προσφορὰ, τὴν πληγὴ προσευχή, τὴν ἀδικία συγχώρηση, τὸ σκοτάδι ὑπομονή, τὴν ἔρημο ἐλπίδα. Ὄχι ἐπειδὴ ὁ πόνος εἶναι καλός, ἀλλὰ ἐπειδὴ ὁ Χριστὸς μπορεῖ νὰ μεταμορφώσει τὸν πόνο.
Ὁ Κύριος λέει τρεῖς ρήσεις ποὺ μοιάζουν ἀπλές, ἀλλὰ εἶναι ὁλόκληρο πρόγραμμα ζωῆς. Πρῶτον, «ἀς ἀπαρνηθεῖ τὸν ἑαυτό του». Δεύτερον, «ἀς σηκώσει τὸν σταυρό του». Τρίτον, «καὶ ἀς μὲ ἀκολουθεῖ». Καθεμιὰ εἶναι καὶ μιὰ βαθμίδα.
Τί σημαίνει «ἀπαρνοῦμαι τὸν ἑαυτό μου»; Δὲν σημαίνει νὰ μισῶ τὸν ἑαυτό μου, οὔτε νὰ καταστρέφω τὴν προσωπικότητά μου. Σημαίνει νὰ ἀρνηθῶ τὴν τυραννία τοῦ ἐγωισμοῦ. Σημαίνει νὰ πάψω νὰ κάνω κέντρο τὸ «ἐγώ», τὴν ἀξίωσή μου, τὴν ἰκανοποίησή μου, τὴν δικαίωσή μου. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ζεῖ ὡς αὐτοσκοπός, ὅλα γίνονται πεδίο διεκδίκησης, καὶ τελικὰ ὅλα γίνονται πεδίο ἀγωνίας. Ἀγωνία γιὰ τὴν εἰκόνα του, γιὰ τὴν θέση του, γιὰ τὸ κύρος του, γιὰ τὸ «τί θὰ πει ὁ κόσμος». Ἡ ἀπάρνηση τοῦ ἑαυτοῦ εἶναι νὰ ἐλευθερωθεῖς ἀπὸ αὐτὸ τὸ κλουβί. Εἶναι νὰ πεις, «δὲν εἶμαι τὸ κέντρο, κέντρο εἶναι ὁ Χριστός». Καὶ ἐπειδὴ κέντρο εἶναι ὁ Χριστός, ὁ ἄλλος ἄνθρωπος παύει νὰ εἶναι ἀντίπαλος καὶ γίνεται ἀδελφός. Παύει νὰ εἶναι ἐμπόδιο καὶ γίνεται πρόσωπο ποὺ ζητᾷ ἀγάπη.
Σᾶς μιλῶ πρακτικά. Ἀπάρνηση τοῦ ἑαυτοῦ εἶναι ὅταν στὸ σπίτι, ἐνῶ ἔχεις δίκιο, διαλέγεις νὰ μιλήσεις ἤρεμα, ὄχι γιὰ νὰ «κερδίσεις» τὴ συζήτηση, ἀλλὰ γιὰ νὰ σώσετε τὴν σχέση. Ἀπάρνηση τοῦ ἑαυτοῦ εἶναι ὅταν ἕνας γονιὸς κουρασμένος δὲν ξεσπᾷ στὸ παιδί, ἀλλὰ ἀγκαλιάζει τὴν ἀδυναμία του καὶ συνεχίζει μὲ ὑπομονή. Ἀπάρνηση τοῦ ἑαυτοῦ εἶναι ὅταν ἕνας νέος δὲν παρασύρεται στὴν εὐκολία, δὲν πουλᾷ τὴν συνείδησή του γιὰ ἕνα χειροκρότημα, ἀλλὰ κρατᾷ τὴν καθαρότητά του, ἔστω κι ἂν τὸν κοροϊδεύουν. Ἀπάρνηση τοῦ ἑαυτοῦ εἶναι νὰ μάθεις νὰ λες «ὄχι» σὲ κάτι ποὺ σε ρίχνει, καὶ «ναι» σὲ κάτι ποὺ σε ἀνασταίνει.
Μετὰ ὁ Κύριος λέει, «ἄς σηκώσει τὸν σταυρό του». Προσέξτε τὴ λέξη «του». Ὑπάρχει ὁ σταυρὸς τοῦ καθενός. Ὁ Θεὸς δὲν μᾶς δίνει ἕνα ἴδιο φορτίο σὲ ὅλους, καὶ δὲν μᾶς καλεί σὲ ἕνα ἴδιο δρόμο. Ἄλλος παλεύει μὲ τὴν ἀρρώστια, ἄλλος μὲ τὴν μοναξιά, ἄλλος μὲ τὴν ἀνεργία, ἄλλος μὲ τὴν ἀδικία, ἄλλος μὲ ἕνα βαθὺ πάθος ποὺ τὸν δένει χρόνια. Ὁ σταυρός σου μπορεῖ νὰ εἶναι ἕνα πρόσωπο δύσκολο μέσα στὸ σπίτι, μπορεῖ νὰ εἶναι μιὰ εὐθύνη ποὺ δὲν διάλεξες, μπορεῖ νὰ εἶναι ἕνα χρέος ποὺ σε βαραίνει, μπορεῖ νὰ εἶναι ἡ ἀνάγκη νὰ κάνεις καθημερινὰ ὑπομονή, ἐνῶ μέσα σου βράζεις. Ὅμως τὸ κρίσιμο δὲν εἶναι νὰ ρωτᾶμε «γιατί σὲ μένα», ἀλλὰ «πῶς μὲ τὸν Χριστό». Ὁ Σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ δὲν εἶναι ἕνα σύμβολο ἡττοπάθειας, εἶναι ἡ ἀπόδειξη ὅτι ἡ ἀγάπη μπορεῖ νὰ σταθεῖ ὅρθια ἀκόμη καὶ μπροστὰ στὸν θάνατο.
Ἡ πατερικὴ παράδοση μᾶς θυμίζει ὅτι ὁ Σταυρὸς εἶναι ὅπλο κατὰ τοῦ πονηροῦ, ἀλλὰ καὶ κριτήριο ἀληθινῆς ζωῆς. Ἐὰν ὁ Χριστὸς ἔσωσε τὸν κόσμο μὲ Σταυρό, τότε καὶ ἡ δική μας σωτηρία δὲν θὰ περάσει χωρὶς σταυρικὴ διάθεση, χωρὶς ταπείνωση, χωρὶς ἀλήθεια. Ἡ Ἐκκλησία δὲν τιμᾷ τὸν Σταυρὸν ὡς ξύλο, ἀλλὰ ὡς τρόπαιο ἀγάπης. Ὅταν προσκυνοῦμε τὸν Σταυρό, λέμε μὲ τὴν πράξη μας, «Κύριε, θέλω καὶ ἐγὼ νὰ μάθω τὴν ἀγάπη σου, θέλω νὰ μάθω νὰ ζῶ ὄχι μόνο γιὰ μένα».
Καὶ ἔπειτα ἔρχεται τὸ τρίτο, «καὶ ἀς μὲ ἀκολουθεῖ». Ἐδῶ εἶναι ὅλη ἡ διαφορά. Ἄλλο νὰ κουβαλᾷς σταυρό μόνος σου, καὶ ἄλλο νὰ κουβαλᾷς σταυρό πίσω ἀπὸ τὸν Χριστό. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος σηκώσει σταυρό χωρὶς Χριστό, ἡ θλίψη γίνεται ἀπόγνωση. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος σηκώσει σταυρό μὲ Χριστό, ἡ θλίψη γίνεται σχολεῖο. Γίνεται τόπος ὅπου ὁ Θεὸς ἐργάζεται τὴν καρδιά. Γίνεται τόπος ὅπου γεννιέται ἡ συμπόνια. Γίνεται τόπος ὅπου μαθαίνεις νὰ προσεύχεσαι ὄχι θεωρητικά, ἀλλὰ ἀπὸ βάθος.
