Του Πρωτοσυγκέλλου της Ιεράς Μητροπόλεως Αρκαλοχωρίου, Πανοσιολ. Αρχιμ. Επιφανίου Ζαχαράκη.
Αγαπητοί εν Χριστώ αδελφοί,
Κυριακή Γ’ Λουκά σήμερα και το σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα μάς παρουσιάζει μια από τις συγκλονιστικότερες στιγμές του επίγειου έργου του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Πρόκειται για την Ανάσταση του μονάκριβου γιου μιας χήρας, σε μια μικρή πόλη ονόματι Ναΐν. Ο Χριστός, μαζί με τους μαθητές Του και πολύ κόσμο, πλησιάζει την πόλη. Εκεί, συναντούν μια άλλη πομπή. Όχι πομπή χαράς, αλλά πομπή πένθους. Ένας νεκρός νέος, και δίπλα του μια μητέρα, χήρα, που είχε χάσει και τον μοναδικό της γιο. Ο πόνος της αβάσταχτος, η ζωή της, μια έρημος.
Εδώ, μπροστά μας έχουμε τη συνάντηση δύο κόσμων. Από τη μια, ο κόσμος του πόνου, του θανάτου, της απελπισίας. Από την άλλη, ο Χριστός, ο Ζωοδότης, η Ελπίδα, η Ζωή. Ο Κύριος, βλέπει τη χήρα και σπλαχνίζεται. Δεν την προσπερνά. Δεν αδιαφορεί. Δεν της λέει θεωρίες για τη ζωή και τον θάνατο. Δεν κάνει ότι δεν καταλαβαίνει. Τη βλέπει με τα μάτια της συμπόνιας και του ελέους. Το Ευαγγέλιο μάς λέει ότι: «ἐσπλαγχνίσθη ἐπ’ αὐτῇ» – την σπλαχνίστηκε βαθιά. Ο Χριστός δεν είναι Θεός αδιάφορος. Δεν είναι απλός θεατής του ανθρώπινου πόνου. Είναι ο Εμμανουήλ, «ὁ Θεός μεθ’ ἡμῶν», που στέκεται δίπλα μας στις πιο σκοτεινές ώρες. Της λέει μόνο μια φράση που μόνο Εκείνος είχε τη δύναμη να πει: «Μὴ κλαῖε», μην κλαις. Πώς όμως να μην κλαίει μια μάνα που χάνει το παιδί της; Ο Χριστός δεν της ζητά να πάψει το πένθος χωρίς λόγο, αλλά ετοιμάζεται να της χαρίσει πίσω τον γιο της. Ο Χριστός πλησιάζει το φέρετρο, το αγγίζει– κάτι που απαγορευόταν για έναν Ιουδαίο, γιατί θεωρούσε τον εαυτό του «μιαρό» αγγίζοντας νεκρό. Όμως ο Χριστός δεν μολύνεται από τον θάνατο – αντίθετα, ο θάνατος “μολύνεται” από τη ζωή Του. Τον αγγίζει και λέει: «Νεανίσκε, σοι λέγω, ἐγέρθητι!» Και ο νεκρός ανέστη και κάθισε και άρχισε να μιλά. Ο θάνατος νικήθηκε. Η μάνα βρήκε παρηγοριά. Ο κόσμος δόξασε τον Θεό.
Ο Χριστός είναι ο Κύριος της ζωής και του θανάτου. Με έναν λόγο Του, δίνει ζωή εκεί που οι άνθρωποι βλέπουν μόνο σκοτάδι και τέλος. Ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης μας λέγει: «Ο Θεός δεν δημιούργησε τον θάνατο. Η αγάπη Του νικά τον θάνατο μέσω της Ανάστασης». Ο θάνατος μπήκε στον κόσμο ως συνέπεια της αμαρτίας και της απομάκρυνσης από τη Ζωή (τον Θεό). Με τον Χριστό, η αγάπη του Θεού αποκαθιστά τη σχέση και δίνει αιώνια ζωή. Ο Θεός δεν εγκαταλείπει το πλάσμα Του στον θάνατο.
