Του Πρωτοσυγκέλλου της Ιεράς Μητροπόλεως Αρκαλοχωρίου, Πανοσιολ. Αρχιμ. Επιφανίου Ζαχαράκη.
«Ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ»
Αγαπητοί εν Χριστώ αδελφοί,
Σήμερα ανοίγει η περίοδος του Τριωδίου μέσα από την παραβολή του Τελώνου και του Φαρισαίου. Είναι η αρχή μιας περιόδου, που οδεύει σ΄ ένα δρόμο με πνευματικό περιεχόμενο, έναν δρόμο μετανοίας, αυτογνωσίας και επιστροφής στον Θεό. Η Εκκλησία ανοίγει το Τριώδιο με μια παραβολή που δεν μιλά για νηστεία, ούτε για κόπους και αγώνες, αλλά για προσευχή. Και όχι απλώς για το αν προσευχόμαστε, αλλά για το πώς προσευχόμαστε.
Δύο άνθρωποι ανέβηκαν στο Ιερό για να προσευχηθούν. Ο ένας Φαρισαίος, άνθρωπος τυπικός, ευσεβής σύμφωνα με τον νόμο. Ο άλλος Τελώνης, άνθρωπος αμαρτωλός, περιφρονημένος απ΄ όλους. Ο Φαρισαίος στέκεται μπροστά στον Θεό με αυτοπεποίθηση. Ευχαριστεί τον Θεό, αλλά στην πραγματικότητα μιλά για τον εαυτό του. Η προσευχή του είναι γεμάτη υπερηφάνεια και κατάκριση. Δεν ζητά τίποτα, γιατί νομίζει ότι τα έχει όλα. Ο Τελώνης, αντίθετα, δεν έχει να παρουσιάσει τίποτε, παρά μόνο την αμαρτωλότητά του. Δεν υψώνει τα μάτια του, δεν δικαιολογείται, δεν συγκρίνεται. Βοά μυστικώς, χτυπώντας το στήθος του: «Ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ».
Αλήθεια, ποια είναι η αξία της προσευχής και πώς χρειάζεται να προσευχόμαστε; Η αξία της προσευχής δεν είναι επίδειξη αρετής, δεν είναι απαρίθμηση κατορθωμάτων, δεν είναι σύγκριση με τους άλλους. Η αληθινή προσευχή γεννιέται από συντριβή καρδιάς, στηρίζεται στην αυτογνωσία και ανοίγει τον άνθρωπο στο έλεος του Θεού. «Θυσία τῷ Θεῷ πνεῦμα συντετριμμένον, καρδίαν συντετριμμένην καὶ τεταπεινωμένην ὁ Θεὸς οὐκ ἐξουδενώσει» (Ψαλμ. 50). Η καρδιά που έχει συντριβή και ταπείνωση, ο Θεός δεν θα την απορρίψει. Ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος αναφέρει: «Όπου υπάρχει ταπείνωση, εκεί κατασκηνώνει η χάρη του Θεού· και όπου υπάρχει υπερηφάνεια, εκεί απέχει ο Θεός».
Η σημερινή παραβολή δεν έχει αναφορά μόνο στην εποχή του Χριστού, αλλά απευθύνεται στους Φαρισαίους κάθε εποχής και κυρίως στους «θρησκευτικούς» ανθρώπους. Για εμάς που ερχόμαστε στην Εκκλησία, που κοινωνούμε, που νηστεύουμε, που γνωρίζουμε τους κανόνες. Η φαρισαϊκή ασθένεια είναι πολύ ύπουλη. Δεν φαίνεται εύκολα. Μπορεί να κρύβεται πίσω από την ευσέβεια. Εκδηλώνεται όταν συγκρίνουμε τον εαυτό μας με τους άλλους. Όταν νιώθουμε καλύτεροι. Όταν λέμε μέσα μας: «Εγώ δεν είμαι σαν αυτούς». Αλλά εκείνη τη στιγμή η προσευχή μας σταματά. Γιατί η προσευχή δεν είναι σύγκριση· είναι συνάντηση. Και για να συναντήσει κανείς τον Θεό, πρέπει πρώτα να συναντήσει με τιμιότητα και αλήθεια τον εαυτό του. Ο Τελώνης δεν δικαιολογείται. Δεν λέει: «Έκανα λάθη, αλλά δεν μοιάζω με τους άλλους». Δεν κατηγορεί άλλους. Παίρνει όλο το βάρος επάνω του, τίμια, ταπεινά, ανυπόκριτα. Και ακριβώς γι’ αυτό ελευθερώνεται και δικαιώνεται.
Η ταπείνωση δεν είναι αυτοϋποτίμηση. Είναι ειλικρίνεια. Είναι να βλέπω ποιος είμαι χωρίς μάσκες, αλλά και να πιστεύω ότι ο Θεός μπορεί να με αναστήσει. Η τραγικότητα της εποχής μας είναι ότι, ο σύγχρονος άνθρωπος στηρίζεται στην δική του αναφορά, στις δικές του δυνάμεις. Αρνείται να επικοινωνήσει και να εκζητήσει απλά και ταπεινά την βοήθεια και την ευλογία του Θεού, ξεπερνώντας έτσι τα υπαρξιακά και πνευματικά του κενά. Ο Μέγας Αντώνιος αναφέρει: «Είδα τα δίχτυα του εχθρού απλωμένα στη γη και είπα: ποιος μπορεί να τα διαφύγει; Και άκουσα φωνή να λέει: η ταπείνωση».
Αδελφοί μου, σήμερα στην αρχή του Τριωδίου, η Εκκλησία μας λέει ξεκάθαρα: Πρόσεχε όχι μόνο τι κάνεις, αλλά πώς στέκεσαι απέναντι στον Θεό. Μπορεί να νηστεύουμε και να χαθούμε. Μπορεί να κοινωνούμε και να μην μετανοούμε. Μπορεί να είμαστε ‘’μέσα’’ στην Εκκλησία, αλλά έξω από το πνεύμα της. Αν όμως πούμε έστω και μία φορά από τα βάθη της ψυχής μας: «Κύριε, ελέησόν με τον αμαρτωλό», τότε ο ουρανός ανοίγει. Αυτό αναφέρει ο Άγιος Εφραίμ ο Σύρος: «Η ταπείνωση ανοίγει τις πύλες του ελέους· η υπερηφάνεια κλείνει τον ουρανό».
Γιατί χωρίς ταπείνωση, όλα τα πνευματικά γίνονται άχρηστα. Η νηστεία χωρίς ταπείνωση, γίνεται δίαιτα. Η προσευχή χωρίς ταπείνωση, γίνεται μονολογία. Ο εκκλησιασμός χωρίς ταπείνωση γίνεται φαρισαϊσμός. Ας γίνει, λοιπόν, αυτή η προσευχή το θεμέλιο όλου του Τριωδίου. Όχι λόγια μεγάλα. Όχι συγκρίσεις. Όχι αυτοδικαίωση. Αν το κάνουμε αυτό, τότε η νηστεία που έρχεται θα έχει νόημα. Τότε η μετάνοια θα γίνει χαρά. Τότε η Ανάσταση θα είναι προσωπική εμπειρία και όχι απλώς μία εορτή. Ας τα επαναλαμβάνουμε όχι μόνο με τα χείλη, αλλά με καρδιά συντετριμμένη: «Ο Θεός, ἱλάσθητί μοι τῶ ἁμαρτωλῷ». Και τότε, όπως ο Τελώνης, θα κατεβούμε κι εμείς από τον Ναό δικαιωμένοι, ειρηνευμένοι, ευλογημένοι, ανακαινισμένοι. Αμήν!