Πολλὲς φορὲς νομίζουμε ὅτι ἀκολουθῶ τὸν Χριστὸ σημαίνει ἀπλῶς νὰ συμφωνῶ μὲ κάποια διδασκαλία. Ὅμως ἐδῶ ὁ Κύριος μιλά γιὰ πορεία. Ἀκολουθία σημαίνει βήματα, σημαίνει πιστότητα, σημαίνει καθημερινὴ ἐπιλογή. Ὅπως ὁ ἀθλητὴς ποὺ θέλει νὰ φτάσει σὲ ἕνα στόχο δὲν γίνεται μὲ ἕνα συναίσθημα, ἀλλὰ μὲ πρόγραμμα, μὲ κόπο, μὲ πειθαρχία, μὲ ἀρνήσεις, ἔτσι καὶ ὁ χριστιανὸς ποὺ θέλει νὰ ζήσει τὴν ἀνάσταση, περνᾷ ἀπὸ δρόμο, περνᾷ ἀπὸ σταθερὴ ἄσκηση, περνᾷ ἀπὸ μικρὲς καθημερινὲς νίκες ἐπάνω στὸν ἑαυτό.
Ἔρχεται ὅμως ὁ Κύριος καὶ μᾶς λέει τὸ παράδοξο, «ὅποιος θέλει νὰ σώσει τὴ ζωή του θὰ τὴ χάσει, ὅποιος ὅμως χάσει τὴ ζωή του ἐξαιτίας μου καὶ ἐξαιτίας τοῦ εὐαγγελίου, αὐτὸς θὰ τὴ σώσει». Ἡ φράση αὐτὴ μοιάζει ἀντίφαση. Πῶς γίνεται σώζω καὶ χάνω, χάνω καὶ σώζω. Ὅμως ὁ Χριστὸς μιλά γιὰ δύο εἴδη ζωῆς. Ἡ μιὰ ζωὴ εἶναι ἡ βιολογικὴ, ἡ ἀσφάλεια, ἡ βολή, ἡ κατοχύρωση. Ἡ ἄλλη ζωὴ εἶναι ἡ ψυχὴ ὡς σχέση μὲ τὸν Θεό, ἡ ὑπάρξη ὡς νόημα, ἡ καρδιὰ ὡς ἀγάπη. Ἄν ὁ ἄνθρωπος προσπαθεῖ νὰ κρατήσει τὴ ζωή του μόνο ὡς βολή, τότε θὰ θυσιάσει τὴν ἀλήθεια, θὰ θυσιάσει τὴν ἀγάπη, θὰ θυσιάσει τὴν συνείδηση. Θὰ γίνει ἕνας ἄνθρωπος κερδισμένος ἔξω καὶ χαμένος μέσα. Ἀντίθετα, ὅταν ὁ ἄνθρωπος τολμᾷ νὰ «χάσει» κάτι γιὰ τὸν Χριστό, δηλαδή νὰ θυσιάσει τὸν ἐγωισμό, τὴν ἄνεση, τὴν ἁμαρτία, τὸ ψέμα, τότε ἀνακαλύπτει ὅτι κερδίζει τὴν ἀληθινὴ ζωή. Κερδίζει ἐσωτερικὴ ἐλευθερία. Κερδίζει καθαρότητα. Κερδίζει χαρὰ ποὺ δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὰ ἔξω.
Γι᾿ αὐτὸ ὁ Κύριος ρωτᾷ, «τί θὰ ὠφεληθεῖ ὁ ἄνθρωπος, ἂν κερδίσει ὅλο τὸν κόσμο ἀλλὰ χάσει τὴ ζωή του». Αὐτὸ εἶναι ἡ ἐρώτηση ποὺ στέκεται ἀπέναντι σὲ κάθε ἐποχή, καὶ ἰδιαίτερα σὲ τὴ δική μας ἐποχή. Γιατί σήμερα ὁ κόσμος μᾶς σπρώχνει νὰ κερδίσουμε, νὰ προλάβουμε, νὰ φανοῦμε, νὰ κατακτήσουμε. Μᾶς λέει, «κέρδισε ἐμπειρίες, κέρδισε χρήματα, κέρδισε ἀναγνωρισιμότητα». Καὶ ξαφνικὰ ὁ ἄνθρωπος γεμίζει πράγματα, ἀλλὰ ἀδειάζει ἀπὸ νόημα. Γεμίζει ἡ μέρα ἀπὸ θόρυβο, ἀλλὰ ἀδειάζει ἡ καρδιὰ ἀπὸ εἰρήνη. Γεμίζει ἡ ὁθόνη, ἀλλὰ ἀδειάζει τὸ βλέμμα. Καὶ ἔρχεται ὁ Χριστὸς καὶ λέει, «τί μπορεῖ νὰ δώσει ὁ ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα γιὰ τὴ ζωή του». Τί ἀξίζει ὅσο ἡ ψυχή. Τί ἀξίζει ὅσο ἡ σωτηρία. Τί ἀξίζει ὅσο ἡ ἀγάπη ποὺ δὲν τελειώνει.
Ἔπειτα ὁ Κύριος ἀγγίζει ἕνα θέμα λεπτό. «Ὅποιος ντραπεῖ γιὰ μένα καὶ γιὰ τὴ διδασκαλία μου, θὰ ντραπεῖ γι᾿ αὐτὸν καὶ ὁ Υἱὸς τοῦ Ἀνθρώπου». Ἡ ντροπὴ γιὰ τὸν Χριστὸ δὲν εἶναι μόνο ὅταν κάποιος τὸν ἀρνεῖται μὲ λόγια. Εἶναι καὶ ὅταν τὸν κρύβει μὲ τὴ ζωή του. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ξέρει τὸ σωστό καὶ τὸ ντρέπεται. Ὅταν ξέρει τὴν ἀλήθεια καὶ τὴν θυσιάζει γιὰ νὰ μὴν διαφέρει ἀπὸ τὸ πλήθος. Ὅταν ἡ πίστη γίνεται ἕνα ἰδιωτικὸ καταφύγιο, ἀλλὰ δὲν γίνεται μαρτυρία. Καὶ ἐδῶ χρειάζεται διάκριση. Ἡ μαρτυρία δὲν σημαίνει ἐπίδειξη. Δὲν σημαίνει θόρυβο, οὔτε ἀλαζονεία. Σημαίνει ἕνα ἦθος, μιὰ καθαρότητα, μιὰ σταθερότητα, ποὺ ὁ ἄλλος τὴ βλέπει καὶ ἀναπαύεται. Σημαίνει νὰ μὴν ντρέπεσαι νὰ σταυρώνεις τὸ πάθος σου, νὰ μὴν ντρέπεσαι νὰ ζητήσεις συγγνώμη, νὰ μὴν ντρέπεσαι νὰ πεις τὴν ἀλήθεια, νὰ μὴν ντρέπεσαι νὰ προσευχηθεῖς, νὰ μὴν ντρέπεσαι νὰ ζήσεις ὡς χριστιανός, ἀκόμη κι ἂν αὐτὸ σε κάνει «διαφορετικό».