Ο Χριστός είναι ο αιώνιος παρηγορητής στον πόνο, στη δοκιμασία, στη θλίψη. Ο Χριστός παρηγορεί αιώνια τον άνθρωπο, εν Αγίω Πνεύματι, μέσα από την Εκκλησία, τα Μυστήρια, την προσευχή, τον λόγο Του, και την παρουσία Του μέσα μας. Ο ιερός Χρυσόστομος μας λέγει: «Ο Χριστός είναι η παρηγορία κάθε πόνου· γιατί δεν αφαιρεί μόνο τον πόνο, αλλά δίνει και νόημα στον πόνο». Η παρηγοριά του Χριστού δεν είναι απλώς συναισθηματική ανακούφιση. Είναι μετοχή στον σταυρό και προσδοκία Ανάστασης. Εκεί όπου ο άνθρωπος νιώθει εγκατάλειψη, μοναξιά ή θλίψη, ο Χριστός είναι παρών — όχι εξωτερικά, αλλά βαθιά μέσα στην καρδιά.
Υπάρχουν στιγμές στη ζωή που όλα σιωπούν. Οι άνθρωποι φεύγουν, οι ελπίδες σβήνουν, οι δυνάμεις λιγοστεύουν. Ο πόνος γίνεται βαρύς και η καρδιά ψάχνει παρηγοριά — όχι λόγια, αλλά παρουσία· όχι εξηγήσεις, αλλά κάποιον να μείνει μαζί μας στο σκοτάδι. Εκεί εμφανίζεται ο Χριστός. Όχι ως μια ιδέα, αλλά ως ο ζωντανός Θεός.
Όχι ως παρατηρητής, αλλά ως συνοδοιπόρος και σηκωτής του πόνου. Στην καρδιά που κλαίει, ο Χριστός δεν λέει μόνο «μη φοβάσαι», αλλά κάθεται μαζί της. Όπως σήμερα με τη χήρα της Ναΐν, όπως με τη Μαρία και τη Μάρθα μπροστά στον τάφο του Λαζάρου, όπως στον κήπο της Γεθσημανής.
«Ελάτε προς με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι, και εγώ αναπαύσω υμάς.» (Ματθ. 11,28). Όταν όλα μας εγκαταλείπουν — υγεία, άνθρωποι, δύναμη, ελπίδα — ο Χριστός παραμένει. Ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος λέγει: «Είναι ο μόνος που μπορεί να είναι μέσα στην ψυχή, και να την γεμίζει με ειρήνη, ακόμα κι όταν όλα καταρρέουν».
Ο Χριστός δεν παρηγορεί μόνο τους αγίους ή τους τέλειους. Παρηγορεί κάθε ψυχή που Τον ζητά, ακόμα και μέσα από τη σιωπή, τα δάκρυα, την αμαρτία.
Είναι ο Παρηγορητής του κόσμου, ο αδελφός του πονεμένου, ο πατέρας του ορφανού, ο φίλος του εγκαταλελειμμένου, ο συνοδοιπόρος του ξεριζωμένου.
Αδελφοί μου, η συνάντηση στη Ναΐν μάς διδάσκει πως ο Χριστός δεν αποφεύγει τον πόνο μας, αλλά τον αγγίζει. Ο θάνατος, με την παρουσία Του, παύει να είναι τέλος και γίνεται πέρασμα στη ζωή. Δεν είμαστε μόνοι στις θλίψεις μας. Ο Θεός μάς καλεί σε Ανάσταση εδώ και τώρα, όχι μόνο στο μέλλον. Ας ακούσουμε τη φωνή Του: «Μὴ κλαῖε»,
και ας Του επιτρέψουμε να μας εγείρει από κάθε κατάσταση που μοιάζει “νεκρή”.
Τότε, κι εμείς, όπως το πλήθος της Ναΐν, θα δοξάζουμε τον Θεό, που επισκέφθηκε τον λαό Του και μας χάρισε την Ανάσταση πριν την Ανάσταση. Αμήν!