Καὶ κλείνει ὁ Κύριος μὲ μία ἐλπίδα. «Ὑπάρχουν μερικοὶ ποὺ δὲν θὰ γευτοῦν τὸν θάνατο πρὶν δοῦν νὰ ἔρχεται δυναμικὰ ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ». Ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι ἕνα μακρινὸ σύνθημα. Εἶναι ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ ποὺ μπαίνει στὴν ἱστορία καὶ μεταμορφώνει τὴν καρδιά. Εἶναι ἡ δύναμη τῆς χάριτος ποὺ κάνει τὸν ἀδύναμο δυνατό, τὸν φοβισμένο θαρραλέο, τὸν ἐγωιστὴ ἄνθρωπο τῆς ἀγάπης. Καὶ ὅταν ἡ Ἐκκλησία μᾶς δίνει σήμερα νὰ προσκυνήσουμε τὸν Σταυρό, μᾶς λέει, «μὴν κουράζεσαι. μὴν ἀπογοητεύεσαι. ὁ δρόμος ὁδηγεῖ στὴν Ἀνάσταση». Ὁ Σταυρὸς εἶναι τὸ σημεῖο ποὺ κρατᾷ ἑνωμένα τὰ δύο, τὴν ἄσκηση καὶ τὴν χαρά, τὴν θλίψη καὶ τὴν ἐλπίδα, τὴν μετάνοια καὶ τὴν ἀνάσταση.
Ἀδελφοί μου, ἡ ἐλεύθερη ἐπιλογὴ τοῦ Σταυροῦ δὲν εἶναι ἡρωισμός. Εἶναι ἡ καθημερινὴ ἀπόφαση νὰ ζήσω μὲ τὸν Χριστό, καὶ ἄρα νὰ ζήσω μὲ ἀλήθεια. Εἶναι ἡ ἀπόφαση νὰ μὴν θυσιάζω τὴν ψυχὴ μου γιὰ νὰ κερδίζω πράγματα. Εἶναι ἡ ἀπόφαση νὰ μὴν πουλᾶω τὴν συνείδησή μου γιὰ νὰ μὴν «χάσω» εὐκαιρίες. Εἶναι ἡ ἀπόφαση νὰ σηκώσω τὸν σταυρό μου ὄχι γκρινιάζοντας, ἀλλὰ προσευχόμενος. Ὄχι ἀπόγνωστα, ἀλλὰ ἐλπιδοφόρα. Ὄχι μόνος, ἀλλὰ ἀκολουθώντας.
Ἂς προσκυνήσουμε, λοιπόν, τὸν Τίμιο Σταυρό μὲ καρδιὰ ἀληθινή. Ἂς ζητήσουμε ἀπὸ τὸν Κύριο νὰ μᾶς δώσει τὴν ἐλευθερία τῆς ἀπάρνησης, τὴν δύναμη τῆς ὑπομονῆς, τὴν ταπείνωση τῆς ἀγάπης, καὶ τὴ χαρὰ τῆς ἀκολουθίας. Καὶ τότε θὰ καταλάβουμε ὅτι ὁ Σταυρὸς δὲν εἶναι τὸ τέλος. Εἶναι ἡ θύρα. Εἶναι ὁ δρόμος. Εἶναι τὸ σημεῖο ποὺ ἀνοίγει τὴν Ἀνάσταση. Αμήν.
Ομιλία στο Κατανυκτικό Εσπερινό στον Ι. Μητροπολιτικό Ναό.

Ἰουδαῖοι σημεῖον αἰτοῦσι (Α΄ Κόρ. 1,22).
Οἱ πρῶτες ἀναφορὲς στὸν Σταυρὸ ἐμφανίζονται στὴν Παλαιὰ Διαθήκη ὡς προεικονίσεις καὶ προτυπώσεις: • Τὸ δέντρο τῆς ζωῆς στὸν κῆπο τῆς Ἐδέμ, • Τὰ ξύλα ποὺ τοποθέτησε ὁ Ἀβραὰμ γιὰ τὴ θυσία τοῦ υἱοῦ τοῦ Ἰσαάκ, προτυπώνουν τὸ Σταυρὸ τοῦ Κυρίου, ὁ δὲ Ἰσαὰκ εἶναι τύπος Θυσιασθέντος Χριστοῦ, • Ὁ Σταυρὸς στὴν ἰστορία τοῦ Μωυσῆ ὡς χάλκινος ὄφις καὶ ὕψωση τοῦ χάλκινου ὄφεως, • Οἱ τρεῖς παῖδες καὶ ὁ προφήτης Δανιὴλ ποὺ σώθηκαν ἐπειδὴ σχημάτισαν μὲ τὰ χέρια τους τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ, • «Ὁ Ὕμνὸς τοῦ Σωτῆρος» τοῦ Προφήτου Ἠσαΐα, ὁ οποῖος προλέγει τὴ θυσία τοῦ Χριστοῦ.
Εἰδικὰ τὸ δέντρο στὴν Παλαιὰ διαθήκη εἶναι ἱερὸ καὶ προοικονομεῖ τὸν τύπο τοῦ Σταυροῦ. «Αἰνεῖτε Αὐτὸν Ξῦλα καρποφόρα καὶ πᾶσι κέδροι». Κάποια εἴδη δέντρου προτάθηκαν καὶ θεωρήθηκαν ἱερὰ ὅπως ὁ κέδρος: «χορτασθήσονται τὰ ξύλα τοῦ πέδίου, αἱ κέδροι τοῦ Λίβάνου, ἃς ἐφύτευσας», ὁ ὁποῖος λὸγῳ τῆς διάρκειας καὶ τῆς ἀντοχῆς του, λὸγῳ τῆς βραδύτητας στὴν αὔξησή τοῦ παραπέμπει καὶ προτυπώνει τὴν Νήψη καὶ τὸν ἀσκητικὸ ἀγῶνα. Τὸ κυπαρίσσι, ἕνα ἄλλο προπύλαιο καὶ πολυσήμαντο δέντρο στὸν Κῆπο τῆς Δημιουργίας προτυπώνει τὴν αἰώνια ζωή. Ἦτὰν δὲ τὸ δέντρο κατασκευῆς τῆς Κιβωτοῦ τοῦ Νῶε.
Στὸ βιβλίο τῆς Γενέσεως ἔχουμε ἔνα ἀκόμα σημαντικὸ σημεῖο παρουσίας τοῦ Δέντρου ὡς προικονομία του Σταυροῦ στὴν ἰστορία τοῦ Λώτ.
Ὁ ἀνιψιὸς τοῦ Ἀβραάμ, ὁ Λώτ, μετὰ τὴν καταστροφὴ τῶν Σοδόμων, κατέφυγε σὲ κάποιο σπήλαιο, αὐτὸς καὶ οἱ δύο τοῦ κόρες. Ἐκεῖ τὸν μέθυσαν οἱ θυγατέρες του «καὶ ἐκοιμήθη μετ’ αὐτῶν» (Γέν. 19, 34). Ὁ Λὼτ ἐξομολογήθη μὲ συντριβὴ καρδίας τὸ ἁμάρτημά του στὸν Πατριάρχη Ἀβραὰμ καὶ τὸν παρακάλεσε νὰ προσευχηθεῖ στὸν Κύριο γιὰ συγχώρεση. Καθημερινῶς ἀνέπεμπε προσευχὴ μετανοίας.
Κάποια ἡμερα παρουσιάστηκε στὸ Λὼτ Ἄγγελος Κυρίου δίνοντας κανόνα μετανοίας. Τοῦ παρέδωσε τρία ραβδιὰ τὸ καθένα ἀπὸ διαφορετικὸ εἶδος δέντρου, ἀπὸ κέδρο, ἀπὸ πεῦκο καὶ κυπαρίσσι μὲ τὴν ἐντολὴ νὰ τὰ φυτέψει καὶ νὰ τὰ ποτίζει καθημερινὰ μὲ νερὸ ἀπὸ τόν Ἰὀρδάνη ποταμό. Ἐἂν βλάσταιναν, τότε αὐτὸ σημαίνει πῶς ὁ Θεὸς δέχτηκε τὴν μετάνοιά του. Ὁ Λώτ, ἔκαμε ὅπως τοῦ ὑπέδειξε ὁ Ἄγγελος (Γέν.19,36). Ἐπιστρέφοντας ἀπὸ τόν Ἰὀρδάνη μὲ τὸ νερό, συνάντησε τὸν πειρασμό, μεταμφιεσμενο σὲ φτωχὸ ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος τοῦ ζήτησε νερό. Συνάντησε καὶ δεύτερο καὶ τρίτο πειρασμό, μέχρι ποῦ ἐξαντλήθηκε τὸ νερό. Αὐτὸ ἔγινε διαδοχικὰ καὶ πολλὲς φορὲς κι ὁ Λὼτ ἄρχισε νὰ ἀπελπίζεται.
Τότε φάνηκε γιὰ δεύτερη φορὰ Ἄγγελος Κυρίου καὶ τὸν πληροφόρησε πῶς τὰ ραβδιὰ βλάστησαν καὶ μεγαλώνουν χωρὶς νερό. Ἔτσι βεβαιώθηκε πῶς ὁ Θεὸς δέχτηκε τὴν μετάνοιά του. Ὁ Λὼτ φύτεψε τὸ τρισύνθετο αὐτὸ δέντρο ἀπὸ κέδρο, πεῦκο καὶ κυπαρίσσι.
Ὁ βασιλιᾶς Σολομῶν μεταγενέστερα, ζήτησε νὰ κοπεῖ τὸ παράξενο αὐτὸ τρισύνθετο δέντρο γιὰ νὰ τὸ χρησιμοποιήσει στὴν ἀνοικοδόμηση τοῦ Ναοῦ του. Ὅμώς, σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση, σὲ καμία χρήση δὲν ταιρίαζε, γιατί ἄλλοτε μίκραινε κι ἄλλοτε μεγάλωνε. Ἔτσι τὸ ὀνόμασαν ξῦλο τῆς κατάρας κι ἔμενε γιὰ χρόνια ἀχρησιμοποίητο. Σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση αὐτὸ ἦταν τὸ ξῦλο ποῦ χρησιμοποιήθηκε γιὰ τὸ Σταυρὸ τοῦ Κυρίου, λόγῳ τῶν αὐξομειώσεών του, ἔκαμε τὸ μαρτύριο τοῦ Κυρίου φρικτότερο. Ἀπὸ ξῦλο τῆς κατάρας, ἔγινε ξῦλο τῆς εὐλογίας.
Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ ὁ Ἅγιος Ἀμφιλόχιος τῆς ἱερᾶς νήσου Πάτμου ἐπέλεγε κυρίως δενδροφύτευση τῶν τριῶν κυριάρχων δέντρων τοῦ Σταυροῦ: τοῦ πεύκου, τοῦ κυπάρισσου καὶ τοῦ κέδρου ὡς καὶ Σταυρικὴ παρουσία.
Στὴν Καινὴ διαθήκη στὸν ἄνυδρο, σκληρὸ καὶ τραχὺ βράχο τοῦ Γολγοθᾶ, θὰ βλαστήσει τὸ νέο δέντρο τῆς ζωῆς, ὁ Σταυρός. Ὁ Σταυρὸς θὰ ἀναπτυχθεῖ πάνω στὰ τρία ἀνθισμενα βλαστάρια τῆς μετανοίας τοῦ Λώτ, ἀπὸ τὸν κέδρο, τὸ κυπαρίσσι καὶ τὸν πεῦκο, καὶ θὰ ἑνώσει τὴν Παλαιὰ καὶ τὴν καινὴ Διαθήκη τὸν παλαιὸ καὶ τὸν νέο κόσμο. Ὁ πρῶτος μυστικὸς τύπος τοῦ Σταυροῦ ὑποδηλώνεται στὸ Δέντρο τῆς ζωῆς, τοῦ ὁποίου τοὺς καρποὺς δὲν γεύτηκε ποτὲ ὁ ἄνθρωπος.
Ὁ Κύριος, ἠδὺς καρπὸς ὑπακοῆς ἄχρι θανάτου, θανάτου δὲ Σταυροῦ στὸ δέντρο τῆς ζωῆς ἀντιδιαστέλλεται μὲ τόν Ἀδὰμ ποῦ γεύθηκε τοὺς θανατηφόρους καρποὺς τῆς παρακοῆς. Τὸ δέντρο τοῦ Σταυροῦ γίνεται τὸ καινὸ δέντρο τῆς ζωῆς μὲ τὸ ἂἷμα τοῦ Γολγοθᾶ.
Τὸ νέο «ξῦλο τῆς ζωῆς» εἶναι ὁ Σταυρὸς καὶ ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁ νέος πνευματικὸς Παράδεισος. Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἀναφερόμενοι στὸ «ξῦλον τῆς ζωῆς», τοῦ Κήπου τῆς Δημιουργίας, τὸ θεωροῦν προτύπωση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ. Στὴν λατρευτικὴ γλῶσσα τὸ «ξῦλο τῆς ζωῆς» συνδέθηκε μὲ τὸ ξῦλο τοῦ Σταυροῦ, πηγὴ Ζωῆς καὶ Σωτηρίας τῆς ἀνθρωπότητας. Ὁ Ἅγιος Κύριλλος Ἱεροσολύμων τονίζει «ἐὰν τότε μὲ τὸ ξύλο τῆς βρώσεως οἱ πρωτόπλαστοι ἐξορίσθηκαν ἀπὸ τὸν παράδεισο, τώρα διὰ τὸ ξύλον Ἰησοῦ οἱ πιστοὶ θὰ μποῦν στὸν παράδεισο».
Εἰδικὰ στὴν ὑμνογραφία, μὲ ποιητικὸ τρόπο ἀντιπαρατίθεται ὁ Σταυρὸς ἔναντι τῆς παρακοῆς τοῦ Ἀδάμ. «Διὰ ξύλου ὁ Ἀδάμ, παραδείσου γέγονε ἄποικος, διὰ ξύλου δὲ σταυροῦ, ὁ ληστὴς παράδεισον ὤκησε», στὸ ἐξαπόστειλάριό τῆς Μ. Παρασκευῆς «καὶ ἐμε τῶ ξὺλῳ τοῦ σταυροῦ, φώτισον καὶ σῶσον μέ».
Ὁ Μεγάλος Θεολόγος καὶ Πατέρας Τῆς Ἐκκλησίας Κλήμης ὁ Ἀλεξανδρεὺς δεικνύει τὸ σταυρὸ ὡς δένδρο, πάνω στὸ καρποφορεῖ ἡ ζωή, ὁ Κύριος. Καὶ συμπληρώνει ὁ Μέγας Φώτιος ὅτι ὅπως στὸ μέσον τοῦ παραδείσου τῆς Ἐδὲμ ἦταν φυτευμένο τὸ ξύλο τῆς ζωῆς ἀναλογικὰ στὸ κέντρο οἰκουμένης παγιώθηκε ὁ σταυρός, τὸ νέο ξύλο τῆς ζωῆς.
Στὴν Καινὴ διαθήκη, στὴν καινὴ Κτίση, ὁ Σταυρὸς τοῦ Κυρίου, εἶναι ἡ Ἀγάπη «ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστὶ» καὶ ἡ θεία κένωση , σωτήρια ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, «ἔξοδός» Του ἀπὸ τὴ θεία μακαριότητά Του φτάνει μέχρι «θανάτου δὲ σταυροῦ».
Στὴν Παύλεια Θεολογία, ὁ Σταυρὸς εἶναι θεμέλιο Χάριτος καὶ Δόξης, Θεοῦ ἕνωση, ἀποκατάσταση καὶ ἀνάκτηση, κοινωνία ἀνθρώπου καὶ θεοῦ ἐργαλεῖο τῆς θείας δύναμης καὶ σοφίας. σύμπηξη, ἕνωση, συγκρότηση καὶ ἐπανασύνδεση τῶν διεστώτων, ἄγγελμα τοῖς πᾶσι Χριστοῦ ἐσταυρωμένου, πυρῆνας πίστης, συνανύψωση σωτηρίας, καύχημα καὶ ἐγκαρτέρηση ἀλλὰ γιὰ τούς Ἰοὐδαίους σκάνδαλο, γιὰ τόὺς Ἕλληνας μωρία.
Μὲ τοὺς μεγάλους Θεολόγους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, ἡ ἔννοια τοῦ Σταυροῦ θὰ ἐπαναπροσδιοριστεῖ ὡς τὸ ἀποκαλυπτικὸ βίωμα, σημεῖο συνάντησης καὶ κοινωνίας μὲ τὴν ἄπειρη θεία ἀγάπη, πηγὴ δύναμης καὶ σωτηρίας.
Ὅπως γράφει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, τὸ καταραμένο καὶ ἀποτρόπαιο σύμβολο τῆς χειρότερης τιμωρίας τώρα ποθητὸ καὶ ἀξιαγάπητο.
Στὴν ὑμνογραφία τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέα Κρήτης ἑνὸς ἀπὸ τοὺς σημαντικότερους θεολόγους καὶ ἱεράρχες τῆς Ἐκκλησίας μας, ὁ Σταυρὸς ἐμφανίζεται ὡς θεῖο Πάθος καὶ τρόπαιο, μέσο ἀπολύτρωσης, ἐλευθερίας ἀπὸ τὴ δουλεία τῆς ἁμαρτίας, συνύφανση ουρανοῦ καὶ γῆς, ἑνότητα, μυστικὴ ἀποκάλυψη τοῦ ἔργου τῆς Θείας Οἰκονομίας: «Ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ, ἐν πλήρῃ ταπεινώσει, ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ἐφανερώθη», λέει ὁ Ἅγιος Ἀνδρέας.
«Τὸ ἀποκαλυπτικὸ φῶς τῆς πίστης», δηλαδὴ ὁ τίμιος Σταυρός, σύμφωνα μὲ τὸν ὑμνογράφο, φωτίζει τὸ σκότος, μᾶς ἀποδεσμεύει ἀπὸ τὴ δουλεία, ζωογονεῖ, καθαρίζει τὴν πνευματικὴ πληγή, μᾶς ὁδηγεῖ στὴν ἁρμονία τοῦ κόσμου. Εἶναι ὁ ἁρμὸς ποὺ συναθροίζει τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι τὸ ἴαμα ποὺ θεραπεύει, ἀπομακρύνει τὰ πάθη, εἶναι ἡ συμφιλίωση τοῦ κόσμου, ἡ κατάργηση τῶν ὁρίων, ἡ παροχὴ καὶ ἐξασφάλιση τῆς ἀγάπης, τὸ ὕψος τοῦ οὐρανοῦ, τὸ βάθος τῆς γῆς, ἡ παγκόσμια καὶ ὑπερκόσμια σύνθεση, τὸ μῆκος καὶ τὸ πλάτος τῆς οἰκουμένης, τὸ κεφάλαιο τῶν Παθῶν, καὶ ἡ κορυφὴ τῶν Θαυμάτων.
Ἡ θεολογία τοῦ Σταυροῦ γιὰ τὸν Μεγάλο Πατέρα τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, Ἅγιὸ Γερμανὸ Κωνσταντινουπόλεως, Πατριάρχη καὶ Ὁμολογητὴ τοῦ 8ου αἰῶνα, ποὺ ὑπερασπίστηκε μὲ πάθος τὴν Ὀρθοδοξία ἀπέναντι στὴν κακοδοξία της Εἰκονομαχίας εἶναι βαθιὰ καὶ πολυδιάστατη. Ὁ Σταυρὸς εἶναι ταυτόχρονα τὸ σύμβολο τῆς θυσίας καὶ τῆς νίκης τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ καὶ ὄργανο τῆς σωτηρίας καὶ μέσο γιὰ τὴν πνευματικὴ ἕνωση μὲ τὸν Θεό. Ἐκτὸς ἀπὸ τὸ τίμιο Ξύλο, προσκυνοῦμε καὶ τὸν τύπο τοῦ τιμίου καὶ ζωοποιοῦ σταυροῦ, ὡς σύμβολο Χριστοῦ, μᾶς λέγει καὶ ὁ ἀνυπέρβλητος Δαμασκηνὸς ὁ Θεοειδὴς Ἰωάννης.
Παρὰ τὶς φοβερὲς διώξεις τοῦ κατὰ τὴν περίοδο τῆς Εἰκονομαχίας, ὁ Ἅγιος Γερμανὸς ὑπερασπίστηκε μὲ σθένος τὴν πίστη καὶ τὴν προσκύνηση στὸν Τίμιο καὶ Ζωοποιὸ Σταυρὸ τοῦ Κυρίου μας καὶ τὸν ἔθεσε ὡς κεντρικὸ στοιχεῖο τῆς χριστιανικῆς ζωῆς καὶ λατρείας . «Ὁ Σταυρός, μᾶς λέει, εἶναι τὸ τρόπαιο τῆς νίκης, τὸ ὅπλο ποὺ συνέτριψε τὴ δύναμη τοῦ θανάτου καὶ ἀπελευθέρωσε τὴν ἀνθρωπότητα ἀπὸ τὴν αἰωνιότητα τῆς ἁμαρτίας».
Ἡ θεολογία τοῦ Σταυροῦ στὸ ἔργο τοῦ Ἁγίου Γερμανοῦ ἀποτελεῖ τὴν ἀντίστιξη στὴν καταστροφὴ καὶ τὴν ὑποτίμηση τῶν ἱερῶν, τῶν θεμελίων τῆς πίστης μας ποὺ ἰσοδυναμοῦσε μὲ ἀπώλεια τῆς ἴδιας τῆς πίστης. Σύμφωνα μὲ τὸν Ἅγιο Γερμανό, ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν προσκύνηση τοῦ Σταυροῦ καὶ τὴν ἀναγνώριση τῆς θείας παρουσίας στὸ Σταυρό. Ὁ Σταυρὸς εἶναι τρόπος μετοχῆς στὴν ἀληθῆ πνευματικὴ ζωή, ἄξονας σωτηρίας, τρόπος θυσίας καὶ ἑνότητας μὲ τὸν Θεό. Ὁ Σταυρός, εἶναι νίκης δρόμος, δρόμος ζωῆς, ἀνακαίνιση τῆς κτίσης καὶ ὑπέρβαση τοῦ θανάτου. Ἡ προσκύνησή Του, ἡ τιμὴ καὶ ἡ λατρεία Του ἀποτελεῖ ἕνωση τοῦ πιστοῦ μὲ τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ.
Τὴν ἴδια ἀκριβῶς θέση θὰ διατυπώσει καὶ ὁ Μέγιστος τῶν Θεολόγων Ἅγιὸς Γρηγόριος Παλαμᾶς. Δὲν εἶναι μόνο λόγος καὶ μυστήριο ὁ Σταυρός μας κυρήσσει, ἀλλὰ καὶ ὁ τύπος θεῖος καὶ προσκυνητός, σφραγὶς ἱερά, σφραγὶς σωστικὴ καὶ σεβαστή, ἁγιαστικὴ καὶ τελεστικὴ τῶν ὑπερφυῶν καὶ ἀπορρήτων ἀναιρετικὴ κατάρας καὶ καταδίκης, καθαιρετικὴ φθορᾶς καὶ θανάτου, σωτηριῶδες ξῦλο, βασιλικὸ σκῆπτρο, θεῖο τρόπαιο κατὰ ὁρατῶν καὶ ἀοράτων ἐχθρῶν.
Ὁ Σταυρὸς ὅμως εἶναι δρόμος καὶ τρόπος καὶ κυρίως κλήση, κλήση καὶ πρόσκληση ἀποδοχῆς καὶ βίώσής του. Ἀνοικτὴ πορεία πρὸς τὸ προσωπκὸ σταυρικὸ βίωμα. Γιὰ τὸν Ἅγιο Ἰωάννη της Κρονστάνδης ὁ Σταυρὸς εἶναι ὁ δρόμος τῆς νέας ζωῆς.
ΤΟ ΣΤΑΥΡΙΚΟ ΒΙΩΜΑ
Τὸ προσωπικὸ Σταυρικὸ βίωμα εἶναι ἡ ἐνεργὸς συμμετοχὴ τοῦ πιστοῦ στὴν σταυρικὴ πορεία τοῦ Χριστοῦ ὄχι ὡς θεωρία, ἀλλάκαθημερινό βίωμα πνευματικοῦ ἀγώνα. Νυχθημερὸν παρουσία του Σταυροῦ στὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου.
Ὁ ἄνθρωπος καλεῖται νὰ «παραλάβει τὸν σταυρό του» καὶ νὰ ἀκολουθήσει τὸν Χριστὸ «σὲ μιὰ πορεία θυσίας καὶ σταυρικῆς ὑπομονῆς», ὅπως σημειώνει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: Ἂν ἀγαπᾶς τὸν Κύριό σου, μᾶς τονίζει, πρᾶξε ὅπως Ἐκεῖνος. Σταύρωσε τὸν ἑαυτό σου ὅπως Ἐκεῖνος. Ὁ Σταυρὸς εἶναι ἀγῶνας. Σταυρώνεις τὸ «ἐγώ» σου ὅταν ἀφήνεις τὸν Θεὸ νὰ κατευθύνει τὴ ζωή σου χωρὶς τὶς δικές σου λογικὲς παρεμβάσεις, ὅταν ὑποτάσσεσαι στὸ θέλημά Του χωρίς τα ἀτέλειωτα «γιατί».
Ὁ Σταυρὸς ὡς προσωπικὸ βιώμα ἀνάγεται σὲ πράξη ὑποστατικής, ἐνεργῆς καὶ αὐτόβουλης μετοχῆς, σὲ ἐσωτερικὴ καὶ ἐξωτερικὴ πορεία κένωσης, ἄρσης τοῦ σταυροῦ μας, καὶ πρόσληψης τοῦ συνόλου τῆς πανανθρώπινης ὑπάρξεως.
Ὁ Ἅγιος Σωφρόνιος, ὁ μεγάλος Ρῶσος Θεολόγος Πατέρας καὶ Πνευματικὸς τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Τιμίου Προδρόμου Essex Ἀγγλίας καταγράφει τὸ βίωμα τοῦ Σταυροῦ ὡς ὕστατη ἀγάπη, ἔσχατη ἀνάβαση τοῦ νοῦ, μεγαλύτερη τόλμη καρδίας, καθορίζοντας τὴν παρουσία τοῦ σταυροῦ ὡς ἐγγύτητα, ἐπίσκεψη καὶ ἐπισκοπὴ Κυρίου ἀενάως, ἀκαταπαύστως καὶ ἀόκνως.
Τὸ καταγράφει ὅμως κυρίως ὡς μαθητεία θεώσεως καθὼς ὁ θεῖος προορισμὸς τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου ἐνισχύεται ἀπὸ τὴν ἄρση τοῦ σταυροῦ, ἀπὸ τὴν προσευχητικὴ κατάσταση, τὴν νήψη καὶ τὴν συνειδητή μας κάθοδο στὸν ἅδη ὅπου καὶ τὸ σταυρικὸ βίωμα θὰ γίνει ἐλπιδοφόρο δηλαδὴ ἀναστάσιμο.
Μᾶς λέγει ὁ Ἅγιος ὅτι ἡ ἐπισκοπὴ καὶ ἡ ἀγάπη αὐτὴ τοῦ Κυρίου στὸν Ἄνθρωπο ἐκφράζεται μὲ τὴν παραχώρηση ἑνὸς σταυροῦ μὲ τὸν ὁποῖο καὶ ἀποδεικνύεται ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι στόχος τῆς πρόνοιας τοῦ θεοῦ. Ὅποιος δέχεται τοὺς ὅρους τοῦ σταυροῦ καὶ βαστάζει τὸ σταυρὸ γίνεται φίλος τοῦ Σταυροῦ καὶ θαυμαστὸ σημεῖο γιὰ τὴ γενεά του. Τὸ ἰδιαίτερο γνώρισμα τοῦ ἀνθρώπου ποὺ τὸν καθιστᾶ στόχο τοῦ σταυροῦ εἶναι τὸ κατ εἰκόνα καὶ τὸ καθ ὁμοίωση καὶ ὁ τόπος τοῦ Σταυροῦ εἶναι βαθιὰ στὴν καρδιὰ ὅπου μόνο ἐκεῖ ὁ Κύριος ἐπικοινωνεῖ μὲ τὸν ἄνθρωπο καὶ φανερώνει τὸ ἄκτιστο φῶς Του.
Ἐκεῖ ὁ Κύριος ἑδραιώνεται σταυρικὰ μέσα μας καὶ μέσα ἀπὸ τὴν μαθητεία τοῦ Σταυροῦ μας δίνει τὴν δυνατότητα νὰ φτάσουμε σὲ σταθερὴ ἐξομοίωση μὲ ἐκεῖνον.
Τὸ σταυρικὸ βίωμα εἶναι πράξη, θυσιαστικὴ ἀγάπη, ἀγάπη ποὺ δὲν καταναγκάζει, δὲν κατακερματίζει ἀλλὰ ἑνώνει.
Γι΄ αὐτὸ καὶ τὸ βίωμα ἐνεργεῖ ὡς μιὰ διαρκὴς διαδικασία προσωπικῆς θεραπείας, μετανοίας, θυσίας, πνευματικῆς κάθαρσης καὶ ἀναγέννησης. Μέσα ἀπὸ τὴν ἐλεύθερη ἀποδοχὴ τοῦ Σταυροῦ, ἀποδεχόμαστε τὴν θεία Χάρι καὶ ἀρχίζουμε τὸν πνευματικὸ ἀγῶνα.
Ἡ πρόσκληση γιὰ τὸν πιστὸ νὰ ἀναλάβει τὸν προσωπικό του σταυρὸ καὶ νὰ ἀκολουθήσει τὸν Κύριο, εἶναι ἔκφραση τῆς ἑνότητας τοῦ πιστοῦ μὲ τὸ Πάθος τοῦ Χριστοῦ, συνιστᾶ τὴν ἀρχὴ τῆς ἀναγέννησης καὶ τῆς ἐσωτερικῆς θεραπείας τοῦ ἀνθρώπου.
Τὸ σταυρικὸ βίωμα, ἑπομένως, δὲν ἀφορᾶ μόνο τὴν ἐξωτερικὴ ἀκολουθία τοῦ Χριστοῦ στὸν Σταυρό, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐσωτερικὴ ὑπέρβαση τῶν προσωπικῶν μας παθῶν καὶ τὴν ἀνανέωση τῆς σχέσης μας μὲ τὸν Θεό.
Τὸ σταυρικὸ βίωμα καὶ τὸ αὐτεξούσιο συνδέονται ἄρρηκτα, καθὼς τὸ αὐτεξούσιο, ἡ ἐλευθερία τῆς ἀνθρώπινης βούλησης, εἶναι ἀπαραίτητο γιὰ τὴν αὐθεντικὴ καὶ συνειδητὴ συμμετοχὴ τοῦ ἀνθρώπου στὴν σταυρικὴ θυσία τοῦ Χριστοῦ.
Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἀναφέρει πὼς «Ὁ Χριστὸς ἐλευθέρως πορεύθηκε πρὸς τὸν Σταυρό, καὶ ἂν καὶ ὑπῆρχε ἡ δυνατότητα νὰ ἀποφύγει τὸν θάνατο, ἐπέλεξε μὲ ἐλεύθερη βούληση νὰ θυσιαστεῖ γιὰ τὴ σωτηρία μας». Ἡ ἐλευθερία τοῦ Κυρίου πρὸς τὸ Σταυρὸ εἶναι πρόταγμα ἐλεύθερης ἐπιλογῆς, ἑκούσιας συμμετοχῆς στὸ σταυρικὸ βίωμα ἔκφραση τοῦ αὐτεξούσιου.
Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης Δαμασκηνὸς τονίζει ὅτι τὸ αὐτεξούσιο καθιστᾶ τὸ σταυρικὸ βίωμα πράξη ἀγάπης καὶ ἐλευθερίας, καθὼς ἡ πραγματικὴ ἀκολουθία τοῦ Χριστοῦ προϋποθέτει τὴν ἐλεύθερη ἀποδοχὴ τῆς θυσίας καὶ τὴν ὑπέρβαση τῶν προσωπικῶν παθῶν.
Ἡ ἐλεύθερη καὶ οἰκειοθελὴς ἀνάληψη τῆς πνευματικῆς συστρατειὰς «Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν» σὲ πορεία μυστηριακή, σωτηριολογική, συμμέτοχη στὴν συμπερίληψη τῆς Θείας Οἰκονομίας, πορεία πρὸς τὸ νικητήριο κέντρο.
Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Ὁ Παλαμᾶς προσδιορίζει τὸν Σταυρὸ ὡς σημεῖον ζωῆς καὶ δευτερευόντως θανάτου, δρόμο καὶ τρόπο θεραπείας τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὰ πάθη καὶ τὴν ἁμαρτία.
Ἄλλωστε καὶ στὴν καρδιακὴ ἐπικοινωνία τοῦ πνευματικοῦ πατρὸς τοῦ Ἁγίου Σοφρωνίου, τοῦ Ἁγίου Σιλουανοῦ τοῦ Ἀθωνίτου μὲ τὸν Κύριο ἡ ἀποκάλυψη τῆς βάσης τῆς πνευματικῆς σταυρικῆς πορείας εἶναι ἡ παράλληλη πορεία ἐλπίδας καὶ σταυρικοῦ θανάτου, φωτὸς καὶ σκότος τοῦ Ἅδου: Κράτα τὸν νοῦ σου στὸν Ἅδη καὶ μὴν ἀπελπίζεσαι λέγει ὁ Χριστὸς στόν Ἅγιὸ Σιλουανό.
Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΩΝ ΠΑΘΩΝ
Ὁ Χριστὸς ἐπάνω στὸν Σταυρὸ ἐνσαρκώνει τὴ μέγιστη θυσία γιὰ τὴν ἀποκατάσταση τῆς ἀνθρώπινης φύσης καὶ τὴ συγχώρεση τῶν ἁμαρτιῶν, προσφέροντας τὴ δυνατότητα γιὰ ἀναγέννηση καὶ πνευματικὴ θεραπεία στὸν ἄνθρωπο.
Ἐπειδὴ ὁ Σταυρὸς ἀποτελεῖ τὴ μέγιστη ἔκφραση τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἄνθρωπο. Γίνεται αὐτομάτως καὶ τύπος καὶ κλήση μετοχῆς στὸν πόνο καὶ τὴ θυσία ἀλλὰ καὶ ἀναστάσιμος δρόμος, δρόμος σωτηρίας καὶ τρόπος θεραπείας καὶ ἀναγέννησης γιὰ τὸν κάθε πιστό.
Ὁ Σταυρὸς εἶναι ἡ «ὁδὸς τῆς σωτηρίας» καὶ μέσῳ τοῦ Σταυροῦ, ὁ Χριστὸς ἀποκαθιστᾶ τὴ φύση τοῦ ἀνθρώπου. Τὸ σταυρικὸ βίωμα προϋποθέτει τὴν ἐνσωμάτωσή μας στὸν Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ, εἶναι συνώνυμο μὲ τὴν μάχη κατὰ τῶν ἐγωιστικῶν μας παθῶν, μὲ τὴν πορεία θεραπείας μας, μιὰ πορεία μεταμόρφωσης, συμμετοχῆς στὸν πόνο καὶ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ.
Σύμφωνα μὲ τόν Ἅγιὸ Σωφρόνιο ἡ σταυρικὴ περίοδος τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ περίοδος ἄρσης τῆς Χάριτος, περίοδος δοκιμασιῶν, περίοδος διδαχῆς καὶ παιδαγωγίας ποὺ οἰκονομοῦνται ἀπὸ τὸν Κύριο γιὰ νὰ μετασχηματιστεῖ ἡ φύση καὶ νὰ συμμορφωθεῖ ὁ ἄνθρωπος.
Γιὰ τὸν σταυρικό μας προσωπικὸ βίωμα «οὐδὲν εὑρέθη αἴτιον», μεταφέρουμε τὸ σταυρὸ μᾶς ὡς ἐπιλογὴ Κυρίου.
Ὁ μοναχισμὸς εἶναι κυρίως ὁ δρόμος τοῦ σταυρικοῦ βιώματος. Βασικότατο γνώρισμα τοῦ μοναχισμοῦ εἶναι αὐτὴ ἡ καθ’ ὁλοκληρίαν ἐφαρμογὴ τοῦ σταυρικοῦ βιώματος, αὐτῆς τῆς θεραπευτικῆς ἀγωγῆς ποὺ περιλαμβάνει τὴν κάθαρση, τὸ φωτισμὸ καὶ τὴ θέωση. Οἱ μοναχοὶ εὐαγγελίζονται τὸ σταυρικὸ βίωμα καὶ τὸ μεταφέρουν σὲ κάθε πιστό.
Γιὰ τὸν Ἅγιο ἡμῶν Πατέρα Ἀμφιλόχιο τῆς ἱερᾶς νήσου Πάτμου, ἡ δύναμη τοῦ σταυροῦ εἶναι ἡ δύναμη τῆς ἀγάπης καὶ ἡ δύναμη τῆς ἀγάπης, εἶναι ἡ θεραπεία τῆς ἀγάπης ποὺ σὲ συνδυασμὸ μὲ τὴν προσευχὴ συμβάλλει ὡς ἐπικοδόμημα στὴ θεραπεία τῶν παθῶν τῆς ψυχῆς.
Μὲ τὴν σταυρικὴ ἀγάπη πρέπει νὰ δεχόμαστε τὸν ἀδελφό μας, ὅταν τὸν συναντοῦμε μᾶς λέγει ὁ Ἅγιός. Τὸ σταυρικὸ βίωμα ἀποτυπώνεται, μᾶς τονίζει, κυρίως στὴν ἀγάπη πρὸς τὸ πλησίον. Ὅταν πονάει ὁ ἀδελφός μας καὶ πονᾶμε μαζί του, ὅταν ὑποφέρει νὰ ὑποφέρουμε. Αὐτὴ τὴν θεραπευτικὴ ὁδὸ προτείνει ὁ Ἅγιος.
Μὲ αὐτὴν τὴν ἀγάπη μας λέει καλούμεθα ἀπὸ τὸν Κύριο. Ἐὰν δὲν ἔχουμε αὐτὴ τὴν ἀγάπη ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὸ σταυρικὸ βίωμα, θὰ συνεχίζουμε ναὶ ἔχουμε τί διχαστικὴ διαίρεση καὶ τὴν ἀποξένωση καὶ ἐδῶ καὶ στὸν οὐρανὸ θὰ συνεχίζουμε νὰ εἴμαστε ξένοι μεταξύ μας καὶ ξένοι πρὸς τὸ θεό.
Τί γίνεται, μᾶς λέγει, παιδί μου, ὅταν εἴμεθα μὲς τὰ πάθη καὶ ὁ Κύριος ἔχει ἔρθει στὴν καρδιά μας μὲ πληγὰς στὰς χεῖρας, εἰς τοὺς πόδας καὶ στὴν πλευράν; Μὴ διώξεις τον Πληγωμένον, τὸν Eσταυρωμένον Ἰησοῦν μὴν πιστεύεις εἰς τὰς κατηγορίας τῶν ἐχθρῶν του. Δῶς εἰς Αὐτὸν οἶκον καρδίας.
Καὶ ἀλλοῦ: ἡ Θεολογία εἶναι ἱερὸν βίωμα. Κατακτᾶται διὰ τοῦ Σταυροῦ. Θεολόγος εἶναι εκεἶνος ποῦ ἔχει ἀποκτήσει μυστικὴ ἔνωση μετὰ τοῦ Κυρίου. Ἡ ἕνωσις αὐτὴ αποκτᾶται πρῶτον διὰ τῆς Χάριτος καὶ δεύτερον καὶ βασικὸν ὅταν ἐγκαταλείψει κάποιος τὰ πάντα γιὰ τὴν μωρία τοῦ Σταυροῦ. Τότε διὰ τῆς ἀποταγῆς καὶ τῆς ὑποταγῆς θὰ δυνηθῇ ὁ ἄνθρωπος νὰ βιώσει ξένα καὶ ἄρρητα ἀγαθὰ τὰ ὁποῖα ὀφθαλμὸς δὲν εἶδε, αὐτὶ δὲν ἄκουσε καὶ σὲ καρδία ἀνθρώπου ποτὲ δὲν ἀνέβηκαν.4.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Ἡ καινὴ ἐντολὴ τῆς ἀπόρριψης τοῦ παλαιοῦ ἑαυτοῦ, ἡ τοῦ σταυροῦ κλήση ἀπευθύνει ὁ ἴδιος ὁ Κύριος στὸν ἄνθρωπο. Ἡ θαυμαστὴ κλήση τοῦ Σταυροῦ ἀπευθύνεται καὶ στοχεύει στὴ βαθιὰ καρδιὰ στὸ πνευματικὸ κέντρο του ἀνθρώπου.
Ἀπευθύνεται πάντα στὸ σήμερα, στὸ τώρα κάτω ἀπὸ τὴ χάρη τῆς αἰωνιότητας.
Ἐπάνω στὸ σταυρὸ τῆς ἐγκατάλειψης στηρίζεται ὁ δοκιμαζόμενος ἄνθρωπος ἀπὸ τὴν μνήμη τῆς πρώτης ἀγάπης του Θεό. Ἡ περίοδος αὐτὴ εἶναι ἡ πιὸ δημιουργικὴ καὶ καρποφόρα μὲ ἐναλλαγὲς παρηγορίας καὶ ξηρασίας, ὁ ἄνθρωπος αὐξάνεται πνευματικά, ἐνεργοποιεῖται πλήρως τὸ αὐτεξούσιο καὶ αὐτοκαθορίζεται ὁ ἄνθρωπος στὴν αἰωνιότητα.
Ἡ ὁρμή του πρὸς τὸ θεὸ γίνεται ἀνεπίστρεπτη τὸ πνεῦμα του γίνεται καταλληλότερο γιατί πνευματικὴ θεωρία καὶ τὴ θεολογία.
Σύμφωνα μὲ τὸν Ἅγιο τῶν ἀποκαλυπτικῶν χρόνων Παΐσιο Ἁγιορείτη δὲν εἶναι ποτὲ μεγάλος ὁ σταυρός μας καὶ ἀβάστακτη ἡ δοκιμασία τοῦ σταυροῦ. Μόνον ὁ Σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ μᾶς ἦταν ἀβάστακτος, μᾶς λεγει ὁ Ἅγιος, γιατί ὁ Χριστὸς ἀπὸ ἀγάπη πρὸς ἐμᾶς τοὺς ἀνθρώπους δὲν θέλησε νὰ χρησιμοποιήση γιὰ τὸν ἑαυτό Του τὴν θεϊκὴ Τοῦ δύναμη. Ὁ χριστὸς μᾶς λέγει σήκωσε τὸ βάρος τῶν σταυρῶν ὅλου τοῦ κόσμου γιὰ νὰ μᾶς ἐλαφρώσει ἀπὸ τοὺς πόνους τῶν δοκιμασιῶν μὲ τὴν θεία Τοῦ βοήθεια καὶ μὲ τὴν γλυκειὰ Τοῦ παρηγοριά.
Καὶ συνεχίζει ὁ ἅγιος: «Ὁ Καλὸς Θεὸς οἰκονομάει γιὰ τὸν κάθε ἄνθρωπο ἕναν σταυρὸ ἀνάλογο μὲ τὴν ἀντοχή του, ὄχι γιὰ νὰ βασανιστῆ, ἀλλὰ γιὰ νὰ ἀνεβῇ ἀπὸ τὸν σταυρὸ στὸν Οὐρανό – γιατί στὴν οὐσία ὁ σταυρὸς εἶναι σκάλα πρὸς τὸν Οὐρανό. Ἂν καταλάβουμε τί θησαυρὸ ἀποταμιεύουμε ἀπὸ τὸν πόνο τῶν δοκιμασιῶν, δὲν θὰ γογγύζουμε, ἀλλὰ θὰ δοξολογοῦμε τὸν Θεὸ σηκώνοντας τὸ σταυρουδάκι ποὺ μᾶς χάρισε, ὁπότε καὶ σὲ τούτη τὴν ζωὴ θὰ χαιρώμαστε, καὶ στὴν ἄλλη θὰ ἔχουμε νὰ λάβουμε. Ὅσοι σκέφτονται τοὺς μεγάλους σταυροὺς τῶν δικαίων, ποτὲ δὲν στεναχωριοῦνται γιὰ τὶς δικές τους μικρὲς δοκιμασίες. Βλέπουν ὅτι, ἐνῷ ἔσφαλαν στὴν ζωή τους, ἐν τούτοις ὑποφέρουν λιγώτερο ἀπὸ τοὺς δικαίους, ἀπὸ τοὺς ἀθώους, ἀπὸ τοὺς Ἁγίους γι’ αὐτὸ λένε σὰν τὸν καλὸ ληστή: «Αὐτοὶ Κύριε δὲν ἔκαναν τίποτε καὶ ὑπέφεραν τόσο, ἐμεῖς οἱ ἁμαρτωλοὶ τί πρέπει νὰ πάθουμε;»
Οἱ σταυροὶ τῶν δοκιμασιῶν μας εἶναι ἀνώτεροι ἀπὸ τὰ «τάλαντα», ἀπὸ τὰ χαρίσματα, ποὺ μᾶς δίνει ὁ Θεός.